Το τελευταίο πράγμα που φαντάζεσαι όταν ξεκινάς το ταξίδι για την Τοσκάνη είναι ότι σε περιμένουν ένα σωρό ιστορίες για μάγισσες, φαντάσματα και λυκανθρώπους, δοξασίες που σε μεταφέρουν σε άλλους αιώνες, τότε που οι άνθρωποι πίστευαν τα πάντα κι έπλαθαν μύθους για να τρομάζουν τους γείτονες – προφανώς γιατί δεν είχαν τα κινητά να «σκοτώσουν» τον χρόνο τους. Κι όσο πιο βόρεια ανεβαίνεις, τόσο πιο έντονο γίνεται το στοιχείο του μεταφυσικού. Αν βρεθείς στην περιοχή της Λουνιτζιάνας και τα βουνά της Καράρα μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, εύκολα καταλαβαίνεις γιατί οι άνθρωποι έβλεπαν παντού τέρατα και φαντάσματα.

 

Ο ορεινός «φιδωτός» δρόμος που σε πηγαίνει από το Καστελνουόβο μέχρι το Φοσντινόβο και σε οδηγεί όλο και πιο βαθιά σε ένα δάσος από τεράστιες φτελιές και καστανιές –οι οποίες ενώνονται στις κορυφές και δημιουργούν τούνελ– στο φως της ημέρας είναι μια υπέροχη, καταπράσινη διαδρομή, αλλά όταν αρχίζει να σουρουπώνει μετατρέπεται σε σκηνικό από ταινία τρόμου.

 

Πιο παλιά το σχολείο ήταν ένα από τα κάστρα της περιβόητης οικογένειας Μαλασπίνα, που από τον Μεσαίωνα ήταν οι δούκες της Λουνιτζιάνας. Μαλασπίνα σημαίνει «κακό αγκάθι» και από το όνομα μπορείς να καταλάβεις ότι οι δούκες δεν ήταν και οι καλύτεροι χαρακτήρες – για την ακρίβεια ήταν ο ένας χειρότερος απ' τον άλλο: παιδοκτόνοι, αδελφοκτόνοι, δολοφόνοι γενικώς.

 

Η μόνιμη ομίχλη της περιοχής απλώνεται και σκεπάζει όλη την κοιλάδα της Μάγρας, «την κοιλάδα του φεγγαριού» (εξού και το «Λουνιτζιάνα»), και αρχίζει να γίνεται απειλητική, ζωντανεύοντας τους τοπικούς θρύλους: «στο απόλυτο σκοτάδι τα πνεύματα ηγεμόνων της περιοχής στοιχειώνουν και περιφέρονται γύρω από τα κάστρα που βρίσκονται στις κορυφές των χωριών, καλικάντζαροι κρέμονται από τα έρημα δέντρα, στοιχειά και τέρατα παίζουν κρυφτό μέσα στο δάσος και όλοι μαζί χορεύουν γύρω από μία συγκεκριμένη βελανιδιά – που κανείς δεν ξέρει να σου πει πού βρίσκεται».

 

Τέτοια διάβαζα στο αυτοκίνητο για το κάστρο του Φοσντινόβο: για έναν λυκάνθρωπο που τρομοκρατούσε το χωριό στο Ποντρεμόλι και το φάντασμα μιας παρθένας -που πρώτα αποπλάνησε και μετά σκότωσε ο Φρανσέσκο Μαλασπίνα – το οποίο παρελαύνει τις νύχτες στο σχολείο του χωριού στο Μουλάτζο.

 

Πιο παλιά το σχολείο ήταν ένα από τα κάστρα της περιβόητης οικογένειας Μαλασπίνα, που από τον Μεσαίωνα ήταν οι δούκες της Λουνιτζιάνας. Μαλασπίνα σημαίνει «κακό αγκάθι» και από το όνομα μπορείς να καταλάβεις ότι οι δούκες δεν ήταν και οι καλύτεροι χαρακτήρες – για την ακρίβεια ήταν ο ένας χειρότερος απ’ τον άλλο: παιδοκτόνοι, αδελφοκτόνοι, δολοφόνοι γενικώς. Ένας από αυτούς, ο δούκας της Φιλατιέρα, σημάδεψε από ψηλά και σκότωσε (για πλάκα) τον ανύποπτο νεαρό που πήγαινε να ζητήσει το χέρι της κόρης του.

 

Το τελευταίο πράγμα που φαντάζεσαι όταν ξεκινάς το ταξίδι για την Τοσκάνη είναι ότι σε περιμένουν ένα σωρό ιστορίες για μάγισσες, φαντάσματα και λυκανθρώπους, δοξασίες που σε μεταφέρουν σε άλλους αιώνες. Κι όσο πιο βόρεια ανεβαίνεις, τόσο πιο έντονο γίνεται το στοιχείο του μεταφυσικού. Φωτο: M.Hulot
Το τελευταίο πράγμα που φαντάζεσαι όταν ξεκινάς το ταξίδι για την Τοσκάνη είναι ότι σε περιμένουν ένα σωρό ιστορίες για μάγισσες, φαντάσματα και λυκανθρώπους, δοξασίες που σε μεταφέρουν σε άλλους αιώνες. Κι όσο πιο βόρεια ανεβαίνεις, τόσο πιο έντονο γίνεται το στοιχείο του μεταφυσικού. Φωτο: M.Hulot

 

Με όλα αυτά στο μυαλό και χωρίς να έχω ακόμα ιδέα ότι το κάστρο που είχαμε κλείσει για να περάσουμε τη νύχτα ήταν αυτό με το θρυλικό φάντασμα της Μπιάνκα Μαρίας Μαλασπίνα, φτάσαμε στο χωριό, που δεν είναι ακριβώς χωριό, αλλά ένας οικισμός πάνω στο βράχο, χτισμένος γύρω από το κάστρο, στην κορυφή ενός βουνού.

 

Ήταν η πρώτη φορά που έμεινα σε αληθινό κάστρο, και μάλιστα στο πιο καλοδιατηρημένο και μεγάλο κάστρο της περιοχής (η Λουνιτζιάνα έχει πάνω από 100!), ένα μπερδεμένο σύμπλεγμα από κτίρια σε διάφορα επίπεδα (τουλάχιστον πέντε) με τέσσερις πύργους –έναν σε κάθε άκρη του βασικού «κορμού»– και όλα τα στοιχεία που κάνουν ένα μεσαιωνικό κτίριο επιβλητικό μέχρι τρόμου: τεράστια σάλα με τοιχογραφίες που δείχνουν την σχέση της οικογένειας με τον Δάντη, άπειρα δωμάτια, μεγάλους κήπους στις βεράντες του κάθε ορόφου (με γκαζόν και φυτά-τέρατα), πολεμίστρες, παρατηρητήρια, μέχρι και δωμάτια βασανιστηρίων και κλειδωμένα κελάρια που κρύβουν ένοχα μυστικά.

  

Το κάστρο του Φοσντινόβο είναι το πιο μεγάλο κάστρο της βόρειας Τοσκάνης στα σύνορα με τη Λιγουρία, φορτωμένο με τρομακτικές ιστορίες που ευτυχώς τις αγνοούσα πριν κλείσουμε το δωμάτιο: Στους χώρους του κάστρου περιφέρεται τις νύχτες με πανσέληνο το φάντασμα της Μπιάνκα Μαρία Αλοίζα ντι Μαλασπίνα, της πιο διάσημης κατοίκου του Φοσντινόβο, εδώ και αιώνες, την οποία ο θρύλος θέλει να πεθαίνει φυλακισμένη από τον πατέρα της σε ένα από τα δωμάτια των πύργων. Μέχρι πριν από τριάντα χρόνια οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι ήταν απλά ένας ακόμα μύθος της περιοχής, αλλά κατά τη διάρκεια των έργων συντήρησης στο υπόγειο του κτηρίου βρέθηκε ο σκελετός μιας νεαρής κοπέλας, μαζί με τα ζώα που ο θρύλος ήθελε να φυλακίζονται μαζί της: έναν σκύλο και ένα αγριογούρουνο.

 

Ήταν η πρώτη φορά που έμεινα σε αληθινό κάστρο, και μάλιστα στο πιο καλοδιατηρημένο και μεγάλο κάστρο της περιοχής. Φωτο: M.Hulot
Ήταν η πρώτη φορά που έμεινα σε αληθινό κάστρο, και μάλιστα στο πιο καλοδιατηρημένο και μεγάλο κάστρο της περιοχής. Φωτο: M.Hulot

 

Το κάστρο είναι του 12ου αιώνα, αλλά στην οικογένεια Μαλασπίνα παραδόθηκε το 1340, στον δούκα Σπινέτα ντι Μαλασπίνα, ο οποίος ίδρυσε και το Marchesato di Fosdinovo, το «οικογενειακό» χωριό. Η οικογένειά του κυβέρνησε το συγκεκριμένο δουκάτο –παράρτημα της αρχαίας Λομβαρδίας– για αιώνες.

 

Ακόμα και σήμερα το καλοσυντηρημένο κάστρο ανήκει στην ίδια οικογένεια –που μένει σε ένα καταπληκτικό «οροφοδιαμέρισμα» στον πρώτο όροφο, με τεράστιους κήπους στις αυλές– ενώ όλοι σχεδόν οι χώροι του είναι επισκέψιμοι από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. Επιπλέον, όλα τα δωμάτια του τρίτου ορόφου νοικιάζονται σε θαρραλέους ταξιδιώτες -που καλό είναι να αγνοούν την ιστορία του. Η σημερινή μορφή του, με τις προσθέσεις και τις επεκτάσεις, ολοκληρώθηκε τον 17ο αιώνα από τον Τζάκοπο ντι Μαλασπίνα τον δεύτερο.

 

Σύμφωνα με τον Βοκκάκιο η οικογένεια Μαλασπίνα είχε πολύ φιλικές σχέσεις με τον Δάντη, ο οποίος πέρασε ένα διάστημα από την περίοδο της ζωής του στην εξορία σε ένα από τα δωμάτια του κάστρου, στον ανατολικό πύργο (που φυσικά ονομάζεται «το υπνοδωμάτιο του Δάντη»). Το αναφέρει και στην «Κόλαση».

 

Το κάστρο του Φοσντινόβο είναι το πιο μεγάλο κάστρο της βόρειας Τοσκάνης στα σύνορα με τη Λιγουρία, φορτωμένο με τρομακτικές ιστορίες που ευτυχώς τις αγνοούσα πριν κλείσουμε το δωμάτιο. Φωτο: M.Hulot
Το κάστρο του Φοσντινόβο είναι το πιο μεγάλο κάστρο της βόρειας Τοσκάνης στα σύνορα με τη Λιγουρία, φορτωμένο με τρομακτικές ιστορίες που ευτυχώς τις αγνοούσα πριν κλείσουμε το δωμάτιο. Φωτο: M.Hulot

 

Υπάρχει και άλλο ένα υπνοδωμάτιο, «το δωμάτιο της πόρτας παγίδας», που σε οδηγεί κατευθείαν σε ένα «δωμάτιο βασανιστηρίων» με μια τσουλήθρα. Ήταν το δωμάτιο που η Κριστίνα Παλαβισίνο, η χήρα του Ιππόλυτου ντι Μαλασπίνα, δολοφονούσε τους εραστές της. Η λάγνα κακούργα που ξεδιψούσε με σπέρμα και αίμα έφερνε τους δόλιους τους εραστές στην camera del trobacchetto και, μόλις έκαναν σεξ, τους έστελνε να βγουν από την πόρτα που οδηγούσε στην τσουλήθρα -έτσι κατέληγαν σουβλιστοί πάνω σε κοφτερές λόγχες. Με αυτόν τον τρόπο δολοφόνησε δεκάδες νεαρούς άντρες της περιοχής και έμεινε στην ιστορία ως «η χειρότερη των Μαλασπίνα» (έχει και ένα πρόστυχο ψευδώνυμο που τελειώνει σε «-μουνα»).

 

Η ιστορία της Μπιάνκα Μαρία Αλοΐζα ντι Μαλασπίνα ξεκινάει τον 17ο αιώνα, όταν η έφηβη κόρη του Τζάκοπο ντι Μαλασπίνα (του δεύτερου) ερωτεύτηκε τον νεαρό σταβλίτη του κάστρου και άρχισαν μια απαγορευμένη σχέση, σχεδόν καταραμένη, επειδή το κοινωνικό χάσμα που τους χώριζε την έκανε ταμπού. Ο Τζάκοπο θεώρησε μεγάλη προσβολή τον έρωτα της Μπιάνκα και της ζήτησε να σταματήσει να βλέπει τον σταβλίτη, αλλά αυτή τον χαβά της. Συνέχισε να τον συναντάει κρυφά, με την βοήθεια της παραμάνας της, μέχρι που έμεινε έγκυος και άρχισε να φουσκώνει.

 

Ο δούκας εξαγριώθηκε, σκότωσε τον εραστή της (και την παραμάνα) και έκλεισε την κόρη του σε ένα «τυφλό» δωμάτιο, χωρίς φαΐ και νερό, με μόνη παρέα τον αγαπημένο της σκύλο και ένα αγριογούρουνο. Στη συνέχεια έχτισε την πόρτα και η φωνή της Μπιάνκα δεν ακούστηκε ποτέ ξανά.

 

Ακόμα και σήμερα το καλοσυντηρημένο κάστρο ανήκει στην ίδια οικογένεια -που μένει σε ένα καταπληκτικό «οροφοδιαμέρισμα» στον πρώτο όροφο, με τεράστιους κήπους στις αυλές- ενώ όλοι σχεδόν οι χώροι του είναι επισκέψιμοι από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. Φωτο: M.Hulot
Ακόμα και σήμερα το καλοσυντηρημένο κάστρο ανήκει στην ίδια οικογένεια -που μένει σε ένα καταπληκτικό «οροφοδιαμέρισμα» στον πρώτο όροφο, με τεράστιους κήπους στις αυλές- ενώ όλοι σχεδόν οι χώροι του είναι επισκέψιμοι από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. Φωτο: M.Hulot

 

Το φάντασμά της, ντυμένο με μια λευκή ρόμπα που ανεμίζει στον αέρα που την συνοδεύει ανατριχιαστικά την ώρα που κυκλοφορεί στα δωμάτια του κάστρου, κάθε φορά που έχει πανσέληνο, εμφανίζεται πολύ συχνά από τότε, και στο βιβλίο επισκεπτών υπήρχαν πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που το έχουν δει. Κι είναι –λέει– μεγάλη ατραξιόν για κυνηγούς φαντασμάτων και αλαφροΐσκιωτους.

 

Το στόρι της το διάβασα σε ένα σάιτ με ιστορίες φαντασμάτων λίγο πριν πάω για ύπνο στο «camera azzurra» και δεν ξαναβγήκα από το δωμάτιο μέχρι που ξημέρωσε. Κι ας μην είχε πανσέληνο. Το δωμάτιο ήταν στον τρίτο όροφο, στην άκρη ενός τεράστιου διαδρόμου που οδηγούσε σε μια αυλή με θέα συγκλονιστική σε όλη την κοιλάδα.

 

Η πραγματικότητα πίσω από τον θρύλο θέλει την Μπιάνκα να είναι αλμπίνα με ολόλευκο δέρμα (εξού και το όνομα, Λευκή), κατάξανθα μαλλιά και γαλανά μάτια, που δεν έβγαινε ποτέ από το κάστρο επειδή φοβόταν τον ήλιο. Από την αβιταμίνωση αρρώστησε και πέθανε σε νεαρή ηλικία και την έθαψαν μαζί με τα αγαπημένα της ζώα.

 

Γενικά η Τοσκάνη είναι μια περιοχή που έχει δεχτεί μια καταστροφική εισβολή από ξένους τις τελευταίες δεκαετίες, Αμερικάνους, Άγγλους, Γερμανούς, οι οποίοι έχουν αγοράσει κάθε στάβλο και κάθε ερειπωμένο σπίτι στην εξοχή και το έχουν κάνει πανδοχείο. (Το Φοσντινόβο)  Φωτο: M.Hulot
Γενικά η Τοσκάνη είναι μια περιοχή που έχει δεχτεί μια καταστροφική εισβολή από ξένους τις τελευταίες δεκαετίες, Αμερικάνους, Άγγλους, Γερμανούς, οι οποίοι έχουν αγοράσει κάθε στάβλο και κάθε ερειπωμένο σπίτι στην εξοχή και το έχουν κάνει πανδοχείο. (Το Φοσντινόβο) Φωτο: M.Hulot

 

Το Φοσντινόβο είναι ένα μικροσκοπικό χωριό, όμορφο σαν πίνακας, αλλά δεν έχει τίποτα απολύτως, πέρα από μεσαιωνικά σπίτια και στενούς πέτρινους δρόμους (όλα τα χωριά της περιοχής είναι ίδια ακριβώς). Είχε και ένα παντοπωλείο-καφενείο-ζαχαροπλαστείο-φούρνο-χασάπικο (όλα σε ένα). Και το Καστελνουόβο είναι ακόμα πιο μικρό και υπό γερμανική κατοχή – έχει τόσους πολλούς Γερμανούς που στο δρόμο ακούς πιο πολλά γερμανικά από ό,τι ιταλικά. Και στην πλατεία, μπροστά στο μισογκρεμισμένο κάστρο, η ταινία που έπαιζε –στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ– ήταν στα ιταλικά με γερμανικούς υπότιτλους.

 

Γενικά η Τοσκάνη είναι μια περιοχή που έχει δεχτεί μια καταστροφική εισβολή από ξένους τις τελευταίες δεκαετίες, Αμερικάνους, Άγγλους, Γερμανούς, οι οποίοι έχουν αγοράσει κάθε στάβλο και κάθε ερειπωμένο σπίτι στην εξοχή και το έχουν κάνει πανδοχείο. Για τη μάστιγα των Αμερικάνων και την παραπλανητική εικόνα της Τοσκάνης που έχουν βγάλει προς τα έξω στα (δεκάδες) βιβλία τους, μας έλεγε εξοργισμένη η ιδιοκτήτρια ενός πανδοχείου έξω από την Λούκα – η οποία έχει, ευτυχώς, γλιτώσει μέχρι στιγμής από τον ασύδοτο τουρισμό.

  

Κάποιες από αυτές τις συγγραφείς που έγραψαν ρομαντικά ημερολόγια για την ζωή τους στην Τοσκάνη, αντιμετωπίζοντας τους ντόπιους και τις συνήθειές τους σαν κάτι αλλόκοτο και εξωτικό, δεν ήθελε ούτε να τις ακούει. Τα ίδια –και χειρότερα– ακούσαμε και στην Κόρτονα, η οποία λόγω του βιβλίου της Frances Mayes Under the Tuscan Sun από το τέλος της δεκαετίας του ’90 και μετά έγινε η δεύτερη πιο δημοφιλής πόλη της Ιταλίας για τους Αμερικάνους τουρίστες, μετά την Βενετία. Σήμερα μπορεί να έχει χαλαρώσει λίγο η μανία για την πόλη, ωστόσο το καλοκαίρι στους δρόμους της Κόρτονας ακούς μόνο αμερικάνικα.   

 

Η αυλή του πρώτου ορόφου στο κάστρο Μαλασπίνα. Φωτο: M.Hulot
Η αυλή του πρώτου ορόφου στο κάστρο Μαλασπίνα. Φωτο: M.Hulot

 

Η Λουνιτζιάνα είναι μια πολύ όμορφη ορεινή περιοχή της Τοσκάνης στο δρόμο για την La Spezia, σκαρφαλωμένη πάνω σε βουνά με αλπική βλάστηση και απλωμένη στην κοιλάδα Ζέρι, με τοπία ανέγγιχτα, με απομονωμένα χωριά κτηνοτρόφων (εκεί εκτρέφουν και το περίφημο λευκό αρνί Ζεράσκα που μοιάζει με διασταύρωση λάμα με κατσίκα και είναι πλέον πολύ σπάνιο), με αμέτρητα κάστρα (τα περισσότερα έχουν γίνει σήμερα μουσεία, ακόμα και όσα είναι ερείπια), και κατοίκους με παγανιστικές συνήθειες και δεισιδαιμονίες που χάνονται μέσα στο χρόνο.

 

Η απόλυτη ησυχία που έρχεται να προστεθεί σε όλα αυτά και σε συνοδεύει για πολλά χιλιόμετρα κάνει την περιοχή μυστηριώδη και απόκοσμη. Και αν ακούσεις με τι ιστορία συνδέεται η κάθε πηγή, το κάθε άγαλμα, ακόμα και το κάθε καμπαναριό στα χωριά που προσπερνάς, θα φρίξεις. Σε ένα χωριό μετά το Ποντρεμόλι υπάρχει ένα μικρό κάστρο του 15ου αιώνα, όπου σε έναν πέτρινο νιπτήρα μαζεύονται τα δάκρυα της πριγκιπέσας Μαλασπίνα – εκείνης που ο πατέρας σκότωσε τον νεαρό που ερχόταν να ζητήσει το χέρι της και κλαίει απαρηγόρητη εδώ και αιώνες.  

 

Η Λουνιτζιάνα δεν είναι καθόλου τουριστική κι είναι από τις λίγες περιοχές της Τοσκάνης που έχουν γλιτώσει από την πολυκοσμία. Είναι επίσης αυτόνομη γαστρονομικά, με απλή και «φτωχή» κουζίνα – όπως άλλωστε και ολόκληρης της Τοσκάνης. Η κάθε περιοχή έχει λίγα αλλά εξαιρετικά πιάτα, που τα κάνουν εξαιρετικά τα άριστα ντόπια υλικά και όχι οι περίτεχνοι τρόποι μαγειρέματος.

 

Λεπτομέρεια τοιχογραφίας στο κάστρο. Φωτο: M.Hulot
Λεπτομέρεια τοιχογραφίας στο κάστρο. Φωτο: M.Hulot

 

Το βασικό πιάτο της Λουνιτζιάνας είναι το testeroli al pesto, ένα ζυμαρικό που ψήνεται σαν κρέπα και μετά κόβεται σε μικρά τετράγωνα κομμάτια, βράζεται και συνοδεύεται από πέστο βασιλικού. Υποτίθεται ότι χρησιμοποιούν πολύ και το αλεύρι του κάστανου μαζί με το καλαμποκάλευρο, αλλά δεν βρήκαμε πουθενά ούτε ένα πιάτο φτιαγμένο από αλεύρι κάστανου. Δοκιμάσαμε όμως το lardo di Colonnata, τα λεπτά κομμάτια από χοιρινό λίπος που αλατίζεται, πασπαλίζεται με καρυκεύματα και παλαιώνεται, για να συνοδέψει φρυγανισμένο ψωμί με ελαιόλαδο και ντομάτα. Είναι πολύ ωραίο πρωινό και κάποτε ήταν το μεσημεριανό φαγητό των εργατών στα λατομεία μαρμάρου της περιοχής (από τα οποία φτιάχτηκαν όλα τα έργα του Ντα Βίντσι).

 

Για κάποιον Βορειοευρωπαίο ή Αμερικάνο η κουζίνα της Τοσκάνης μπορεί να είναι όντως αποκάλυψη, για κάποιον Έλληνα που έχει μεγαλώσει στην ελληνική επαρχία δεν είναι καθόλου πρωτοφανής. Είναι νοσταλγική και νόστιμη, αλλά τα πιάτα και τα σνακ της Τοσκάνης δεν του είναι καθόλου άγνωστα γιατί θυμίζουν αυτά που έφτιαχνε η μαμά του και η γιαγιά του. Και η πικρή αλήθεια είναι ότι από τα φαγητά που αναφέρουν οι γαστρονομικοί οδηγοί που κυκλοφορούν σωρηδόν για την κουζίνα της Τοσκάνης, είναι ζήτημα αν μπορείς να βρεις τα μισά στις τρατορίες και στα εστιατόρια. Τα υπόλοιπα ανήκουν απλά στην «σφαίρα» της παράδοσης της κάθε περιοχής και δεν τα φτιάχνει πλέον κανείς. Όπως τα φασόλια στο φλασκί που περιγράφει σε ένα ολόκληρο βιβλίο για τα φασόλια της Ιταλίας η Λόρι ντε Μόρι, ένα φαγητό που υποτίθεται ότι το βρίσκεις ακόμα παντού στην Τοσκάνη.

 

Φωτο: M.Hulot
Φωτο: M.Hulot

 

«Τα παλιά χρόνια στην εξοχή της Τοσκάνης, όταν το τζάκι ήταν ζωτικής σημασίας σημείο για κάθε σπίτι, με τη φωτιά του να το ζεσταίνει αλλά και να μαγειρεύει τα γεύματα της οικογένειας, το δείπνο του κάθε σπιτικού ήταν συνήθως πολύ λιτό: “pane e companatico”, δηλαδή ψωμί με κάτι να το συνοδεύει», γράφει. «Αυτό το κάτι ήταν πολύ συχνά φασόλια, μαγειρεμένα μέσα στο φλασκί για το κρασί (στο fiasco), πάνω στις στάχτες της φωτιάς απ’ το τζάκι. Η τεχνική ήταν πολύ απλή, αρχικά έβγαζαν την ψάθα που κάλυπτε το φλασκί, έριχναν μέσα ένα-ένα τα φασόλια από το στενό στόμιο και μετά τα κάλυπταν με νερό. Έριχναν καναδυό ακαθάριστες σκελίδες σκόρδο, ένα-δυο φύλλα φασκόμηλο, λίγο αλάτι, μερικούς κόκκους πιπέρι και μια γενναία δόση ελαιόλαδο. Και πριν πάνε για ύπνο, έκλειναν τη φιάλη χαλαρά με ένα κομμάτι λινό ή βαμβακερό ύφασμα, την τοποθετούσαν στην στάχτη που σιγόκαιγε και σκορπούσαν τριγύρω της τη χόβολη για να την αγκαλιάσει. Κι ενώ όλοι στο σπίτι κοιμούνταν, τα φασόλια μαγειρεύονταν για να είναι έτοιμα για τα γεύματα της επόμενης μέρας».

 

Σήμερα στην Τοσκάνη βρίσκεις παντού φασόλια, μαγειρεμένα απλά με ντομάτα ως συνοδευτικό των κυρίως πιάτων, αλλά και στο πολύ χαρακτηριστικό πιάτο της βόρειας Ιταλίας, την ριμπολίτα, ένα χειμωνιάτικο φαγητό, κι από τα πιο βασικά τους πιάτα. Εννοείται ότι τα φασόλια στο φλασκί δεν τα βρίσκεις πουθενά, όλοι τα θυμούνταν από τον παππού και τη γιαγιά τους ή ως μια μακρινή ανάμνηση της παιδικής τους ηλικίας, αλλά κανείς δεν ήξερε κάποιο μαγαζί που να τα σερβίρει...  

 

Φωτο: M.Hulot
Φωτο: M.Hulot

 

Το κάστρο στο Καστελνουόβο. Φωτο: M.Hulot
Το κάστρο στο Καστελνουόβο. Φωτο: M.Hulot

 

Δρόμος του Καστελνουόβο. Φωτο: M.Hulot
Δρόμος του Καστελνουόβο. Φωτο: M.Hulot

 

Η αυλή του δεύτερου ορόφου στο κάστρο Μαλασπίνα. Φωτο: M.Hulot
Η αυλή του δεύτερου ορόφου στο κάστρο Μαλασπίνα. Φωτο: M.Hulot

 

Ομίχλη και φαντάσματα. Φωτο: M.Hulot
Ομίχλη και φαντάσματα. Φωτο: M.Hulot