La double vie de Véronique / Κριστόφ Κισλόφσκι


(Γιατί στην πρώτη σκηνή η Ιρέν Ζακόμπ τραγουδά στην καταιγίδα και την ερωτεύομαι ανεπανόρθωτα κι αυτήν και την ταινία)



Έστω ότι όλοι μας κυκλοφορούμε σε δύο αντίτυπα. Έστω ότι σε κάθε Βερόνικα που βάζει το χέρι στο φούρνο και καίγεται, αντιστοιχεί μια Βερονίκ που το τραβά την τελευταία στιγμή· ότι σε κάθε Βερόνικα που δίνεται στην τέχνη και πεθαίνει, αντιστοιχεί μια Βερονίκ που αποτραβιέται απ' αυτήν για να επιζήσει. Εσύ ποιά εκδοχή είσαι; Αν δεν ανέπνευσες ποτέ την σκόνη που πέφτει απ' το ταβάνι σαν δώρο, αν στις καταιγίδες τρέχεις να προφυλαχτείς για να μην σου χαλάσει το μαλλί, αν χτύπησες ένα βράδυ την πόρτα του δασκάλου σου λέγοντάς του ότι παραιτείσαι απ΄το ταλέντο σου, παραιτείσαι από την αγάπη σου, παραιτείσαι από την τέχνη σου, χωρίς καλά - καλά να ξέρεις το γιατί, ξέροντας μόνο ότι θέλεις να συνεχίσεις να ζεις, τότε, καλή μου Βερονίκ, συνέχισε να ζεις. Ζήσε χρόνια πολλά, καθαρή από σκόνες, στεγνή από νερά, με την μουσική σου παντοτινά ατραγούδιστη, με την μουσική σου ουδέποτε εξυψωμένη,με την μουσική σου κακοποιημένη από άμουσα μόμολα. Καλό σου υπόλοιπο.





2) Blue Velvet / Ντέιβιντ Λιντς

(Γιατί και οι εφιάλτες όνειρα είναι. Και στα όνειρα περπατώ μαζί σου)



Φτιάχνομαι όταν σε πονάω. Φτιάχνομαι όταν με πονάς. Φτιάχνομαι όταν σας βλέπω. Είμαστε τρίγωνο διαστροφής και ο θεατής το ηδονοβλεπτικό βλέμμα πάνω στο τρίγωνο. Μέσα από τις γρίλιες της ντουλάπας η θέα του κόσμου είναι διαφορετική. Γιατί κοιτάζει τον κόσμο τον ιδιωτικό, τον κόσμο τον κανονικά κρυμμένο. Το καπελάκι του Μίκυ Μάους στη "Φαντασία" είναι εκεί, αυτή η "Φαντασία" όμως είναι ανεστραμμένη. Ο Τζέφρυ δηλώνει ότι θέλει να γνωρίσει νέες εμπειρίες κι ότι είναι διατεθειμένος να ρισκάρει και να πληρώσει το τίμημα. Μόνο που το τίμημα δεν θα το πληρώσει μόνος του, μόνο που την αθωότητα δεν θα την απωλέσει μόνος του, αλλά κι όσοι δουν μαζί του. Η Ντόροθυ ολόγυμνη στο δρόμο, θα σταθεί μπροστά στα μάτια του κοριτσιού του μπαμπά και θα της πει ότι το αγόρι της "έβαλε την αρρώστια του μέσα της". Και μέσα μας. Α candy-coloured clown they call the sandman tiptoes to my room every night just to sprinkle stardust and to whisper: "Go to sleep, everything is allright"





3) Barton Fink / Αδελφοί Κοέν

(Γιατί κάποια στιγμή η έμπνευση θα έρθει)



«We're only interested in one thing, Bart. Can you tell a story? Can you make us laugh? Can you make us cry? Can you make us want to break out in joyous song? Is that more than one thing? Okay!». Η ταπετσαρία ξεκολλάει, ο ιδρώτας κυλάει, το χαρτί παραμένει πεισματικά λευκό, η γραφομηχανή πεισματικά σιωπηλή, το μυαλό πεισματικά μπλοκαρισμένο. Κι έτσι δεν τη γράφεις την ιστορία σου. Και η προθεσμία σου περνά. Και έρχεται το πρωί που πρέπει να εμφανιστείς ενώπιον του Διευθυντή σου. Είναι στην πισίνα του. Φοράει κίτρινο μπουρνούζι. Δεν έχεις εκπληρώσει την υποχρέωσή σου. Γιατί; Γιατί δεν ακούς. Υπάρχουν όμως τρόποι για να ακούσεις. Και να μπορέσεις επιτέλους να γράψεις. Και τώρα γιορτάζεις. Μες τους ανθρώπους τους κοινούς. Και τους εξηγείς. «Ι’ m a creator, you monsters. This is my uniform. And this is how I serve the common man».






4) The Piano / Τζέιν Κάμπιον

(Γιατί μόλις της κόβουν το δάκτυλο, παραπατά για λίγο στη βροχή, καταρρέει και το φόρεμά της βουλιάζει στις λάσπες σαν αερόστατο)



«Τι θάνατος! Η θέλησή μου επέλεξε τη ζωή;». Η Τζέιν Κάμπιον έχει βρει το ιδανικό τέλος για την ταινία της, αποφασίζει όμως να το θυσιάσει, όχι για να δώσει χάπι έντ, αλλά μάλλον γιατί έκρινε πως υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από ένα ιδανικό τέλος έργου τέχνης, μάλλον γιατί έκρινε πως είχε μεγαλύτερη ανάγκη να υμνήσει τη ζωή από το να παραδώσει ένα έργο άρτιο και ανεπίληπτο, μάλλον γιατί έκρινε πως αξίζει τον κόπο να κάνει το λάθος και να στερήσει από την Έιντα τον πανέμορφο θάνατό της, καθώς ακόμη κι ο ποιητικότερος των θανάτων δεν θα έπαυε να μας στερεί την Έιντα. Αλλά η Έιντα ζει. Μπορεί να τη διεκδίκησαν και να τη δικαιούνταν (να τη δικαιούνταν τόσο πολύ) το πιάνο, ο βυθός κι η σιωπή, αλλά στο μεταξύ η Έιντα ερωτεύθηκε. Και η αυτοκαταστροφική παραξενιά της φύσης της ηττήθηκε από την φύσει ανυποχώρητη παραξενιά του έρωτα.





5) Oldboy / Παρκ Τσαν Γουκ

(Για το μακάριο χαμόγελο στο τέλος)



Η γνώση ως ελευθερία, η γνώση της ύβρεως και η ελεύθερη επιλογή της ύβρεως όταν το πάθος της αγάπης την υπερνικά, ο κακός της ταινίας είναι ο ελεύθερος, ενώ ο καλός εκείνος που δεν αντέχει την ελευθερία, εκείνος που επιλέγει και τον σκύλο και την πίτα, και την ύβρη και την λήθη της ύβρεως. Τραγωδία χωρίς κάθαρση, τραγωδία με φινάλε ακάθαρτο, ανατρεπτικό, υπερειρωνικό και υπερπονεμένο. Η ανακούφιση στην έκφραση του προσώπου του Ο Ντε Σου, τα κλειστά του μάτια και το μακάριο χαμόγελό του. Νιώθω πολύ ευτυχισμένος, ομολογώ ότι δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα για το παρελθόν, το κεφάλι μου πονάει κάπως, τώρα μπορώ να ζήσω όπως ήθελα, και με τον τρόπο που είναι αδιανόητος και χωρίς να τον διανοούμαι. Δεν γνωρίζω τίποτα, δεν φταίω για τίποτα, η γνώση και η ελευθερία ήταν πάντα βάρος, μην με φορτώνετε άλλο, πόνεσα και τώρα γιατρεύομαι. Γιατρεύομαι σε μια αγκαλιά.

 




6) Dom za vešanje / Εμίρ Κουστουρίτσα

(Για αυτή τη ζωή, που απωθεί και γοητεύει σε ίσα μεγέθη)



Eλευθερία και εξαχρείωση. Άλλοι κώδικες, άλλος τρόπος. Η διαφορετικότητα που δεν ενσωματώνεται επειδή προτιμά το δικό της σώμα. Όταν υπηρετούσα στο Ναύσταθμο έβλεπα τα τσιγγανάκια να κάνουν μπάνιο στο Πέραμα, ακριβώς δίπλα από το σημείο που αγκυροβολούσαν τα φέρι μποτ. Θα μπορούσε να ακούγεται το Ederlezi σε κάθε τους βουτιά. Ο κόσμος των τσιγγάνων είναι τόσο δίπλα μας όσο και εντελώς μακριά μας. Και ο κόσμος που αποτυπώνει ο «Καιρός των Τσιγγάνων» βρίσκεται στον αντίποδα του κόσμου που αποτυπώνει ο «Κυνόδοντας».





7) Stand by me / Ρομπ Ρέινερ

(Γιατί έτσι)



Γιατί αν δεν είναι εντελώς υποκειμενικές οι λίστες με τα αγαπημένα μας, τότε τι νόημα ύπαρξης έχουν; Γιατί την είδα όταν (της) έπρεπε. Γιατί εκείνο το καλοκαίρι, όταν είμαστε 12 στα 13 και ξεκινήσαμε να βρούμε στο δάσος ένα πτώμα, ήταν η μοναδική φορά στη ζωή μας που ξέραμε ακριβώς ποιοί ήμασταν και ακριβώς που πηγαίναμε. Γιατί ήμουν κι εγώ μαζί τους στο δεντρόσπιτο, περπάτησα κι εγώ μαζί τους στις ράγες του τραίνου, έτρεξα κι εγώ μαζί τους να ξεφύγω απ’ το τρομερό σκυλί, με τσίμπησαν κι εμένα μαζί τους οι βδέλλες. Γιατί τους φίλους που κάνεις 12 στα 13 δεν τους αφήνεις ποτέ. Γιατί η ταινία θα έχει πάντα για μένα την μυρωδιά της αθωότητας, την μυρωδιά της ευτυχίας.





8) Paris, Texas / Bιμ Βέντερς

(Γιατί ο Τράβις περπατάει στην έρημο)



Όχι για την επανένωση με τη γυναίκα του μέσα από τους τυφλούς καθρέφτες του sex shop, όχι για το τι γίνεται στη διάρκεια της ταινίας, ούτε καν για αυτό το φοβερό και τρομερό που έκανε και τον έκανε να χαθεί. Αλλά για το χάσιμό του. Το τόσο οικείο. Που τον κάνει να διασχίζει κουρελής και αποκαμωμένος, φορώντας ένα κόκκινο τζόκεϊ καπέλο, τις ερήμους της Νεβάδα. Ο ήλιος τον τσουρουφλίζει ανηλεώς και ανοήτως όπως τον "Ξένο" του Καμύ και η κιθάρα του Ράι Κούντερ τον συντροφεύει καταραμένα. Για αυτή τη μουσική, για αυτές τις σκηνές, για τα κόκκινα γράμματα σε μπλε φόντο στο εξώφυλλο του σάουντρακ, για αυτό το χάσιμο.






9) All that jazz / Μπομπ Φόσι

(Γιατί το προσωπικό μας σόου πάντα τελειώνει)



"Bye bye life, bye bye happiness, I think I 'm gonna die". Ο Μπόμπ Φόσι χορογραφεί αστραφτερά τον θάνατό του. Αφού δεν μπορείς να αποφύγεις τον βιασμό του τέλους, τον βιασμό του αφανισμού, τον βιασμό της εκμηδένισής σου (της επανεκμηδένισής σου, για την ακρίβεια, αφού και πριν ζήσεις μηδέν ήσουν), τουλάχιστον αντιμετώπισέ τον με τα καλλιτεχνικά σου μέσα. Εν προκειμένω κάνε τον ταινία και χορό. Κάν’ τον μιούζικαλ. It’s showtime, folks. Είναι ώρα για τελειομανία, είναι ώρα για ναρκισσισμό, είναι ώρα για γενναιότητα, είναι ώρα για τέχνη.





10) Grizzly man / Βέρνερ Χέρτζογκ

(Γιατί μόνο οι σαλεμένοι πονούν απόλυτα)



Ο Τίμοθι Τρέντγουελ για 13 καλοκαίρια πήγαινε στην Αλάσκα και ζούσε δίπλα στις αρκούδες. Για να τις προστατέψει, έλεγε. Φυσικά δεν τις προστάτευε από τίποτα και όταν εμφανίζονταν λαθροκυνηγοί αυτός κρυβόταν. Ένα από τα καλοκαίρια είχε ξηρασία, οι αρκούδες δεν είχαν να φάνε και ο Τίμοθι άρχισε να κλαίει και να προσεύχεται, ώστε να αρχίσει επιτέλους να βρέχει, γιατί ήταν άδικο να μην έχουν οι αρκούδες τροφή. Το δέκατο τρίτο καλοκαίρι ο Τίμοθι πέτυχε επιτέλους αυτό που κατά βάθος ποθούσε και κατασπαράχθηκε από μια αρκούδα. Ο Τίμοθι έθρεψε μια αρκούδα, ενώθηκε με μια αρκούδα, έγινε τμήμα μιας αρκούδας. Ο Τίμοθι εξηγούσε εγκαίρως ότι ξέρει άνα πάσα στιγμή μπορούν να τον σκοτώσουν, αλλά he «will die for these animals, will die for these animals, will die for these animals». Εσύ θα μπορούσες να πεθάνεις για κάτι ή θα σου φαινόταν τρελό;