Το σήμα για τις διακοπές δινόταν στις 16 Ιουνίου, μία μέρα μετά το κλείσιμο των σχολείων. Το τελετουργικό ήταν ίδιο, κάθε χρονιά. Όλα ξεκινούσαν τη στιγμή που μπαίναμε στο αυτοκίνητο. Τα πρώτα χρόνια τέσσερις. Μετά, γίναμε πέντε. Στριμωχνόμασταν τα αδέρφια πίσω, ανάμεσα σε βαλίτσες με ρούχα και σάκους με τρόφιμα που έφτανα για δέκα καραντίνες. Ντομάτες στα πόδια και καρπούζια στην αγκαλιά μας. Πορτμπαγκάζ φίσκα, ζώνες βαλμένες και παράθυρα κλειστά για να μη φυσήξει και κρυώσουμε, έτσι μούσκεμα που ήμασταν απ' τον ιδρώτα.


«Όχι στη μέση, είναι επικίνδυνα» φώναζε ο μπαμπάς. «Ένα τρακάρισμα και έχετε φύγει απ' το παρμπρίζ. Έτοιμοι τώρα; Ξεκινάμε».


Εγώ σχεδόν πάντα είχα τα μούτρα κατεβασμένα. Κιχ δεν έβγαζα σε όλη τη διαδρομή. Πρώτον γιατί ανακατευόμουν και δεύτερον γιατί στις διακοπές έχανα τους φίλους μου. Μόνο κοιτούσα από το παράθυρο τον δρόμο. Πριν βγούμε στην εθνική οδό περνούσαμε απ' το σχολείο. Συνήθως μας έπιανε το κόκκινο μπροστά του. Έβλεπα τους φίλους μου να παίζουν με τα κουκουνάρια, να τρέχουν στο προαύλιο, πιστοί στο καθιερωμένο ραντεβού, κι εγώ βούρκωνα. Καμιά φορά με βλέπανε γιατί ήξεραν τη μέρα πια απέξω κι εγώ τους χαιρετούσα πίσω από το τζάμι. Άναβε το πράσινο και φεύγαμε.

 

Βρομούσε ο τόπος αντικουνουπικό και μπίρα. Μία άκουγες τα κύματα της θάλασσας, μία τον εκφωνητή και μία τα γαμοσταυρίδια των μεγάλων, που έκαναν τη μάνα μου να μας κλείνει τα' αυτιά.

 

Το μισό καλοκαίρι το βγάζαμε σε ένα δωμάτιο δίπλα στη θάλασσα. Το άλλο μισό σε ένα τροχόσπιτο. Όσο περνούσε ο καιρός, γέμιζε η περιοχή από σόγια. Τι με ένοιαζε; Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν τα τέρματα και οι μπασκέτες, το νερό από τις βρύσες που ρουφούσαμε στο τέλος σαν τρελοί και τα αναψυκτικά που παίρναμε στον δρόμο για το σπίτι, όταν μας περίσσευε κάνα ψιλό. Μέχρι να έρθουν τα ξαδέρφια μου στη γειτονιά, την έβγαζα στη θάλασσα. Έπαιρνα τα βιβλία μου και έθαβα τα νεύρα μου στις σελίδες και την άμμο.

 

Όσο περνούσε ο καιρός, γέμιζε η περιοχή από σόγια.
Όσο περνούσε ο καιρός, γέμιζε η περιοχή από σόγια.


Μόνο τα επόμενα βράδια, όταν ξεκινούσαν οι αγώνες, κάπως μαλάκωνα και ξεχνούσα τους φίλους μου. Euro και Ολυμπιακοί, μπάσκετ και Παγκόσμιο. Η τηλεορασίτσα έβγαινε όταν νύχτωνε. Ενώναμε μια μπαλαντέζα για να έχουμε ρεύμα και στερεώναμε την κεραία σε μια στοίβα από βιβλία.

 

Στους αγώνες μαζευόταν στο μπαλκόνι μας όλη η γειτονιά. Πιάναμε τις πλαστικές καρέκλες, μια σακούλα σπόρια και βλέπαμε μέσα στα χιόνια τους ήρωές μας. Τη Χαλκιά, που τίναζε τα χέρια της ψηλά, και τον Καραγκούνη που βουτούσε –πάντα με το παραπάνω‒ μπροστά μας. Βρομούσε ο τόπος αντικουνουπικό και μπίρα. Μία άκουγες τα κύματα της θάλασσας, μία τον εκφωνητή και μία τα γαμοσταυρίδια των μεγάλων, που έκαναν τη μάνα μου να μας κλείνει τα' αυτιά.


«Μαμά, γιατί λένε "σήκωσέ το το γαμημένο";»


«Το τιμημένο» έλεγε η μάνα μου. «Βούλωσαν τ' αυτιά σας απ' το πολύ νερό».

 

Όταν κερδίζαμε, τα πιτσιρίκια γινόμασταν ένα κουβάρι, τρέχαμε στη θάλασσα για βραδινό μπάνιο και παίρναμε σειρά για το ντους, τρέμοντας από το κρύο, μ' εμένα να τρυπώνω πάντα, ως διά μαγείας, πρώτος. Ρουφούσαμε το γάλα σαν νερό και πέφταμε ξερά για ύπνο στα δροσερά σεντόνια. Πολλές φορές δεν μας έπιανε ύπνος από την υπερένταση. Αντί για τις μπασκέτες και τα σιδερένια τέρματα έβλεπα τη θάλασσα και το κουσκούς που θα κάναμε με τα ξαδέρφια για τη νίκη το επόμενο πρωί.

 

Με τον αδερφό μου σηκωνόμασταν χάραμα, όταν όλοι οι άλλοι ακόμη κοιμόντουσαν. Βγαίναμε από το σπίτι και τρέχαμε πάνω στις παλιές ράγες του τρένου για να πάμε στο χωριό, που πουλούσε αθλητικές εφημερίδες. Μία ώρα πάνε, μία γύρνα. Φορτώναμε και κάτι πεϊνιρλί και στηνόμασταν για το μισάωρο πασάλειμμα αντηλιακού απ' τον μπαμπά που είχε μόλις ξυπνήσει. Από τον νόμο της οικογένειας πριν από τη θάλασσα δύσκολα ξέφευγες: μάσκα, αναπνευστήρας και βατραχοπέδιλα.

 

«Έτοιμος;» ρωτούσε πλάι μου ο μπαμπάς στην παραλία.

 

Ρίχναμε τις σκηνές μας, απλώναμε τα πανιά και τις τέντες μας όλοι οι συγγενείς μαζί σε ένα ξεροχώραφο. Φτιάχναμε κιόσκια και αυτοσχέδια ντους. Καραβάν-σαράι κανονικό.
Ρίχναμε τις σκηνές μας, απλώναμε τα πανιά και τις τέντες μας όλοι οι συγγενείς μαζί σε ένα ξεροχώραφο. Φτιάχναμε κιόσκια και αυτοσχέδια ντους. Καραβάν-σαράι κανονικό.


Σάλιωνα τη μάσκα μου όπως μου είχε μάθει, για να μη θολώνει, τη φορούσα και του έγνεφα «ναι», εξοπλισμένος σαν αστροναύτης πριν χαθεί στο Διάστημα. Πηγαίναμε μέχρι τη σημαδούρα, καμιά φορά και πιο μέσα. Μου είχε μάθει να μη φοβάμαι. Θυμάμαι τις μέδουσες να μας περιτριγυρίζουν, μιλιούνια στον βυθό, κι εμένα να γραπώνομαι πάνω του. Βουτούσαμε μαζί, χώναμε τα χέρια μας κάτω από την άμμο και βγάζαμε γυαλιστερές.

 

Όταν επιστρέφαμε, με τον ήλιο να έχει πέσει, οι συγγενείς μάς θαύμαζαν στα καρεκλάκια τους. Ήμασταν οι ήρωες της παραλίας. Οι αστροναύτες που κατάφεραν να γυρίσουν στη Γη.


Όταν μετακομίζαμε στο τροχόσπιτο ήμασταν μες στη χαρά. Ρίχναμε τις σκηνές μας, απλώναμε τα πανιά και τις τέντες μας όλοι οι συγγενείς μαζί σε ένα ξεροχώραφο. Φτιάχναμε κιόσκια και αυτοσχέδια ντους. Καραβάν-σαράι κανονικό. Πρωινό τρώγαμε σε μια ξύλινη ρόδα, κάτω από μια συκιά που έσταζε ασταμάτητα πάνω στις φέτες με τη μαρμελάδα και στους φραπέδες των μεγάλων.

 

Τα μεσημέρια το δέρμα μας ρουφούσε την τσίκνα από τα κάρβουνα και τα βράδια, στις καλοκαιρινές μπόρες, κλεινόμασταν αγκαλιά τα αδέρφια στο τροχόσπιτο μη μας πιάσουν οι αστραπές. Η βροχή έριχνε τις τέντες στο χώμα, οι αέρηδες σήκωναν τα πανιά στον αέρα. Οι μεγάλοι έτρεχαν να σώσουν ό,τι σωζόταν κι εμείς, όταν πια ξεθαρρεύαμε, γελούσαμε σαν χαζά κάτω απ' τη βροχή.


Τα ήσυχα βράδια, χωρίς βροχές και αέρηδες, αυτά με το καθαρό φεγγάρι, φορούσα και πάλι τη στολή του αστροναύτη. Πριν κοιμηθούμε, βγάζαμε τις παντόφλες και αγκαλιαζόμασταν στα κρεβάτια. Κολλούσε η επιδερμίδα απ' τον ιδρώτα. Μας έτρωγαν τα κουνούπια πάνω από τα φανελάκια, ματώναμε από το ξύσιμο. Οι άλλοι ήταν τυχεροί, κοιμόντουσαν αμέσως. Εμένα δεν με έπαιρνε ο ύπνος εύκολα. Μια γυρνούσα από δω, μια από κει. Τίποτα. Έμενα ανάσκελα, να βλέπω το φως απ' το φεγγάρι, που γινόταν κομματάκια πίσω από τη σήτα.

 

Κάποια στιγμή έμπαινε και η μάνα μας για ύπνο. Άφηνε την πόρτα μισόκλειστη, για να μη μας ξυπνήσει. Έβγαζε ένα «οφ» και σε πέντε λεπτά ροχάλιζε απ' την κούραση.

 

Οι μεγάλοι έτρεχαν να σώσουν ό,τι σωζόταν κι εμείς, όταν πια ξεθαρρεύαμε, γελούσαμε σαν χαζά κάτω απ' τη βροχή.
Οι μεγάλοι έτρεχαν να σώσουν ό,τι σωζόταν κι εμείς, όταν πια ξεθαρρεύαμε, γελούσαμε σαν χαζά κάτω απ' τη βροχή.


Μόνο ο πατέρας μου έλειπε τα βράδια. Είχε μια συνήθεια: μόλις κοιμόταν η οικογένεια, πήγαινε στη θάλασσα. Έπαιρνε μια πλαστική καρέκλα και μια μπίρα και ρέμβαζε μπροστά στο κύμα. Είχε μαζί του κι ένα ραδιόφωνο. Το 'χωνε στην άμμο κι εκείνο του 'κανε παρέα. Το σήμα χανόταν κι ερχόταν. Ανάμεσα στα χιόνια άκουγες και κάνα τραγούδι.


Τότε, όταν όλα ησύχαζαν, έβγαινα έξω. Άνοιγα την πόρτα του τροχόσπιτου και με άρπαζε η μυρωδιά από τη θάλασσα και ο ήχος απ' τα κύματα. Την έκλεινα προσεκτικά και έτρεχα. Όλο ευθεία. Ξυπόλυτος μέσα στην άμμο. Με το βρακί και τη φανέλα μου.


Και ήταν εκεί. Κάθε βράδυ. Μπροστά στο κύμα. Να πίνει την μπίρα του κάτω από τ' άστρα. Με έβλεπε από μακριά και χαμογελούσε. «Δεν κοιμάσαι, ρε;»


Έλεγα πως δεν με παίρνει ο ύπνος και καθόμουν πλάι του. Κοιτούσαμε τότε, μαζί, τους αστερισμούς και τους πλανήτες. Τα αεροπλάνα που άφηναν κόκκινο το στίγμα τους και τις βάρκες που κάνανε σινιάλο στον ορίζοντα. Δεν μιλούσαμε πολύ. Δεν με πείραζε. Μόνο ακούγαμε τα χιόνια απ' το ραδιόφωνο, καμιά φορά έπαιζε και κάνα τραγούδι. Τότε κούμπωνα τη στολή μου και τον κοιτούσα. Με κοιτούσε κι εκείνος. Έφτυνα τη μάσκα του αστροναύτη για να μη θολώσει και με ένα άλμα βουτούσα μαζί του στα βαθιά.