Το ελληνικό συγκρότημα Alive She Died που η μουσική τους ακούστηκε στο σποτ της Gucci μιλά στο LIFO.gr
To όνομα το πήραμε από τον δίσκο των Doors, το «Alive she cried». H Δάφνη ήθελε να βάλει «died» αντί για «cried»... Φωτο: Ντίνος Διαμαντόπουλος

 

O Ξενοφώντας Ξενιός δίνει τη δικιά του εκδοχή για την εποχή και την ιστορία του γκρουπ (δεν αντιπροσωπεύει όλο το συγκρότημα):

 

Οι Alive She Died, το ελληνικό συγκρότημα από τα '80s που επανήλθε στη δημοσιότητα πρόσφατα μέσα από τη διαφήμιση της Gucci, είχαν μια αρκετά σύντομη πορεία εκείνη την εποχή. Σχηματίστηκαν το 1984 και διαλύθηκαν έπειτα από 3 χρόνια, το 1987. Στο συγκρότημα συμμετείχαν η Δάφνη Γερογιάννη, ο Ξενοφώντας Ξενιός, ο Γεώργιος Γκίνης και η Τίνα Γκούτη.

 

Για να αρχίσουμε από την αρχή, ας δούμε το βίντεο της Gucci  που επανέφερε στην επικαιρότητα το ξεχασμένο συγκρότημα:

 

 

Το συγκρότημα ουσιαστικά γεννήθηκε όταν ο Ξενοφώντας Ξένιος συναντήθηκε με τον Γιώργο Γλυνέλη, που τότε έπαιζε στους Ανυπόφορους και μπάσο στους Metro Decay. O Ξενοφώντας ήταν ο βασικός συνθέτης και στιχουργός του γκρουπ. Δεν έχει μιλήσει πουθενά από τότε για το συγκεκριμένο πρότζεκτ. Δεν ένιωθε ότι υπήρχε λόγος να γίνει τόσο έντονη αναφορά στο συγκρότημα αλλά ούτε και στην εποχή ή την που επικρατούσε τότε. Ένας λόγος που δεν εμφανίστηκε στο ντοκιμαντέρ «Εδώ δεν υπάρχει άσυλο» ήταν αυτός. Ο άλλος ήταν ότι τον βρήκαν 2 μέρες πριν τελειώσουν τα γυρίσματα και δεν υπήρχε χρόνος.

 

«Μη φανταστείς ότι έχω καμιά τρελή εκτίμηση για το υλικό μας. Ας ξεκινήσουμε από αυτό» μου εκμυστηρεύεται. Τον συναντώ στη Βούλα. Καθόμαστε έξω, σε μια καφετέρια. Κάνει ψύχρα κι έχει αέρα, κάτι που αποδεικνύεται «μανίκι» στην απομαγνητοφώνηση αργότερα.

 

«Για μένα, εντελώς προσωπικά, δεν ήταν κάτι που άξιζε τον κόπο να ξαναφέρω στην επιφάνεια. Πάντως, το ντοκιμαντέρ ήταν πολύ ενδιαφέρον. Δεν ήθελα όμως να πάω στις πρόσφατες συναυλίες που έγιναν στο Gagarin ή να παίξω για τις ανάγκες του φιλμ. Είπα "αποκλείεται". Δεν ήθελα να ακούσω αυτά που έπαιζα πριν από 30 χρόνια» λέει σκεπτικός.

 

 Δεν μας θεωρούσα μια τόσο μαύρη μπάντα. Δεν θα την έλεγα γκοθ. Πιο πολύ πιστεύω ότι ήμασταν ένα ποπ συγκρότημα. Για μένα ήμασταν σαν μια new wave Κοκκινοσκουφίτσα που έκανε βόλτα μέσα στο δάσος με τα synths. Δεν ήθελα να μας θεωρήσουν πεθαμενατζήδες, αλλά αυτό έγινε.

 

Τα '80s, για όσους δεν τα έζησαν ή ήταν πολύ μικροί εκείνη την εποχή για να τα πάρουν χαμπάρι, φαντάζουν σήμερα σαν μια μυθική εποχή. Ειδικά όσον αφορά τη μουσική που έβγαινε τότε. Τέτοιες διαστάσεις έχουν πάρει, τουλάχιστον το τελευταίο διάστημα.

 

«Πολλά από τα συγκροτήματα και τα παιδιά που γνώρισα τότε ήταν από τα Πατήσια. Εκεί έμενα κι εγώ. Θυμάμαι, είχα την ίδια οδοντίατρο με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, που ήταν Κυψελιώτης, την κ. Λένα, που με ρώταγε συχνά: "Μα, τι παίρνει αυτό το παιδί;". Η ελληνική σκηνή τότε ήταν ένας χώρος σούπα, παιδιά απ' όλα τα κοινωνικά στρώματα. Όλη αυτή η μουσική που βγήκε από το '77 και μετά στο εξωτερικό, για εμάς τους Έλληνες που τη ζούσαμε, ήταν το ίδιο. Με τους Police ένιωθα όπως και με τους Clash, δεν υπήρχε η έννοια της ταξικής συνείδησης. Μου φαινόταν ότι παράγουν το ίδιο, μουσική που μου άρεσε. Όπως και με τους Birthday Party με τον Cave, στο τριήμερο του Σπόρτινγκ, το οποίο ήταν φεστιβάλ-σταθμός για πολλούς. Να φανταστείς ότι οι συναυλίες τη δεκαετία του '70 γίνονταν στα σινεμά. Είχα πάει, θυμάμαι, σε μια συναυλία των Sharp Ties, που είχαν παίξει το κομμάτι "Get that beat". Σε live τότε, μου φάνηκε κοσμογονία. "Τι παίζουν αυτοί; Τι είναι αυτό;". Αυτό το αναφέρω σχετικά με τα ακούσματά μας. Αγοράζαμε δίσκους εισαγωγής. Δεν ήξερες αρκετά πράγματα. Δεν είχες πληροφόρηση αν είναι καλοί ή κακοί. Ακούγαμε τα ίδια και τα ίδια συνέχεια. Τα αγάπησα όμως. Δεν είχε σημασία τι ήταν. Και πολύ βινύλιο. Το βλέπω σήμερα από τα παιδιά μου που έχουν μεγαλώσει με το CD. Με το βινύλιο είχες μια αίσθηση του χώρου σε σχέση με αυτό που άκουγες. Αυτό σήμερα δεν υπάρχει. Αν και στο εξωτερικό η πανκ φάση είχε αρχίσει να τελειώνει, ξαφνικά έσκασε μύτη στην Ελλάδα, σε όσους ήμασταν γεννημένοι στις αρχές του '60. Αυτό το πράγμα φαινόταν λυτρωτικό για μένα. Μπορούσες να παίξεις μόνο 3 νότες και να κάνεις συναυλία. Δεν χρειαζόταν να παίξουμε αυτές τις τρομερές μουσικές και να είμαστε άρτιοι τεχνικά. Ήταν ουσιαστικά "μπείτε στον Άγιο Παντελεήμονα και παίξτε, όποιος θέλει!". Μπορεί να μην είχες παίξει τίποτα, ποτέ στη ζωή σου. Ήταν κατάσταση ό,τι να 'ναι αλλά και πολύ απελευθερωτική ταυτόχρονα. Πρόλαβα τους πρώτους πανκ σε κάποια μαγαζιά, όταν ήμουν παιδάκι, πριν γίνουν skinheads. Μαζευόντουσαν στο Snowball, όπου είχε πάει και ο Cave μετά την συναυλία των Birthday Party. Τότε δεν υπήρχαν τόσο σαφείς διαχωρισμοί. Και αυτό εμένα μου άρεσε κατά κάποιον τρόπο, επειδή με είχε βγάλει από το καβούκι μου. Τελείωσα το σχολείο το '82 και με τη μία μπλέχτηκα με τη μουσική κατάσταση».

 

Τότε βρέθηκε για πρώτη φορά με τον Γιώργο, που ήταν κι αυτός από τα Πατήσια. «Ο Γιώργος ήταν πάρα πολύ καλός μπασίστας και πάρα πολύ καλό παιδί. Είχαμε αρκετά προβλήματα με την πολυκατοικία όταν παίζαμε. Οι περισσότεροι ήμασταν κάτοικοι των πολυκατοικιών. Δεν υπήρχαν προβάδικα τότε, επειδή η κατάσταση ήταν λίγο στα σπάργανα. Ορισμένοι πήγαιναν και νοίκιαζαν ένα νεοκλασικό μαζί με άλλες 5-6 μπάντες και το μοιραζόντουσαν. Αυτό ήταν εν μέρει επικίνδυνο, επειδή η μία μπάντα σούφριζε την άλλη ή κάποιος εξωτερικός, όλους μαζί».

 

Το ελληνικό συγκρότημα Alive She Died που η μουσική τους ακούστηκε στο σποτ της Gucci μιλά στο LIFO.gr
Οι νοοτροπίες ήταν παλιές, και μάλιστα οι συναυλίες δεν ήταν και παράδεισος. Έπεφταν και κραξίματα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι οι γυναίκες έκραζαν πολύ περισσότερο και χειρότερα, όσες ήταν εκεί δηλαδή. Ίσως επειδή είχαμε γυναίκες στο συγκρότημα. Επειδή ήταν μειονότητα του κερατά.

 

Πώς έγινε η αρχή για εσάς;

Ξεκινήσαμε να παίζουμε με drum machine, που ήταν και καθοριστικό για τον ήχο του γκρουπ. Κάποια στιγμή, ο Γιώργος μου ανέφερε ένα στούντιο στη Γλυφάδα ενός Έλληνα που είχε έρθει από την Αμερική, του Αντρέα Καλογερά. Εκεί είχαν γράψει τα πρώτα τους ντέμο οι Ανυπόφοροι, οι South of no north και διάφορες άλλες μπάντες. Μου είπε να πάμε να ηχογραφήσουμε αυτά τα κομμάτια. Ανάμεσά τους ήταν και ένα πειραματικό κομμάτι, το "Party", που θεωρώ ότι είναι η καλύτερή μας ηχογράφηση. Εκείνη την περίοδο γνωρίσαμε και τη Δάφνη και της είπαμε να συμμετάσχει. Αργότερα, ο Γιώργος είχε κάποιες ανειλημμένες υποχρεώσεις με άλλες μπάντες. Είχαμε και τις σπουδές και δεν μπορούσαμε να ασχοληθούμε και πολύ, αλλά κάπως έγινε με τη Δάφνη και το συνεχίσαμε μόνοι μας. Με τους άλλους δύο Γιώργηδες είχαμε γνωριστεί στο Deree. Ήμασταν μια παρέα 6-7 ατόμων στο Deree της δεκαετίας του '80, που ήμασταν κάπως σαν μαύρα πρόβατα. Ανάμεσά μας, όμως, ήταν κάποιοι που ήταν πραγματικά μορφές σε όλο αυτό το πανηγύρι. Άλλοι ήταν μουσικοί και άλλοι απλώς έμπαιναν τότε στον χώρο. Καθένας μας τότε θεωρούσε ότι είχε το δικαίωμα στην έκφραση. Η Τίνα, που ήταν η πιο μικρή της παρέας –τότε ακόμη ήταν στο Λύκειο, αλλά άκουγε τέτοια μουσική–, ήταν φίλη της Δάφνης και μάθαμε ότι είχε μπάσο. Κι έτσι δέσαμε και ως παρέα για κάποια χρόνια. Ήμουν εγώ, η Δάφνη, η Τίνα και ο Γιώργος Γκίνης. Για τα τρία αυτά παιδιά ήταν το παρθενικό τους ταξίδι με τη μουσική.

 

To Party ηχογραφήθηκε φθινόπωρο του 1984. Ο Γιώργος Γλυνέλης (μπασίστας των Ανυπόφορων και των Metro Decay) κι εγώ φέραμε τη Δάφνη στο στούντιο για να περάσει φωνή (το παρθενικό της ταξίδι) κι αυτό ήταν το ανεπίσημο ξεκίνημα των Alive She Died. Ακούγεται και ο Γιώργος στα φωνητικά κι ο ίδιος έχει περάσει μερικές ηλεκτρικές κιθάρες σαν εφέ.

 

Ποια χρονιά ήταν τότε;

Μιλάμε για το 1984. Τότε ήμουν 21. Θυμάμαι τις πρώτες πρόβες και που κάποια στιγμή θέλαμε να ανεβάσουμε τις εντάσεις. Είχε πλάκα επειδή ξεκινήσαμε πάλι από πολυκατοικία. Πήγαμε στις αρχές του χειμώνα στο σπίτι της Τίνας, που είχε ένα κάπως ανεξάρτητο δωμάτιο στο διαμέρισμα όπου έμενε με τους δικούς της, και τα βάλαμε όλα εκεί μέσα. Ήταν στο Μαρούσι, αλλά ούτε εκεί βολευτήκαμε. Αποφασίσαμε, λοιπόν, κι εμείς να νοικιάσουμε ένα νεοκλασικό στην Πατησίων. Όλοι τότε τα εγκατέλειπαν μαζικά για να μείνουν στις πολυκατοικίες. Το πρώτο μας ενοίκιο ήταν 11.000 δραχμές και το διαιρούσαμε διά του τέσσερα, ούτε 30 ευρώ δηλαδή. Το κτίριο, φυσικά, ήταν υπό διάλυση, έπεφταν σοβάδες, αλλά εμάς μάς φαινόταν μεγαλειώδες. Είχαμε αυτούς τους χώρους και δεν θέλαμε τίποτε άλλο, πάρα δύο ηχεία να βαράνε γερά, έναν ενισχυτή μπάσου για την Τίνα, αυτά. Δεν αντιμετωπίσαμε πολλές δυσκολίες. Για καλή μας τύχη είχαμε μηχανήματα που ήταν φτηνά. Υπήρχαν κάτι μηχανήματα που δεν τα θυμάται κανένας τώρα, αλλά που τότε έπαιζαν τα πρώτα καλά δείγματα τυμπάνων, δεν είχαμε όμως λεφτά να τα αγοράσουμε. Αγοράσαμε τα φτηνότερα, εκείνα που έβγαζαν αυτό τον ψεύτικο ήχο και, τελικά, αποδείχτηκε ότι ήταν τα ίδια ακριβώς που χρησιμοποιούσαν κατά κόρον στην Αμερική και στο Ντιτρόιτ όταν πρωτοξεκινούσε το techno, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Τα κυκλοφορούσε μαζικά η εταιρεία και ήταν πολύ οικονομικά. Γι' αυτό θεωρώ ότι ο ήχος ακούγεται τόσο σύγχρονος σήμερα.

 

— Από πού πήρατε το όνομα;

Από τον δίσκο των Doors, το «Alive she cried». H Δάφνη ήθελε να βάλει «died» αντί για «cried».

 

Πώς σας αντιμετώπιζαν τότε;

Προσωπικά, θεωρούσα ότι παίζαμε ένα μπετόν από συνθεσάιζερ. Δεν μας θεωρούσα μια τόσο μαύρη μπάντα. Δεν θα την έλεγα γκοθ. Πιο πολύ πιστεύω ότι ήμασταν ένα ποπ συγκρότημα. Για μένα ήμασταν σαν μια new wave Κοκκινοσκουφίτσα που έκανε βόλτα μέσα στο δάσος με τα synths. Δεν ήθελα να μας θεωρήσουν πεθαμενατζήδες, αλλά αυτό έγινε. Ήταν και ένας πιο ανδροκρατούμενος χώρος. Η εποχή είχε τα χούγια της. Μη λέμε και ό,τι θέλουμε, ήμασταν λίγο με τα τσαρούχια. Οι νοοτροπίες ήταν παλιές, και μάλιστα οι συναυλίες δεν ήταν και παράδεισος. Έπεφταν και κραξίματα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι οι γυναίκες έκραζαν πολύ περισσότερο και χειρότερα, όσες ήταν εκεί δηλαδή. Ίσως επειδή είχαμε γυναίκες στο συγκρότημα. Επειδή ήταν μειονότητα του κερατά. Ήταν πολύ λίγες οι κοπέλες και στα live. Ακούγαμε πολλά θαψίματα. Λέγανε μέχρι και ότι ένα κομμάτι μας, το «White in August», το γράψαμε αναφερόμενοι στην ηρωίνη, ενώ στην ουσία είναι για τις Κυκλάδες το καλοκαίρι, όπου πηγαίναμε διακοπές. Ένα άλλο παράδειγμα ήταν η φωτογράφιση που κάναμε, που κάποιοι έλεγαν ότι θα χαλούσε πολύ κόσμο, επειδή σε έναν βαθμό θεωρούσαν ότι ανήκαμε σε αυτό το σκοτεινό κομμάτι εκείνης της εποχής. Δεν την κυκλοφορήσαμε τελικά, ενώ την είχαμε πληρώσει, όπως πληρώναμε τα πάντα μόνοι μας. Έτσι έχει περάσει σήμερα, αλλά δεν νομίζω ότι υφίσταται πλέον.

 

 

Τι ανταπόκριση είχατε, όμως, πέρα από αυτό;

Κάναμε το πρώτο μας live τον χειμώνα του '85 στον Πήγασο, όταν κυκλοφόρησε η κασέτα και ήταν και η καλύτερη περίοδος για εμάς ως μπάντα. Ήταν ένας πάρα πολύ μικρός χώρος και μέσα βρίσκονταν 300 άτομα – είχε τιγκάρει. Είχαμε στριμωχτεί με τα synths πάνω στη σκηνή, και ο κόσμος μας ζόριζε. Κάποια στιγμή δεν ξέρω τι έκανα, ήμουν στο μπαρ κι έπινα ένα ποτό, και δεν κατάλαβα ότι είχαν μαζευτεί κι έπρεπε ν' αρχίσει η συναυλία. Άρχισαν να με κράζουν επειδή τους έσπρωχνα για να περάσω, να ανέβω στη σκηνή. Το θυμάμαι σαν μαγική βραδιά. Ο Πέτρος Κουτσούμπας, που έκανε κουμάντο στο μαγαζί, θυμάμαι ότι με φώναξε όταν τελείωσε το live και ενώ ήμουν στον έβδομο ουρανό, μου έβγαλε ένα ποσό με το οποίο περάσαμε ως μπάντα ούτε θυμάμαι πόσο καιρό – βγάζαμε τα έξοδά μας. Μου είχε φανεί απίστευτο, δεν το περίμενα. Κάναμε άλλες 4-5 συναυλίες, τις περισσότερες εκεί, και μία στο Κύτταρο. Αυτό το live ήταν για κάποιους λόγους ένα σημείο καμπής για εμάς. Τότε, η κατάσταση ήταν πολύ πιο πρωτόγονη. Ούτε οι εταιρείες δεν σε βοηθούσαν. Υπήρξε μια εποχή που η μουσική στην Ελλάδα εξαρτιόταν από δύο-τρεις ανθρώπους και είχε πολλή σημασία η άποψή τους. Από εκεί έπαιρνες την πληροφόρηση και, βέβαια, αν σε θεωρούσαν παρατρεχάμενο, την είχες βάψει. Σε έσφαζε η κριτική τους. Στην περίπτωσή μας, δεν ήταν εύκολο. Μιλάμε για μια μπάντα που απαρτιζόταν από ανθρώπους που ασχολούνταν ερασιτεχνικά με τη μουσική και είχαμε κενά. Οι μουσικές μας αδυναμίες έκαναν, όμως, και τη διαφορά. Αλλά δεν υπήρχε τότε κάποιος να μας πει «Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα βλέπετε. Δεν χρειάζεται να αλλάξετε ή να τα κάνετε καλύτερα, επειδή, καμιά φορά, δεν είσαι για τα μεγάλα γήπεδα». Είναι καλύτερα να αφουγκραστείς τον χώρο στον οποίο βρίσκεσαι. Αυτό που κάνεις να μάθεις το κάνεις καλά. Οι μπάντες χρειάζονται κάποιον να τους σπρώξει. Όλοι διεκδικούν το καλύτερο, δεν είμαι όμως σίγουρος ότι σήμερα μπορούν να το πάρουν. Στη συναυλία μας στο Κύτταρο είχαν έρθει, υποτίθεται, όλοι όσοι έπρεπε να μας δουν, κυρίως από τον ανεξάρτητο χώρο ή μόνο από εκεί, επειδή δεν είχαμε αναμειχθεί με τον άλλο. Μέχρι τη συναυλία ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του χώρου ήταν πάρα πολύ θετικό μαζί μας. Σε αυτήν τη συναυλία 1-2 από τις μορφές αυτού του χώρου εκφράστηκαν πάρα πολύ αρνητικά. Ένας ήταν ο Αργύρης Ζήλος. Δεν τον ξέρω προσωπικά, αλλά είχα μάθει εκατοντάδες πράγματα μέσα από τα κείμενά του. Αντιμετωπίσαμε μια κρυάδα και κρυώσαμε κι εμείς. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τελείως διαφορετικά. Αυτό σηματοδότησε τη δεύτερη περίοδό μας, την πιο κλειστή. Σκεφτήκαμε να κάνουμε ένα LP. Είπαμε να κάνουμε ένα υλικό πιο καλά ηχογραφημένο και να το βγάλουμε. Κάποια στιγμή υπήρξαν διαφωνίες από κάθε κατεύθυνση –καλοκαίρι ξεκίνησαν– και αποχώρησε η Τίνα. Και για μένα τελείωσε εκεί αυτό το πράγμα, επειδή δεν ήμασταν πλέον το ίδιο συγκρότημα. Αυτό έγινε περίπου στα μέσα του '86. Πήραμε άλλα μέλη και ξεκινήσαμε να παίζουμε με τύμπανα. Παίζαμε με εντελώς άλλη νοοτροπία, επειδή η σκέψη μας ήταν ότι εφόσον δεν τύχαμε καμίας αποδοχής από τον ανεξάρτητο χώρο, ή έτσι νομίζαμε –και εγώ περισσότερο από τα άλλα παιδιά–, έπρεπε να αλλάξουμε. Μαλακίες! Αισθανόμουν ότι δεν κάναμε τίποτα, ενώ όντως είχαμε κάνει κάτι. Κάναμε ένα τελευταίο live το 1987 ως ASD και τελικά αλλάξαμε όνομα και γίναμε οι Trespass.

 

Το ελληνικό συγκρότημα Alive She Died που η μουσική τους ακούστηκε στο σποτ της Gucci μιλά στο LIFO.gr
Φωτο: Ντίνος Διαμαντόπουλος

 

Το περίμενες αυτό που έγινε με την Gucci;

Όχι, είναι πραγματικά απίστευτο. Παλαβό. Εμείς στην ουσία δεν κάναμε πολλά πράγματα. Κάναμε λίγες εμφανίσεις και αυτή την κασέτα. Τα βρίσκεις στο Διαδίκτυο όλα ως ντέμο. Δεν είναι καμιά επίσημη κυκλοφορία. Δεν ξέρω πού τα βρήκαν και τα ανέβασαν. Έχω κάποια υποψία. Υπάρχουν κάποια κομμάτια ακυκλοφόρητα, σίγουρα 6 καλά ηχογραφημένα και άλλα 3-4 που είναι σε χειρότερη μορφή. Η κασέτα, το «Viva Voce», είχε 4 κομμάτια στη μία πλευρά και μόνο ένα στην άλλη. Ήταν μια εποχή που μας είχαν γραμμένους. Μας έβλεπαν και έλεγαν «τι είναι αυτοί;». Είχαμε πάει να κόψουμε την κασέτα σε 300 αντίτυπα και μας κοίταγαν περίεργα. Δεν νομίζω να έχουν πουληθεί ούτε πάνω από τις μισές από αυτές. Πάρα πολλές πρέπει να καταστράφηκαν. Ήταν κρίμα, επειδή, αν ήταν βινύλιο, θα είχε καλύτερη τύχη. Φτάσαμε πολύ κοντά στο να γίνει. Είχα γνωρίσει και τα παιδιά από την Creep, τον Μπάμπη, και κάτι άλλους από μια άλλη εταιρεία. Ήταν θετικοί, αλλά ένιωθα κάπου ότι και εκείνοι θεωρούσαν τον ήχο μας λίγο περίεργο. Οι περισσότερες μπάντες τότε είχαν το φορμάτ, κιθάρα, μπάσο, τύμπανα. Η Gucci βρήκε μια βρετανική διαφημιστική εταιρεία που η δουλειά της είναι να βρίσκει τα συγκροτήματα η οποία επικοινώνησε μαζί μας μέσω ΑΕΠΙ. Μας είπαν ότι τους άρεσε πάρα πολύ η δουλειά μας και μας πρόσφεραν ένα ποσό. Τώρα, λίγα ή πολλά, δεν είναι αυτό το θέμα. Δεν είναι τόσο η αναγνώριση, αλλά είναι κάπως αστείο. Έλεγες: «Είναι δυνατόν; Θα κάνω πλάκα στους φίλους μου».

  

— Σου λείπει κάτι από εκείνη την εποχή;

Ας μη γελιόμαστε, δεν ήταν όλα ρόδινα. Τα πατησιώτικα γκρουπ σκοτωνόντουσαν μεταξύ τους. Έπεφτε πολύ ξύλο. Οι μπάντες δεν είχαν πολλή πλάκα. Το έπαιρναν πολύ στα σοβαρά. Προσωπικά, δεν είχα ποτέ αυτό το attitude. Εν τω μεταξύ, από το '74 μέχρι το '85, αν γνωρίζεις, υπήρχε ακόμη η Χωροφυλακή. Μας πήγαιναν αυτόφωρο συνέχεια και μας έβαζαν μαζί με τις τραβεστί επειδή όλοι μοιάζαμε με καρτούν. Γέλαγαν οι λαϊκοί στα μαγαζιά που έβλεπαν τους πάνκηδες να πλακώνονται μεταξύ τους. Υπήρχε ένα παιδί που ήταν ένα πολύ ακραίο δείγμα αυτής της σκηνής. Και σ' το λέω με κάποια συγκίνηση, επειδή δεν ζει πια και μας είχε επηρεάσει ως μπάντα. Ήταν ο Δημήτρης, που ήταν ένα φαινόμενο για την εποχή της Αθήνας. Ήταν ένας τύπος δύο μέτρα, παλιός κολυμβητής και πολύ ωραίο παιδί. Τον γνώρισα στο Deree και μου είχε κάνει εντύπωση. Καταρχάς, ήταν ικανός, με μια υπερφυσική δύναμη, να σε καρπαζώσει και να μείνεις από το σοκ. Ανακατευόταν συνέχεια σε καβγάδες. Δεν ήταν ποτέ σε συγκρότημα, αλλά για τη δική μας παρέα ήταν ένας άνθρωπος που θαυμάζαμε. Ένας άνθρωπος που δεν φοβόταν τίποτα. Χαθήκαμε σε κάποια φάση επειδή είχαμε δύο κοπέλες στο γκρουπ και όποτε μπαίναμε κάπου, προσελκύαμε περίεργα βλέμματα του στυλ «Τι δουλειά έχουν αυτές εδώ; Ξέρουν από μουσική; Σιγά μην ξέρουν να παίζουν». Κάπως απομονωθήκαμε και κλειστήκαμε στον εαυτό μας. Ήταν σίγουρα μια παράξενη εποχή.

 

Radio Hero στη τελευταια ηχογράφηση που συμμετέχει η Τίνα- το τέλος της μπάντας που σου έλεγα. Ακούγεται στα φωνητικά ο Ηρακλής Αναστασιάδης-μετέπειτα μέλος των TRESPASS και των GAD. Επίσης είναι σημαντικό πως πρωτομπαίνει κιθάρα( με μελωδία και νότες) σε κομμάτι του γκρουπ. Είναι καλοκαίρι του 1986, μετά η Τίνα έφυγε κλπ κλπ