ΑΝ ΓΡΑΦΩ αυτές τις μετέωρες γραμμές στην LifΟ, είναι γιατί δεν μπορώ να είμαι άλλο ο κατά φαντασίαν σύγχρονος του δικού μου παρόντος. Δεν μου το επιτρέπει, όχι πλέον ο υποτιθέμενος ρόλος κάποιου διανοούμενου, αλλά το ότι πολύ σύντομα θα δω τη χώρα μου να χρεοκοπεί, τον μισθό και τη σύνταξή μου να χάνονται. Μου είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθώ από το δωμάτιο, όπως έκανα επί τριάντα πέντε συναπτά χρόνια γράφοντας δημόσια τη φαντασμαγορική αντανάκλαση των τεκταινομένων στα κατάλοιπα της γραφίδας μου. Και μου είναι ακόμα δυσκολότερο να βρω τον τρόπο να δηλώσω αλλιώς την αντίθεσή μου προς ένα σύστημα στο οποίο ήμουν και εγώ γρανάζι.

Τώρα που ο κύριος Ζαν Κλωντ Γιούνκερ διαμηνύει ότι θα είναι σαν να πραγματοποιεί ο ίδιος τις αποκρατικοποιήσεις στην Ελλάδα, δηλαδή τώρα που η μεταφορά γίνεται κυριολεξία -διότι ο Γιούνκερ κυβερνά-, όλοι εμείς οι φαντασιόπληκτοι, γραφιάδες που γράφουμε τσάμπα στα Μέσα, και υποχρεωνόμαστε σε μια άνευ λόγου φθορά, θα πρέπει τουλάχιστον -αν δεν επιθυμούμε να ταλαιπωρούμε και να ταλαιπωρούμαστε- να σταθούμε στο προκείμενο που είναι το εξής: έχει σημασία να παρεμβαίνει κανείς με αστείες προτάσεις όπως ο Σαββόπουλος τις προάλλες;

Αξίζει να αρθρογραφεί στήνοντας τη «μηχανή» του κάτω από το άλλοθι μεταφορά-μετωνυμία, φοβισμένος και (αυτο)λογοκριμένος, ή πρέπει να σκάσει αποδεχόμενος να θεωρείται βλάκας παρότι «αρκεί να βλέπεις τον εαυτό σου βλάκα για να είσαι λιγότερο», όπως έλεγε παρηγορητικά ο Ρολάν Μπαρτ; Θα είχε νόημα η σιωπή του αμνού; Θα μπορούσε η ευγλωττία του ταλαίπωρου φαρσέρ των εντύπων να οδηγήσει στην καταληψία του; Σ’ εκείνη την πεισμωμένη στάση του Μπάρτλμπυ του γραφέα* που «θα προτιμούσε να μην»; Αυτή η καταληπτική φόρμουλα δεν θα όφειλε να είναι η κατάληξη; Όχι η γραμματική του παντογνώστη, αλλά η α-γραμματικότητα του Μέλβιλ και περισσότερο η αντι-γραμματικότητα του Κάμμινγκς: μια ξένη γλώσσα μέσα στη γλώσσα, λίγη ψύχωση μέσα στη νεύρωση, όνειρα.

ΕΙΔΑ ΛΟΙΠΟΝ ένα όνειρο και, όπως με κάθε όνειρο, μου δόθηκε κι εμένα η εμπειρία να βιώσω αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα σαν προμήνυμα θανάτου, κατ’ όναρ: Μαθαίνω πως συμπεριλαμβάνομαι μεταξύ των απολυμένων. Δεν ξέρω από πού, ούτε από ποιον. Σπεύδω να δω τους αναρτημένους πίνακες στην είσοδο της πολυκατοικίας μου. Ομοιόμορφα νεκρώσιμα του γραφείου κηδειών του Αργύρη Γιαννακόπουλου με τα ονόματα όσων δεν απολύονται είναι κολλημένα στους τοίχους. Δεν βλέπω το όνομά μου και καταρρέω. Ο θυρωρός, που είναι ο ίδιος ο Αργύρης Γιαννακόπουλος, μου συνιστά να πάρω ένα- ένα τα διαμερίσματα με τη σειρά. «Θα δεις, υπάρχει όρθιο στην εξώπορτα το καπάκι ενός φέρετρου. Αυτό πάει να πει ότι, προς το παρόν, γλίτωσες την απόλυση». Αντιλαμβάνομαι όμως πως η μακάβρια αυτή ένδειξη σημαίνει ότι με περιμένει το χειρότερο. Βγαίνοντας από την είσοδο της πολυκατοικίας ο δρόμος έχει μετατραπεί σε κανάλι με σειρά από γόνδολες.