Simon Reynolds - Joy Press

 

The Sex Revolts

 

Gender, Rebellion, and Rock'N'Roll

 

 

 

Ο Iggy Pop είπε κάποτε για τις γυναίκες: "Όσο κοντά κι αν έρθουμε, πάντα θα τις παρατάω. 'Ετσι δημιουργείται η μουσική μου". Αυτή η ανδρική αγριότητα, αυτή η απέχθεια προς το θηλυκό, είναι το rock'n'roll στην παροξυσμική του φάση. Είτε αναφερόμαστε στους μάτσο ύμνους των Rolling Stones, είτε στην πανκ και την εξύμνηση του κατάπτυστου, είτε στη λατρεία της Μητέρας Γης από τους Can και τον Brian Eno, η αντρική ροκ εξέγερση έχει συχνά τις ρίζες της σε ένα φαντασιακό στο οποίο οι γυναίκες ήταν, αν όχι απούσες, τουλάχιστον αλληγορικές ή υποβαθμισμένες και σε δεύτερη μοίρα.


Το Sex Revolts είναι το πρώτο βιβλίο που αναλύει τους πολλαπλούς "εξεγερμένους μισογυνισμούς". Από τους πρώτους ρόκερς και τη τζαζ, την ψυχεδέλεια, το glam και το postpunk, μέχρι το gangsta rap, παρέχει ένα εντυπωσιακό πανόραμα της ροκ κουλτούρας και των καλλιτεχνών της ροκ μουσικής όσον αφορά τη σχέση τους με το "θηλυκό". Παράλληλα με τις γενεαλογίες μιας αντικουλτούρας που, από τη δεκαετία του 1960, προσπάθησε να αποδομήσει ορισμένες μορφές αρσενικότητας, παραμένοντας βαθιά μισογυνική, το Sex Revolts περιγράφει επίσης την ιστορία της γυναικείας εξέγερσης στη ροκ μουσική - την ιστορία των γυναικών μουσικών που, όπως η Patti Smith, η Siouxsie Sioux ή η Courtney Love, έπρεπε να αντιμετωπίσουν αυτή την κυρίως ανδρική κληρονομιά για να δημιουργήσουν ένα δικό τους ρεπερτόριο και να απελευθερώσουν τη δική τους ενέργεια.

 

The Sex Revolts (1996) Εκδ. La Découverte

 

 

 

Sex revolts
O (Αμερικανός μουσικός, τραγουδιστής, συνθέτης, παραγωγός και ιμπρεσάριος) Kim Fowley στο εξώφυλλο του δίσκου του International Heroes.

 

 

 

'Ενα απόσπασμα από τον πρόλογο που έγραψαν οι δύο συγγραφείς για την επανέκδοση του βιβλίου στα γαλλικά (εκδ. La Découverte, 2021):

 

 

Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε από ένα αστείο. 

Ένα πολύ κακόγουστο αστείο, για την ακρίβεια.

Ένα βράδυ του 1991, δειπνούσαμε με έναν φίλο στο East Village της Νέας Υόρκης. Τον συνόδευε ένας φίλος μουσικός περαστικός από την πόλη. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, αυτός ο τύπος - του οποίου το μουσικό pedigree περιελάμβανε αρκετές noise rock μπάντες στα τέλη της δεκαετίας του 1980 - είπε για πλάκα: 

- Ποιο είναι το χειρότερο πράγμα όταν βιάζεις μια μικρή; 

- Ότι πρέπει μετά να τη σκοτώσεις. 

Το αστείο ήταν ένα τεστ, για να δείξεις πόσο cool ήσουν: αν σε έκανε να γελάσεις, ήσουν εντάξει. 

Εμείς αποτύχαμε. 

 

Αργότερα, όταν επιστρέψαμε στο διαμέρισμά μας, αναρωτηθήκαμε γιατί τόσα πολλά underground ροκ συγκροτήματα εκείνη την εποχή καμώνονταν ότι σκότωναν γυναίκες στα τραγούδια τους. Μετά από τρεις ώρες πυρετώδους συζήτησης, είχαμε ένα σχέδιο για το βιβλίο. 

 

Το Sex Revolts είχε αρχικά σχεδιαστεί ως μια έρευνα για τον μισογυνισμό - τον διαταραγμένο και ενοχλητικό ανδρισμό - μέσα στη ροκ και τα συναφή στυλ της ποπ μουσικής. Αλλά το πεδίο μας διευρύνθηκε γρήγορα για να συμπεριλάβει και άλλες πτυχές των έμφυλων θεμάτων, όπως αυτά εκδηλώνονται, μεγενθυμένα, στην ποπ μουσική και αλλού. Εκτός από τα αρνητικά ή εχθρικά συναισθήματα προς τις γυναίκες, υπήρχε και μια άλλη ολόκληρη παράδοση του ανδρικού ροκ που εξυμνούσε τις γυναίκες και το "θηλυκό" με έναν ορισμένο μυστικισμό. Και έπειτα υπήρχε το τεράστιο και ποικίλο, πλούσιο και μπερδεμένο πεδίο των αναπαραστάσεων των ίδιων των γυναικών για την έμφυλη εμπειρία τους.

 

Όταν το Sex revolts εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1995 - από τον ανεξάρτητο εκδοτικό οίκο Serpent's Tail στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ στις ΗΠΑ - το βιβλίο ερχόταν πάνω στην ώρα: συνέπεσε με το κύμα μιας έντονης γυναικείας μουσικής έκφρασης που εκπροσωπούσαν φιγούρες όπως η Courtney Love, η P.J. Harvey και η Liz Phair, καθώς και το κίνημα των riot grrrl. Το Sex Revolts προσέλκυσε μεγάλο ενδιαφέρον, ως επί το πλείστον θετικό - αν και ορισμένοι Αμερικανοί κριτικοί, συχνά γυναίκες κατά έναν παράδοξο τρόπο, ανησυχούσαν ότι η ανάλυσή μας για τα μισογύνικα υπο-ρεύματα στην ιστορία της ροκ ήταν υπερβολική, ακόμη και "άδικη" για τους άνδρες!

 

 

Sex revolts
Δεξ. εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης του βιβλίου The Sex Revolts - Αριστ., φωτ. Kaput Magazine

 

 

Καθώς προχωρούσε η δεκαετία του 1990, η ποπ κουλτούρα ακολούθησε, όπως ήταν αναμενόμενο, μία πορεία με πολλαπλές στροφές και το κάποτε τόσο καυτό ζήτημα του φύλου έμοιαζε να υποχωρεί κάπως και να περνάει σε δεύτερη μοίρα. Άλλα ζητήματα - σχετικά με τη φυλή, την τάξη, την τεχνολογία - ήρθαν στο προσκήνιο. Ξαναδιαβάζοντας το Sex revolts σήμερα, υπάρχουν αναμφίβολα στοιχεία που φαίνονται να σχετίζονται αποκλειστικά με τη συγκυρία στην γράφτηκε: θεωρίες και προβληματισμοί που ανήκουν σαφώς στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ομάδες και καλλιτέχνες που δεν επέζησαν για να γίνουν σημεία αναφοράς. Αλλά ενώ ορισμένες πτυχές του βιβλίου το καθιστούν "ένα αξιοπερίεργο της εποχής", άλλες φαίνεται να αναδεικνύονται πολύ περισσότερο τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Με τον κίνδυνο να αυτοπαινευόμαστε για τις προβλέψεις μας, θα μπορούσαμε σχεδόν να πούμε ότι, από ορισμένες απόψεις, το Sex revolts ήταν μπροστά από την εποχή τους.

 

 

Το πρώτο μέρος του βιβλίου, το οποίο ασχολείται με αυτό που έχουμε ονομάσει "εξεγερμένους μισογυνισμούς", απηχεί λιγότερο την τρέχουσα μουσική σκηνή (αν κι εκεί ο μισογυνισμός καλά κρατεί, ιδιαίτερα στον κόσμο της trap) και περισσότερο την παγκόσμια πολιτική σκηνή. Υπάρχει μια αναβίωση της λατρείας της δύναμης του κυρίαρχου αρσενικού και ενός συναφούς βίαιου και ξεκάθαρου αντιφεμινισμού. Μαζί, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο ενός διεθνούς πολιτικού σχεδίου που στοχεύει στην αποκατάσταση των παραδοσιακών αξιών, συμπεριλαμβανομένων των έμφυλων ιεραρχιών και των σεξουαλικών ρόλων. Όπως το δείχνει η Angela Nagle στο βιβλίο της Kill All Normies: Online Culture Wars from 4chan and Tumblr to Trump and the Alt-Right - ένα πολεμικό βιβλίο που συζητήθηκε ευρέως μετά την έκδοσή του το 2017 και το οποίο χρησιμοποιεί ορισμένες από τις ιδέες του Sex revolts για να υποστηρίξει την άποψή του - η άνοδος της alt-right προυποθέτει τη μετατόπιση των στρατηγικών της προσβολής και της πρόκλησης που προέρχονταν από την ανεκτική πολιτιστική αριστερά, την προηγούμενη κοιτίδα τους, στις πιο δυσοίωνες και αντιδραστικές παρυφές του πρωτοφασισμού και του αναρχοκαπιταλιστικού ελευθεριανισμού. Η μάτσο εκδοχή της ελευθερίας που είχε ανθίσει στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 γύρω από προσωπικότητες όπως ο Lenny Bruce, οι beat ποιητές και οι Yippies - η τραχιά ειλικρίνεια, η άρνηση της αυτολογοκρισίας, η χρήση προσβολών και υβριστικών χαρακτηρισμών που αποσκοπούσαν υποτίθεται στην αποδυνάμωση της εξουσίας τους - αγκαλιάστηκε από τους ίδιους ανθρώπους που θα αντιπροσώπευαν εκείνη την εποχή τους εχθρούς της αντικουλτούρας.

 

Εκεί που κάποτε η αντικουλτούρα έβαζε στόχο τη σεμνότυφη και αυστηρή χριστιανική αστική τάξη, τώρα είναι οι προοδευτικές δυνάμεις που δέχονται επίθεση με σκόπιμα προσβλητική γλώσσα - και μερικές φορές με σωματική επίθεση. Υπάρχουν νέοι κανόνες που πρέπει να βεβηλωθούν, νέοι κομφορμισμοί (normies) που πρέπει να ενοχληθούν, και οι σταυροφόροι της κοινωνικής αδικίας που υποστηρίζεται από τους alt-right καταπατούν με χαρά την ευσέβεια και τις αρετές που υποστηρίζουν οι φιλελεύθεροι και οι προοδευτικοί. Η λιβιδινική οικονομία που στηρίζει τη νέα αυτή ακροδεξιά αντικουλτούρα είναι επικίνδυνα κοντά στον πρόδρομό της της δεκαετίας 1950-1960. Ένα από τα πιο διαβόητα και έμπειρα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης δημόσια πρόσωπα από τις τάξεις της alt-right έχει καταφερθεί εναντίον της κυρίαρχης κουλτούρας της "μητρικής κηδεμονίας και της γλωσσικής αστυνόμευσης". Ο έμφυλος όρος "μητρική κηδεμονία" - η γυναικεία εξουσία του τύπου της ματρόνας που διατάζει τα άτακτα αγόρια και καταστέλλει την κακή τους συμπεριφορά - θυμίζει υπερβολικά τη νοσοκόμα Ratched στο βιβλίο του Ken Kesey One Flew Over the Cuckoo’s Nest, έναν χαρακτήρα που φιμώνει την ανδρική ενέργεια των ανδρών των προαστίων που ξεβράζονται στον θάλαμό της για ψυχικά ασθενείς.

 

Ο παρανοϊκός εκνευρισμός της alt-right απέναντι στην "πολιτική ορθότητα", τους ασφαλείς ή θετικούς χώρους (safe space), τις προειδοποιήσεις για δυνητικά σοκαριστικά περιεχόμενα (trigger warnings), κλπ., απορρέει από την βαθιά πεποίθησή της ότι αυτές οι διευθετήσεις αποτελούν απαράδεκτα εμπόδια για το ανδρικό δικαίωμα στη χλεύη. Σήμερα, η ευαισθησία - απέναντι στον εαυτό μας ή στα τρωτά σημεία των άλλων - εκλαμβάνεται ευρέως ως ένδειξη αδυναμίας και υπερβολικής ευθραυστότητας (όπως το αποδεικνύει ο όρος snowflake), που πρέπει να εξουδετερωθεί με την ενίσχυση της θωράκισης του χαρακτήρα μας. Παρομοίως, οι άνδρες που ισχυρίζονται ότι είναι φεμινιστές ή που υιοθετούν μια λιγότερο επιθετική, μη κυρίαρχη συμπεριφορά καταγγέλλονται ως θηλυπρεπείς και εξημερωμένοι (είναι "cucks", μια σύντμηση για "cuckholded" - ένας άνδρας που απέτυχε να εξασφαλίσει την κατοχή της γυναίκας του).

 

Ενώ η λέξη cuck προέρχεται από την κουλτούρα του διαδικτυακού πορνό, η λέξη snowflake εμφανίζεται για πρώτη φορά στο μυθιστόρημα Fight Club του Chuck Palahniuk, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά το Sex revolts. Στο Fight Club, θυμωμένοι, μπερδεμένοι νεαροί άντρες εναντιώνονται στο μετροσέξουαλ καταναλωτισμό και τις πιο σοφτ μόδες του "Νέου Άνδρα", τις οποίες βιώνουν ως μια ύπουλη και δελεαστική παρακμή που τους αποδυναμώνει εκ των έσω. Οι λύσεις στις οποίες καταλήγουν θυμίζουν τον αφορισμό του Νίτσε: "Σε καιρό ειρήνης, ο πολεμοχαρής άνθρωπος επιτίθεται στον εαυτό του".

 

Δεν είναι τόσο το γεγονός ότι σήμερα υπάρχει μια κρίση του ανδρισμού - άνδρες που δεν μπορούν να τα βρουν με τον εαυτό τους ή δεν ξέρουν πώς να συμπεριφερθούν, σε μια εποχή όπου η εγκεφαλική εργασία της επεξεργασίας πληροφοριών έχει καταστήσει παρωχημένη την εξαντλητική σωματική εργασία ενώ οι περισσότεροι από αυτούς δεν θα υπηρετήσουν ποτέ στο στρατό - αλλά ότι ο ίδιος ο ανδρισμός είναι σε κρίση. Πρόκειται για ένα πλέγμα αντιφάσεων και συγκρούσεων, κατακερματισμένων ορμών και επιθυμιών, που δεν μπορούν ποτέ να βρουν ισορροπία και που ως εκ τούτου πρέπει να επιλυθούν με μια εκρηκτική απελευθέρωση ή να κατασταλούν με ηρεμιστικά.

 

Το ταξίδι από τη σκοτεινή σάτιρα του Palahniuk στον σημερινό πρωτοφασισμό περιλαμβάνει την αναβίωση του mommism, της αμερικανικής μεταπολεμικής αυτής πολιτιστικής τάσης, την οποία θεωρούμε στο Sex Revolts ως προάγγελο της εμφάνισης της αντικουλτούρας και της ροκ εξέγερσης. Η ανάπτυξη του καταναλωτισμού, της μαζικής μιντιακής ψυχαγωγίας και της αστικής περιφέρειας έχει ταυτιστεί από ορισμένους Αμερικανούς κριτικούς με μια ευνουχιστική και εξημερωτική μητριαρχία, η οποία έχει καταπνίξει σχεδόν μέχρι εξαφάνισης το πρωτοποριακό μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το έθνος, αυτό του στιβαρού και πολεμικού ανδρισμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η επιβίωση αυτών των αντανακλαστικών φαίνεται στην παρανοϊκή εμμονή στο δικαίωμα κατοχής όπλων. Ένας μουσικός όπως ο Ted Nugent, ένας hard rocker υπέρ του Trump και φανατικός κυνηγός - ο οποίος, για κάποιο άγνωστο λόγο, δεν εισχώρησε ποτέ στις σελίδες αυτού του βιβλίου, παρά την περσόνα του ημίγυμνου "άγριου άνδρα" και το φαλλοκρατικό παίξιμο της κιθάρας του - είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς η εξέγερση μπορεί να μετατραπεί σε μοχθηρή αντίδραση. Στην κοσμοθεωρία του, η Μητέρα Φύση είναι ένα υπαίθριο συμπόσιο που προσφέρεται στον κυνηγό που μια μικρή απόσταση τον χωρίζει από τις εξορυκτικές βιομηχανίες και την αποφασιστικότητά τους να απωθήσουν την περιβαλλοντική προστασία προκειμένου να βιάσουν και να λεηλατήσουν καλύτερα τον πλούτο της γης. Στα αγγλικά, η λέξη fracking ακούγεται σαν σεξουαλική πράξη βιασμού όπως και σχεδόν κυριολεκτικά είναι.

 

Το βιβλίο του Γερμανού ερευνητή Klaus Theweleit Männer-phantasien, που δημοσιεύτηκε το 1977, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιρροές του Sex Revolts. Αυτή η διερεύνηση του πρωτοφασιστικού ψυχισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα γραπτά των Freikorps, που δημοσιεύτηκαν αμέσως μετά τον Μεγάλο Πόλεμο. Τα τελευταία χρόνια, παρακολουθήσαμε με τρόμο να επανέρχονται στην επιφάνεια στις προεκλογικές εκστρατείες σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο τα ρητορικά μοτίβα που επανέρχονται στις αναλύσεις του Theweleit - "οι βάλτοι της διαφθοράς", τα μολυσματικά κύματα μεταναστών που μεταφέρουν ασθένειες και εγκλήματα, η επείγουσα ανάγκη για προστατευτικά τείχη που να αναχαιτίζουν αυτά τα απειλητικά κύματα.

 

Παρόλο που και οι γυναίκες μπορεί να αισθανθούν την έλξη της φασιστικής επιθυμίας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι άνδρες ενσωματώνουν αυτές τις ανησυχίες με ιδιαίτερη ένταση: ενώ αφορούν πράγματι συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα ή διακυβεύματα, υπεισέρχονται μετατοπίσεις, αντισταθμίσεις, υποκατάστατα μαζί με μία φαντασιακή υποταγή στην εσωτερική ψυχική πάλη ενός όλο και πιο διαβρωμένου και ακατάλληλου μοντέλου ανδρισμού. Δεδομένης της παγκόσμιας ανόδου των αυταρχικών ηγετών που προσπαθούν να παρακάμψουν την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το δικαστικό σύστημα στις αντίστοιχες χώρες τους, είναι εντυπωσιακό ότι ένας από τους κύριους ιστότοπους των ρευμάτων της νεο-αρσενικότητας ονομάζεται Return of Kings (Επιστροφή των Βασιλέων). Απευθυνόμενος σε νέους άνδρες που αγωνιούν μήπως χάσουν το κύρος τους και δεν βρουν το ρόλο τους στην κοινωνία, ο ιστότοπος προσφέρει συμβουλές για το πώς να διεκδικήσουν το "κληρονομικό τους δικαίωμα": την κυριαρχία του αρσενικού. Τυχαίνει να είναι τα σύμβολα της "βασιλείας" στη ροκ ένα από τα θέματα που εξερευνά αυτό το βιβλίο. Και το σημαντικότερο έργο του Theweleit, μετά το Fantasmâlgories, είναι μια σειρά βιβλίων που ενοποιούνται κάτω από τον τίτλο Buch der Könige (Το βιβλίο των βασιλιάδων).

 

Δεν χρειάζεται να είσαι οξυδερκής παρατηρητής για να δεις ότι ο αυταρχισμός, η αρσενικότητα, ο μιλιταρισμός και η υπερ-βιομηχανική εκμετάλλευση της φύσης βρίσκονται στη μία πλευρά, ενώ ο κολεκτιβισμός, ο φεμινισμός, ο ειρηνισμός και η οικολογία βρίσκονται λογικά στην άλλη. Στο Sex revolts, ωστόσο, παρακολουθούμε τους τρόπους με τους οποίους αυτές οι πολώσεις αντανακλώνται σε όλη την ιστορία της ροκ: ορίζοντας την εξέγερση της ροκ ως έναν ενεργητικό, εξουσιαστικό τυχοδιωκτισμό που κόβει τα δεσμά με τους εξαναγκασμούς του σπιτιού και επιβάλλει την αγριότητά του στον κόσμο, υποστηρίζουμε την ιδέα ενός αντιρεύματος που εκδηλώνεται πρώτα στην ψυχεδέλεια και στη συνέχεια κορυφώνεται στην ambient μουσική (ένα είδος εξέγερσης κατά της εξέγερσης), την παθητικότητα του "ήπιου αρσενικού" και την εγκατάλειψη του εγώ μέσω της διάλυσής του.

 

Ένα τόσο αυστηρά οριοθετημένο σχήμα εκτίθεται αναπόφευκτα σε υπερερμηνείες και γενικεύσεις. Στοχεύοντας στις μεγαλύτερες αλήθειες, μπορεί κανείς να χάσει τις λεπτές εξαιρέσεις που περιπλέκουν την εξίσωση. Ας θυμήσουμε όμως ότι το βιβλίο αυτό δεν έχει σκοπό να αφηγηθεί ολόκληρη την ιστορία της ροκ, είτε ως μουσικής μορφής είτε ως κουλτούρας. Η ροκ δεν περιορίζεται σε ψυχοδυναμικές: υπάρχει η ηλεκτρική κιθάρα, υπάρχει ο χορός, η έννοια της νεολαίας, αλλά και η σύγκρουση μεταξύ των τοπικών αμερικανικών μουσικών παραδόσεων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και τα ναρκωτικά, και οι τεχνολογίες ηχογράφησης, και... πιθανώς μία ακόμη μισή ντουζίνα σημαντικά θέματα, τουλάχιστον! [...]

 

Simon Reynolds - Joy Press

 

 

Sex revolts
The Runaways, το αμιγώς γυναικείο ροκ συγκρότημα που είχε παραγωγό τον Kim Fowley. Φωτ. Democratic Underground

 

 

 

 

The lost Girls.

One famous band. One huge secret. Many lives destroyed.

 

Jason Cherkis

Huffington Post

 

 

Ο Fowley είχε μια φράση για να περιγράψει τη δουλειά του - "το γοργόν και χάριν έχει" - και την εφάρμοζε σε όλες τις πτυχές της ζωής του. Είχε εμμονή με το σεξ - ήταν ένα θέμα που δεν έφευγε ποτέ από το μυαλό του, κι επανερχόταν συνέχεια στις κουβέντες του. "Στη δεκαετία του '70, με έναν συνδυασμό μπύρας και Quaaludes [ηρεμιστικό που ενεργούσε και σαν "ψυχαγωγικό" ναρκωτικό -σ.σ.], μπορούσες να τα βάλεις με ένα δωμάτιο γεμάτο λεσβίες και να τις ξεσκίσεις", αναφέρει στη βιογραφία του Queens of Noise: The Real Story of the Runaways. "Το αγαπημένο άθλημα τότε ήταν να σκύβεις πάνω σε ένα τραπέζι και να γαμάς όσο πιο άγρια μπορούσες όταν επιδρούσαν οι μπύρες και τα 'ludes, και μετά έπεφτες στο πάτωμα και κυλιόσουν και τελείωνες με αυτόν τον τρόπο. Αυτός ήταν ο αγαπημένος μου οργασμός τη δεκαετία του '70."

 

 Όπως θα παραδεχόταν σε οποιονδήποτε, ο Fowley κυνηγούσε κυρίως έφηβες, ή, σύμφωνα με τα λόγια του, “young cunt” ή “dirty pussy.”. Στο τεύχος Ιουνίου 1975 του Back Door Man, ενός έγκυρου περιοδικού του Λος Άντζελες, περιέγραφε τις επιθυμίες του σε μια προσωπική αγγελία που περιλάμβανε μια φτηνιάρικη φωτογραφία του με λευκό σπορ παλτό και λευκό παντελόνι. Ξεκινούσε ως εξής: "Αν είσαι δεκαοκτώ ετών και σου αρέσει ή αν είσαι κάτω των 18 ετών και νόμιμα χειραφετημένη (με χαρτιά), τότε ίσως μόλις έπεσες πάνω στην ευκαιρία της ζωής σου".

 

Η διαφήμιση, η οποία δεν έλαβε ούτε μία απάντηση, ήταν μια εξαίρεση. Ο Fowley σπάνια ήταν τόσο παθητικός στις επιδιώξεις του. Ο Steve Tetsch, ένας κιθαρίστας που δούλεψε μαζί του σε πολλά πρότζεκτ και τον θεωρούσε στενό του φίλο, λέει ότι συνήθιζαν να πηγαίνουν σε γυμνάσια ψάχνοντας να "χτυπήσουν"  έφηβες. "Το Westlake ήταν χρυσωρυχείο, επειδή αυτά τα κορίτσια προέρχονταν από πλούσιες οικογένειες", θυμάται. "Σήμερα θα μας είχαν συλλάβει όλους."

 

Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Fowley στο Queens of Noise, περιγράφοντας το γούστο του για τις ευάλωτες γυναίκες: "Είμαι σαν καρχαρίας. Μυρίζομαι το αίμα."

 

Οι μουσικοί και οι δημοσιογράφοι που αποτελούσαν τότε τον στενό κύκλο του Fowley ήθελαν να βλέπουν την απειλή του ως μια πράξη, ένα τεστ για να ξεχωρίζουν τους αδύναμους. Αλλά κάποιες από τη συμπεριφορές του ήταν απλά πολύ βίαιες για να τις αγνοήσεις. Τον Σεπτέμβριο του 1975, η Audrey Pavia, που μόλις είχε κλείσει τα 18, βρέθηκε στα παρασκήνια μιας από τις πρώτες συναυλίες των Runaways, όταν το συγκρότημα ήταν μόλις ένα τρίο. Χωρίς προειδοποίηση, ο Fowley όρμησε πάνω της από την άλλη άκρη του δωματίου.

 

"Με έριξε στον τοίχο και με έπιασε από το λαιμό", θυμάται ο Pavia. "Στη συνέχεια, έχωσε το γόνατό του ανάμεσα στα πόδια μου". Ο Fowley την σήκωσε από το έδαφος και της έγλειψε το πρόσωπο. Δάγκωσε και ρούφηξε το αυτί της. Λέει ότι πάλεψε να ξεφύγει, αλλά εκείνος την στρίμωξε στον τοίχο για πέντε λεπτά, λέγοντάς της όλα όσα θα της έκανε.

 

"Ήμουν τρομοκρατημένη. Ντρεπόμουν", λέει η Pavia. "Αυτό ήταν ό, τι πιο ντροπιαστικό σημείο για μένα. ... Ήμουν παρθένα. Αυτή ήταν η πιο σωματική επαφή που είχα με άνδρα". Στη συνέχεια, παρατήρησε ότι τα μαλλιά της ήταν πασαλειμμένα από το σάλιο του.

 

Ο Fowley μπορούσε επίσης να παίρνει τον χρόνο του, φλερτάροντας και προσεγγίζοντας ανυποψίαστα κορίτσια. Στις αρχές του 1975, ερωτεύτηκε την Kari Krome, μια 13χρονη επίδοξη τραγουδίστρια που είχε γνωρίσει στο πάρτι γενεθλίων του Alice Cooper. Ήταν ο τύπος του: ένα νεαρό κορίτσι που περνούσε πολύ χρόνο αποφεύγοντας τον βίαιο πατριό της και μετακομίζοντας από διαμέρισμα σε διαμέρισμα σε διάφορες εργατικές γειτονιές. Αναζήτησε καταφύγιο στη glam-rock σκηνή, όπου η αμφιφυλοφιλία της ήταν ευπρόσδεκτη, και γέμισε σημειωματάρια με τραγούδια που κατέγραφαν τις εμπειρίες της. "Δεν ήταν ένα χόμπι", εξηγεί. "Το χρειαζόμουν όπως χρειαζόμουν να αναπνεύσω".

 

Σύντομα, ο Fowley άρχισε να της τηλεφωνεί τη νύχτα, και τη δασκάλευε να λέει στη μητέρα της ότι οι κλήσεις αφορούσαν απλώς δουλειές. Μιλούσαν για ώρες για μουσική- μερικές φορές της έπαιζε ένα 45άρι στο τηλέφωνο και τη ρωτούσε τι γνώμη είχε γι' αυτό. Της έλεγε ότι είχε καλό γούστο.

 

Επέμεινε να συναντηθούν χωρίς να το μάθει η μητέρα της. Σε ένα πάρκο κοντά στο σπίτι της στο Long Beach, ο Fowley έφερε στην Krome δώρα, μεταξύ των οποίων ένα χάλκινο κολιέ Art Deco και μια στοίβα από τα πιο χίπ 45άρια, περιοδικά και μπλουζάκια. Στην Krome φάνηκε ότι το είχε ξανακάνει αυτό.

 

Στα 14α γενέθλιά της, η μητέρα της Krome την πήγε στο γραφείο του δικηγόρου του Fowley για να υπογράψει ένα συμβόλαιο: η Krome θα έγραφε τραγούδια για τον Fowley με αντάλλαγμα 100 δολάρια το μήνα. Κέρδισε και με το παραπάνω τα χρήματα. Η Krome ήταν αυτή που ανακάλυψε την Joan Jett και έπεισε τον Fowley να ξεκινήσει ένα συγκρότημα μαζί της- η ίδια λέει ότι στην αρχή δεν έβλεπε τις δυνατότητες της Jett.

 

Κατά κάποιον τρόπο, ο Fowley ήταν ο πιο υπεύθυνος ενήλικας στον κόσμο της. Τον χρειαζόταν για να πιστεύει σε αυτήν, και εκείνος συνέχισε αυτό να το εκμεταλλεύεται. Μήνες πριν η Jackie ενταχθεί στο συγκρότημα, η Krome και όλες οι Runaways της εποχής εκείνης κατέληξαν στο Dog Palace [έτσι ονόμαζε ο Kim Fowley τη κατοικία του -σ.σ.]. Μόλις όλοι πήγαν για ύπνο, λέει η Krome, ο Fowley μπήκε στο σαλόνι και την κούνησε για να ξυπνήσει. Πριν προλάβει να βγάλει άχνα, έβαλε ένα δάχτυλο στα χείλη του, για να σωπάσει. Στη συνέχεια την άρπαξε από τον αστράγαλό της και την τράβηξε στην κρεβατοκάμαρα.


Όταν η Krome τον ρώτησε τι συμβαίνει, είπε κάτι σαν: "Ήρθε η ώρα για τη σκυλίσια λατρεία" και της είπε ότι αν δεν υποκύψει στις σεξουαλικές του απαιτήσεις, θα πρέπει να επιστρέψει στο Long Beach. Η Krome σκέφτηκε να φύγει, να καλέσει κάποιον να την πάει. Αλλά η οικογένειά της ήταν φτωχή και δεν είχε τηλέφωνο. Δεν είχε πού να πάει. Εκείνο το βράδυ, ο Φάουλι αυνανίστηκε πάνω της.

 

"Δεν ήξερα πώς να πω: 'Δεν θέλω να το κάνεις αυτό'", λέει η Krome. "Δεν είχα αυτή τη φωνή. ... Τον φοβόμουν επίσης. Μπορούσε να γίνει πραγματικά τρομακτικός".

 

Ο Fowley της επιτέθηκε σεξουαλικά αρκετές άλλες φορές, λέει η Krome. "Στο μυαλό του, νόμιζε ότι είχε μια σχέση μαζί μου, σαν μια ρομαντική σχέση", λέει. "Δεν τον ένοιαζε τι σκεφτόμουν εγώ γι' αυτό. Απλά το αποφάσισε".

 

Πολύς κόσμος στη βιομηχανία ήξερε πώς ήταν ο Fowley, τι ήταν ικανός να κάνει. Αλλά είχε αρκετή επιρροή για να πείσει τους αφελείς και τους απελπισμένους ότι μπορούσε να τους κάνει αστέρες. Ήταν πολύ ριψοκίνδυνο να τον προδώσουν.

 

Η Sandy West πέθανε το 2006 μετά από μάχη με τον καρκίνο του πνεύμονα .Η Krome θυμάται ότι ξύπνησε μετά το πρώτο περιστατικό και προσπάθησε να μιλήσει στην Jett και την West. "Τους είπα ότι με κακοποιεί. Είμαι ανίσχυρη και δεν ξέρω τι να κάνω", λέει η Krome. "Με κοίταζαν με απλανές βλέμμα σαν να ήμουν εγώ η ηλίθια. ... Θυμάμαι ότι θύμωσα πολύ και είπα: "Ξέρετε κάτι; Να φυλάγεστε, γιατί μπορεί να είστε οι επόμενες".   [...]

 

 

 The Sex revolts
Η διάσημη (στη δεκαετία του '70) τραγουδίστρια και μπασίστρια του glam rock/hard rock Suzi Quatro. Φωτ. The Daily Beast