TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ

Μία τόσο βίαιη κούραση

Μία τόσο βίαιη κούραση

Από το 2008 ως το 2015, ο Romain Huët συμμετείχε εθελοντικά στη γαλλική οργάνωση πρόληψης των αυτοκτονιών Stop suicide, απαντώντας στις κλήσεις αγνώστων. Μαζί με μερικούς συναδέλφους, σύστησε μία ερευνητική ομάδα που προσπάθησε να κατανοήσει μέσα από χιλιάδες συνομιλίες "πώς οι άνθρωποι εκφράζουν τον πόνο τους, ποιες αιτίες αποδίδουν στην κατάστασή τους, και πώς αυτά τα λόγια γίνονται πολιτικά καθώς αμφισβητούν την κοινωνική τάξη και τις κοινές νόρμες". Η εμπειρία του αυτή τον οδήγησε να γράψει το βιβλίο De si violentes fatigues (Μία τόσο βίαιη κούραση).

Μία τόσο βίαιη κούραση Facebook Twitter
Edgar Degas | Οι Σιδερώτριες (1875-1876/1882-1886). Ιδιωτική συλλογή. Φωτ. Κατάλογος Christie's

Romain Huët: "Ο πόνος φέρει μέσα του την ικανότητα της διασάλευσης, μια ώθηση για την μεταμόρφωση του κόσμου"

Johan Faerber

Diacritik - πολιτιτιστικό περιοδικό, 17.06.2021

 

[...]   Ας έρθουμε αμέσως στην καρδιά του θέματός σας, δηλαδή στον ορισμό της σύγχρονης μορφής του εξαντλημένου. Ποια είναι η κουρασμένη γυναίκα ή ο κουρασμένος άνδρας σήμερα; Πώς εξαντλούμαστε; Ποιος είναι εξαντλημένος; Πώς μπορούμε να το ορίσουμε; Ο εξαντλημένος άνθρωπος πρέπει απαραίτητα να περάσει από το λόγο για να εντοπιστεί;

Ο εξαντλημένος άνθρωπος δεν είναι πάντα κοινωνιολογικά εντοπίσιμος με την έννοια ότι είναι "οποιοσδήποτε" ή "όλοι". Το σώμα των συνομιλιών που μελέτησα δεν μου επέτρεψε να σκιαγραφήσω ένα "κοινωνιολογικό πορτρέτο", επειδή η ανάλυση εξαρτάται από το τι είναι πρόθυμοι να πουν οι άνθρωποι. Ωστόσο, αυτό που είναι αρκετά σαφές είναι ότι οι λέξεις αυτές εκφράζουν τον πιο συνηθισμένο και κοινότυπο πόνο. Γίνεται αναφορά σε συναισθηματικά, επαγγελματικά, οικογενειακά και υλικά προβλήματα, στο πένθος, στη μοναξιά, σε νοητικές και ψυχολογικές μεταβολές, σε αυτοκτονικές ιδέες, δηλαδή σε τόσα πολλά προβλήματα που δεν έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους. Αποκηρύσσεται η συνηθισμένη ζωή. Αυτό που τους συνδέει είναι ότι δυσκολεύονται να αποδεχτούν την τρέχουσα κατάστασή τους. Καταγγέλλουν μια καθημερινή ζωή που είναι ψυχρή, βαρετή και χωρίς λάμψη. Πρόκειται για μια καθημερινότητα που είναι δύσκολο να βιώσει κανείς, επειδή το εξαντλημένο άτομο προσκρούει σε τόσα εμπόδια: την αδιαφορία των άλλων, την αδυναμία να ασκήσει τις ιδιότητές του και να τις εφαρμόσει στον κόσμο, την αίσθηση μιας βαθιάς αδυναμίας που δεν επιτρέπει να απαλλαγείς από τους αμέτρητους περιορισμούς που βαραίνουν την καθημερινότητα. Η κόπωση είναι ένα είδος αποθάρρυνσης. Είναι η απουσία ενέργειας. Κι όταν αυτή υπάρχει, δύσκολα βρίσκει χώρο για να ξοδευτεί. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο στενά συνδεδεμένα προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι το υποκείμενο έχει κορεστεί· η ενέργειά του είναι σε μεγάλο βαθμό αχρησιμοποίητη ή αναγκάζεται να διοχετευτεί εκεί όπου δεν αναγεννάται. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, με τη σκληρή αλλά χωρίς νόημα εργασία, την προσπάθεια να διατηρηθεί μια ερωτική σχέση στην οποία κανένας από τους δύο συντρόφους δεν πιστεύει πραγματικά, την προσπάθεια να μην χαθεί η υπόληψη στα ερείπια της ψυχρής ζωής που δεν θα φωτιστεί ποτέ. Καθώς είμαστε δεμένοι με όλα τα είδη των αναγκών που πρέπει κανείς να καλύψει με κόπο, μετράμε την ασφυξία της ζωής. Το δεύτερο πρόβλημα παραπέμπει μάλλον σε έναν κόσμο που πιστεύουμε πως συντρίβει και είναι ακατάλληλος για τη ζωή. Είναι ένας κλειστός κόσμος που σε κουράζει ακριβώς επειδή δεν μπορείς να ξεδιπλώσεις τις δυνάμεις σου μέσα σε αυτόν, επειδή εμποδίζεται η μέθη. Η αντίσταση μοιάζει άχρηστη, διότι ο επαναστατημένος που σηκώνει ανάστημα και προσπαθεί να ζωντανεύσει την οργή του κινδυνεύει να γίνει κομμάτια. Στα μάτια του εξαντλημένου, ο κόσμος, αν και τεράστιος, είναι πέρα για πέρα αποκρουστικός.

Πέρα από τα γενικά αυτά χαρακτηριστικά, είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνδέσει κανείς αυτά τα ξεχωριστά πεπρωμένα σε μια ομοιογενή σύνθεση. Γι' αυτό η αποκατάσταση που προτείνω δεν έχει στόχο να αναπαραγάγει την πραγματικότητα ή να προσφέρει μια αντανάκλαση αυτών των απελπισμένων και αόρατων φωνών, αλλά μάλλον να δημιουργήσει μια ιδέα της εξάντλησης, του τρόπου με τον οποίο βιώνεται συγκεκριμένα και των συχνά σιωπηρών αμφισβητήσεων του κόσμου που υποδηλώνει.

Και έχετε δίκιο, οι εξαντλημένοι δεν μιλούν πάντα. Γνωρίζουμε ότι μια κατάσταση μεγάλης ευθραυστότητας μπορεί να αφήσει κάποιον άφωνο ή να παράγει μια "διστακτική" φωνή, ή μια φωνή που δύσκολα εκφράζεται. Στο τηλέφωνο, δεν ήταν ασυνήθιστο να ακούω μόνο έναν αναστεναγμό, μια αργή αναπνοή, ένα βογκητό ή ακόμη και λυγμούς ως τη μόνη ένδειξη πόνου. Δεν άκουγα λόγια, αλλά μάλλον έναν ψίθυρο, μια αδύναμη, σχεδόν σβησμένη φωνή. Έτσι, μερικές φορές ο πόνος είναι τόσο έντονος που στερεί από το άτομο την ομιλία. Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι που παίρνουν την πρωτοβουλία να έρθουν σε επαφή με μια οργάνωση για την πρόληψη των αυτοκτονιών κάνουν στην πραγματικότητα μια τολμηρή κίνηση. Μιλάνε. Αυτή η ανάληψη της γλώσσας είναι κάτι το πολύ θετικό, επειδή σηματοδοτεί μια στιγμή ανάκτησης του εαυτού τους. Τότε ακριβώς πρέπει να είμαστε δίπλα, όχι για να παρηγορήσουμε, αλλά για να ονομάσουμε αυτό που δυνητικά μπορεί να υπάρξει και να κάνουμε αυτό που πνίγει τη ζωή πιο ευανάγνωστο και κατανοητό.

Αυτό που προκαλεί αμέσως εντύπωση στις δυνατές σας αναλύσεις είναι πως, αντίθετα με αυτό που θα περιμέναμε, ο κουρασμένος άνθρωπος δεν παριστάνει καθόλου τον άνθρωπο που πρέπει να απομακρυνθεί από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Αν βρίσκεται στο περιθώριο, αν αισθάνεται ότι δεν ανήκει κάπου, ότι δεν μπορεί να βρίσκεται στην ενεργό καρδιά της κοινωνίας, είναι τελικά, για να μιλήσουμε όπως ο Ντελέζ, ο σκοτεινός πρόδρομος, δηλαδή η φιγούρα που είναι ικανή να υπογραμμίσει, όταν όλα φαίνονται αυτονόητα, που ακριβώς δημιουργούνται οι ρωγμές και εκδηλώνεται η χρεοκοπία της κοινωνία. Με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι το εξαντλημένο άτομο αποκρυσταλλώνει μια γενική δυσφορία;  Πώς μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο ορατή αποκάλυψη μιας δυστυχίας που, πριν από αυτόν, θα παρέμενε ακόμη διάχυτη;

 

Έχετε απόλυτο δίκιο. Όταν μια κοινωνία έχει ανάμεσά της μια ολοένα αυξανόμενη μάζα ηθικά και ψυχολογικά εξαντλημένων ανθρώπων, δεν μπορεί παρά να βλέπει τη δική της αποτυχία να καταστήσει δυνατή την κοινή ύπαρξη. Και μου κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο αυτό το θέμα της εξάντλησης δεν παράγει καμία ουσιαστική πολιτική συζήτηση. Εδώ και χρόνια, έχουμε συνηθίσει πλήρως να έχουμε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στον κόσμο, να έχουμε μία μαζική και αυτονόητη κατανάλωση αντικαταθλιπτικών κ.λπ. Αλλά μέχρι σήμερα, όταν δεν σιωπούμε μπροστά σε αυτά τα συλλογικά σημάδια δυστυχίας, αρκούμαστε στο να καταγράφουμε την εξάντληση σε αριθμούς, να παρουσιάζουμε στατιστικές καμπύλες και να εκδηλώνουμε μια αόριστη αγανάκτηση. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι τι μας λένε αυτές οι ηττημένες φωνές για το παρόν μας και πώς θα μπορούσαν να βοηθήσουν την κοινωνία μας να αναλογιστεί τι της λείπει ή πόσο βίαια φέρεται σε ορισμένους ανθρώπους.

 

Με αγγίζει πολύ η φιγούρα του εξαντλημένου ακριβώς επειδή είναι ένα επαναστατικό υποκείμενο. Αποπνέει μια ορισμένη δύναμη. Κάνει επιτακτική την ανάγκη για την μεταμόρφωση του κόσμου εκθέτοντας την άρνησή του για τον κόσμο όπως είναι. Η σχέση του με τους κοινούς κανόνες είναι αμφίσημη. Μερικές φορές υποφέρει που εκδιώχθηκε από έναν κόσμο στον οποίο επιδιώκει να ενταχθεί. Σε άλλες περιπτώσεις, δεν καλύπτεται καθόλου από τα κοινά αυτά πρότυπα. Περιμένει άλλα πράγματα, άλλες δυνατότητες ζωής. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι εύκολο να αντιληφθούμε τη δύναμη του εξαντλημένου. Απελπίζεται και κοιτάζει τη ζωή του με ένα ενίοτε καυστικό κριτικό μάτι. Δίνει την εντύπωση ότι είναι χαμένος, κατατρεγμένος από χίλια άγχη σε σημείο που να εκδηλώνει μια μάλλον ριζική αδυναμία. Και όταν αναφέρει κάποιες ιδέες για το τι πρέπει να κάνει για να βγει από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, απελπίζεται και παραμένει παθητικός. Πώς μπορεί λοιπόν ο εξαντλημένος άνθρωπος να ανακτήσει τη δύναμή του; Κατά τη γνώμη μου, η αφετηρία βρίσκεται ακριβώς στην αδυναμία του. Ο εξαντλημένος άνθρωπος, σε αντίθεση με τους ανθρώπους που αισθάνονται απόλυτα άνετα στον κόσμο, τολμά να το παραδεχτεί στον εαυτό του. Αυτή είναι η αρχή μιας κατανόησης που θα μπορούσε να προχωρήσει πολύ παραπέρα, ιδίως προς την ανάκτηση του νοήματος της δράσης. Σε συλλογικό επίπεδο, πρέπει όχι μόνο να συνοδεύσουμε αυτές τις στιγμές ανασυγκρότησης, αλλά και να προβληματιστούμε σχετικά με το τι λένε αυτές οι απογοητευμένες και πληγωμένες ζωές για τον κόσμο. Πραγματικά επιμένω σε αυτή την ιδέα, αλλά αυτές οι λέξεις δεν εξυμνούν την απόρριψη του κόσμου σαν να μην υπάρχει τίποτα και τίποτα να μην αξίζει: μάλλον, εκφράζουν πνιγμένες προσδοκίες για το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος για να ανθίσει μια ζωή. Αυτή η προοπτική δείχνει ότι δεν είναι καθόλου μάταιο το να δουλεύουμε πάνω στη γενική δυστυχία. Το θέμα είναι να κατασκευάσουμε μια εικόνα ενός κόσμου κάθε άλλο παρά άπειρα άγονος. Ο Μισέλ Φουκώ δίδασκε πιθανόν αυτή τη διακαή επιθυμία της δουλειάς πάνω σε αυτές τις μικροσκοπικές ζωές που καταρρακώνονται από την εξουσία, επειδή αυτές οι ζωές αντέχουν "παρ' όλα αυτά". Με τη θεματοποίηση αυτού του "παρ' όλα αυτά" μπορούμε να αποδεσμεύσουμε αυτές τις ζωές από την στενή αρνητικότητά τους, ώστε οι δυνατότητες να εμφανιστούν στον ορίζοντα.

 

Με μια πιο ευρεία έννοια, σημαίνει για εσάς ότι πρέπει να έχουμε κατά νου εκείνους που δεν λαμβάνονται υπόψη ή που θεωρούνται απόβλητα της ιστορίας; Θα έπρεπε κατ' αυτόν τον τρόπο να εννοήσουμε την "ιστορία των ηττημένων", όπως επιθυμείτε να την σκιαγραφείτε ακολουθώντας σ' αυτό τον Βάλτερ Μπένγιαμιν; Για να χρησιμοποιήσουμε πάλι τα λόγια του Μπένγιαμιν, το να τοποθετούμε τον εξαντλημένο στο επίκεντρο δεν είναι ένας παράδοξος αλλά και εξαιρετικά τονωτικός τρόπος να αναπαραστήσουμε  την εποχή μας ξεκινώντας από μια "αντεστραμμένη ιστορία";

 

Η σκέψη του Μπένγιαμιν ήταν πάντα σημαντική για μένα. Ο Georges Didi-Huberman με βοήθησε επίσης να την κατανοήσω καλύτερα και να την κάνω να μιλήσει για το παρόν μας. Υπάρχει αυτή η δυνατή ιδέα ότι η ανήσυχη σχέση με τον κόσμο προϋποθέτει την αποφυγή των ψεμάτων και των ψεύτικων ελπίδων. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την απελπισία, όπως έλεγε ο Β. Μπένγιαμιν. Αντί να αρεσκόμαστε σε θρήνους για τον "κακό μας κόσμο", είναι σημαντικό να εκπαιδεύσουμε τους εαυτούς μας στο να σκέφτονται, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, στο να αρχίσουν να ξανασκέφτονται. Συμμερίζομαι αυτή την αισιοδοξία, η οποία δεν είναι ακίνδυνη, καθώς φλερτάρει με τον πολιτικό μεσσιανισμό. Σύμφωνα με τα λόγια του G. Didi-Huberman, η προοπτική αυτή βασίζεται στην αρχή ότι "η απελπισία μπορεί να μετατραπεί σε επιθυμία", υπό την έννοια ότι η έκφραση του πόνου είναι ήδη μια μορφή ανοίγματος προς τον κόσμο. Ο Β. Μπένγιαμιν επέμενε διαρκώς ότι η εξουσία γίνεται ορατή μόνο μέσα στην απώλεια. Σε ό, τι με αφορά, ανεξάρτητα από την τεράστια ευθραυστότητα των ανθρώπων που ανοίγουν την καρδιά τους σε αυτές τις οργανώσεις πρόληψης της αυτοκτονίας, πρέπει να θεωρήσουμε τον λόγο τους ως "αντίσταση" επειδή δεν υποτάσσονται ήρεμα σε αυτό που τους έλαχε να ζήσουν. Και το κύριο πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για αντιστάσεις που καταπνίγονται. Αυτές οι λέξεις περιορίζονται σε εμπιστευτικούς χώρους ακρόασης. Δεν αφήνουν το στίγμα τους στην πολιτική σκηνή. Βέβαια, οι οργανώσεις αυτές είναι σημαντικές και παρέχουν μεγάλη υποστήριξη. Το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος δεν θα γνωρίζει τίποτα για το τι λέγεται σε αυτούς τους χώρους. Επειδή είναι αυστηρά διαχωρισμένοι από τον κόσμο, αυτοί οι χώροι ακρόασης είναι προβληματικοί, στο βαθμό που εμποδίζουν αυτές τις φωνές να απευθύνουν ένα σήμα στον κόσμο. Τις κλείνουν σε ένα κλουβί. Και καθώς φυλακίζουν τον λόγο, φυλακίζουν και την υποκειμενικότητα, επιμένοντας στην αποπολιτικοποίηση της προσωπικής ζωής. Έτσι, το να ενδιαφερόμαστε για τη φιγούρα του εξαντλημένου ανοίγει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε με συγκεκριμένο τρόπο το προσωπικό βίωμα του πόνου και να αναπτύξουμε μια κριτική για τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία οργανώνεται για να αναλάβει και να διαχειριστεί όλες αυτές τις ζωές που υποφέρουν.


Υπάρχει και κάτι άλλο αξιοσημείτο στην ανάλυσή σας για τον πόνο, είναι ότι την αναλύετε από τη σκοπιά μιας σαρκικής κοινωνιολογίας, την οποία έχετε ήδη υποστηρίξει στο Vertige de l'émeute ('Ιλιγγος των ταραχών). Χωρίς περιστροφές, ζητάτε να σταματήσει αυτό που ονομάζετε "φιλολογική εξέταση του πόνου". Δείχνετε πως, στην πραγματικότητα, η εξιστόρηση του πόνου την υποτάσσει σε μια κανονιστική ιδεολογία, την αποσιωπεί, δηλαδή παράγει κυριολεκτικά μη ανακτήσιμες αφηγήσεις, συντρίβοντας τον πόνο ως μία δυνατότητα τόσο κριτικής ανάλυσης όσο και ανατρεπτικής δύναμης. Τι ρόλο πιστεύετε ότι παίζει αυτή η φιλολογική αξιολόγηση; Δεν είναι ο απώτερος στόχος τους να εγκλωβίσουν τον κουρασμένο σε μια αδυναμία ή να τον αφήσουν σκόπιμα στην εγκατάλειψη της κατάθλιψης; Με ποιον τρόπο το εξαντλημένο άτομο είναι τελικά φορέας ενέργειας; Γιατί επιβάλλεται η αποπολιτικοποίησή του;

 

Όπως πολλοί ερευνητές, υποστηρίζω την ιδέα ότι είναι απολύτως απαραίτητο να επιστρέψουμε στη συνηθισμένη ζωή, όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πραγματικότητα αυτών των ταραγμένων υπάρξεων. Πιστεύω μάλιστα ότι δεν συνιστά αυτό για μένα μια διανοητική στάση, αλλά μια προσωπική ανάγκη. Την ανάγκη να γίνουμε ένα με την πραγματικότητα. Αυτό είναι που με κάνει να σκέφτομαι. Ο Βολταίρος το έλεγε πολύ ωραία, το να "κάνεις έρευνα πεδίου" σημαίνει να μετακινείσαι, να εισέρχεσαι σε κόσμους. Αυτό είναι που γεννά τις σκέψεις. Καθώς μου δόθηκε κι εμένα η ευκαιρία να απαντώ στις κλήσεις σε μια οργάνωση για την πρόληψη των αυτοκτονιών, μου φάνηκε αρκετά προφανές ότι αν έπρεπε να μιλήσω για αυτή την εμπειρία, θα ήταν για να τροφοδοτήσω τον προβληματισμό μας για τις συγκεκριμένες ζωές μας, τις αποτυχίες της και να προσπαθήσω να ρίξω φως στις αιτίες που οργάνωσαν τον κορεσμό τους. Μου φαίνεται ότι βρισκόμαστε επίσης σε μια κατάσταση τέτοιας γενικής σύγχυσης, που υπάρχει επείγουσα ανάγκη να οξύνουμε το κριτικό βλέμμα μέσω της κοινωνικής εμπειρίας. Γι' αυτό πρέπει να αφηγούμαστε πώς όλο και περισσότεροι σύγχρονοί μας μιλούν για την αποτυχία της ζωής τους, τη βαθιά τους αγωνία ή το αίσθημα αδυναμίας τους. Εν ολίγοις, πρέπει να γράψουμε πάνω σε ό, τι αντιβαίνει στη ζωή ξεκινώντας από αυτά που λένε οι απλοί άνθρωποι γι' αυτήν.  [...]

 

Romain Huët, De si violentes fatigues : les devenirs politiques de l’épuisement quotidien, Presses Universitaires de France, mars 2021, 462 p., 22 €

Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ