Στους δρόμους της Tetuan, της περιοχής στη βόρεια Μαδρίτη όπου έχουμε παρκάρει το αυτοκίνητο, κυκλοφορούν μόνο Αφρικανοί και Νοτιοαμερικάνοι. Είναι μια περιοχή με πολυκατοικίες και το κέντρο της ισλαμικής κουλτούρας της πόλης, με κατοίκους κυρίως μουσουλμάνους, ήσυχη, παρόλο που είναι γεμάτη  μαγαζιά. Εκεί, λοιπόν, έτσι και σε πιάσει κατούρημα το μεσημέρι που κλείνουν τα πάντα, την έβαψες. Δεν έχει πουθενά να πας. Είναι και αδύνατο να χωθείς κάπου (πίσω από κάποιον κάδο σκουπιδιών, στην είσοδο μιας πολυκατοικίας) για να κάνεις την ανάγκη σου, επειδή όλοι στέκονται στα ανοιχτά παράθυρα και αγναντεύουν τον δρόμο.

 

Είναι ντάλα μεσημέρι, έχουμε πιει τόνους νερό και, λίγο πριν αποχαιρετήσουμε τη Μαδρίτη, ψάχνω απεγνωσμένα ένα μέρος που να έχει τουαλέτα. Δοκιμάζω στον φούρνο, δεν έχουν, σε ένα μαγαζί με φρούτα (που έγραφε «φρούτος σέκος»), τίποτα, μπαίνω φουριόζος σε ένα μικρό κεμπαπάδικο, με έναν πιτσιρικά Σύρο στο ταμείο και τρεις άντρες να απλώνουν κιμά πάνω σε πίτες, και τον ρωτάω «έχετε τουαλέτα;» (στα αγγλικά). Απαντάει «όχι», αλλά την ώρα που γυρνάω να φύγω μου λέει «αλλά μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη δικιά μας, στο υπόγειο». Προσπαθεί να μου εξηγήσει ότι είναι μικρή και δεν είναι και πολύ καθαρή (όντως), αλλά για μένα είναι η πιο ωραία τουαλέτα του κόσμου.

 

Η La Mancha είναι η περιοχή όπου περιπλανιόταν ο Δον Κιχώτης και το τοπίο δεν έχει αλλάξει και πολύ από τότε.

 

Ανεβαίνοντας στο μαγαζί οι μυρωδιές από ψητό κρέας και μπαχαρικά σε ζαλίζουν, ένα λιγωτικό άρωμα που στέλνει μηνύματα ευδαιμονίας, τρυπώντας σου τα ρουθούνια. Ο πιτσιρικάς (δεν είναι παραπάνω από 15 χρονών) ετοιμάζει παραγγελίες ασταμάτητα για τους πελάτες που περιμένουν απέξω στο αυτοκίνητο, οι άλλοι ψήνουν κεμπάπ και φτιάχνουν κάτι σαν κεφτέδες με πλιγούρι γεμιστούς με αρνίσιο κιμά, κουκουνάρι και καυτερή πιπεριά (αργότερα μάθαμε ότι τους λένε kibbeh mishwiyye). Είναι αδύνατο να φύγουμε χωρίς να τους δοκιμάσουμε και καθόμαστε στο μοναδικό τραπέζι του μαγαζιού. Η ζέστη είναι ανυπόφορη, το μαγαζί δεν έχει κλιματισμό, είναι κυριολεκτικά μια τρύπα, με το μεγαλύτερο μέρος της να το καταλαμβάνει η ψησταριά, και οι θερμοκρασίες είναι καμινιού – να γιατί όλοι περιμένουν έξω, στα αυτοκίνητα. Πριν προλάβουμε να παραγγείλουμε, ο Labib, ο πατέρας του παιδιού, μας φέρνει κρύο νερό και μια μερίδα πίτες με κιμά σαν λαχματζούν, περιχυμένες με πετιμέζι από ρόδι, και μετά μια ποικιλία από κεμπάπ με διάφορα λαχανικά τουρσί, κρεμμύδι και μια κόκκινη ξινή σάλτσα. Είναι με διαφορά το καλύτερο φαγητό που δοκιμάσαμε στη Μαδρίτη. Ο Labib είναι Σύρος πρόσφυγας, έφυγε με την εξαμελή οικογένειά του μόλις ξέσπασε ο πόλεμος και μετά από πολλές περιπέτειες κατάφεραν να φτάσουν στην Tetuan. Το μαγαζί το άνοιξε από ανάγκη. Όλες του οι οικονομίες εξανεμίστηκαν στους ενδιάμεσους σταθμούς: Βηρυτό, Δαμασκό, Φρανκφούρτη, και επειδή ένας Σύρος μεσήλικας που δεν μιλάει ισπανικά δεν είχε και πολλές ευκαιρίες να βρει δουλειά, αποφάσισε να κάνει αυτό που μπορούσε: ένα εστιατόριο με τίμιες γεύσεις της Μέσης Ανατολής, με φαγητό που του ξυπνάει τις μνήμες της πατρίδας του. Έτσι ξεκίνησε μια οικογενειακή επιχείρηση όπου τα πάντα τα κάνουν μόνοι τους: φτιάχνουν τις πίτες, κάνουν τουρσί τα λαχανικά, φτιάχνουν τις σάλτσες, ψήνουν, μαγειρεύουν. Πληρώνουμε έξι ευρώ το άτομο και φεύγουμε με τις καλύτερες εντυπώσεις. Λίγη ώρα αργότερα, κάνοντας google το όνομα του μαγαζιού (Al-Aga), διαπιστώνω ότι δεν είμαστε οι μόνοι που έχουμε ενθουσιαστεί, είναι ήδη ξακουστό και έχει γίνει θέμα στο Saveur!

 

 

 

 


 

 

Στο αυτοκίνητο διαβάζω ένα πολύ συγκινητικό άρθρο της Dalia Mortada με τίτλο «Οι γεύσεις που ενώνουν τους Σύρους» –η Dalia Mortada είναι η Συροαμερικάνα δημοσιογράφος με έδρα την Κωνσταντινούπολη που έφτιαξε το εξαιρετικό site Savoring Syria όπου γράφει «για τη συριακή κουζίνα της εξορίας»– στο οποίο λέει: «Η μαγειρική δίνει στους Σύρους την αίσθηση ότι είναι στο σπίτι τους, ότι επικοινωνούν πάνω από ένα πιάτο και σφραγίζουν έναν δεσμό φιλίας. Ενώ οι περισσότεροι σχετίζουν τη Συρία με τον θάνατο και την καταστροφή που υπάρχει στις ειδήσεις, οι Σύροι είναι πολύ περισσότερα πράγματα από όσα αφήνει ο πόλεμος να φανούν». Παρ' όλα αυτά, από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος τίποτα δεν είναι το ίδιο. «Ακόμα και ο τρόπος που γιορτάζεται το ραμαζάνι έχει αλλάξει δραστικά από τότε που άρχισαν οι διαμάχες», λέει ο Obay, ένας από τους ξεσπιτωμένους ανθρώπους που μοιράζονται τις εμπειρίες τους στο άρθρο, «στη Συρία ποτέ δεν τρώγαμε μόνοι στο ιφτάρ (το γεύμα μετά τη δύση του ήλιου). Υπήρχε μια άτυπη διαδοχή γευμάτων, κυκλική, όλοι μαζεύονταν στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς το πρώτο βράδυ, μετά στο σπίτι των μεγαλύτερων σε ηλικία συγγενών κ.ο.κ., μέχρι να φάνε όλοι στο σπίτι του πιο νεαρού συγγενή, και στη συνέχεια έτρωγαν σε σπίτια γειτόνων και φίλων. Και όλοι έφερναν κάτι –επιδόρπιο, φρούτα, ποτά– και, αν δεν μας χώραγε το τραπέζι, καθόμασταν στο πάτωμα». Ο Obay μεγάλωσε στην Yarmouk, το ανεπίσημο στρατόπεδο προσφύγων στα προάστια της Δαμασκού που στεγάζει Παλαιστίνιους εδώ και σχεδόν εξήντα χρόνια. Τα τελευταία χρόνια η Yarmouk χρησιμοποιείται σαν όπλο στον πόλεμο, οι κυβερνητικές δυνάμεις εμποδίζουν τις προμήθειες φαγητού που φτάνουν στην κατασκήνωση για να σπάσουν την αντίσταση των ανταρτών. Η πείνα χρησιμοποιείται επίσης σαν εργαλείο από το Ισλαμικό Κράτος και άλλες ομάδες επαναστατών και τζιχαντιστών. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, σχεδόν 600.000 Σύροι είναι υπό πολιορκία και σχεδόν εννέα εκατομμύρια είναι «σε συνεχή ανασφάλεια με το φαγητό». Ακόμα και για αυτούς που δεν είναι υπό πολιορκία τα πάντα έχουν γίνει πανάκριβα, το αλεύρι, το λάδι, το κρέας. Το ηλεκτρικό κόβεται συνέχεια, το ίδιο και το νερό. Ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες ο Obay λαχταράει την πατρίδα του. «Τουλάχιστον ήμασταν όλοι μαζί», λέει. 

 

Στον δρόμο για το Τολέδο συναντάς μόνο απέραντες εκτάσεις από θερισμένα στάχυα – ερημιά, ξεραΐλα και μικρούς κίτρινους λόφους που ξεθωριάζουν εκεί που ενώνονται με το γαλάζιο του ουρανού. Η La Mancha είναι η περιοχή όπου περιπλανιόταν ο Δον Κιχώτης και το τοπίο δεν έχει αλλάξει και πολύ από τότε που τον έγραψε ο Θερβάντες, μόνο που σήμερα το καταστρέφουν οι κολόνες και τα καλώδια για το ρεύμα και οι τεράστιοι πυλώνες – το ίδιο άσχημοι παντού. Σε μερικά σημεία θυμίζει τόσο πολύ Ελλάδα που, αν σε αφήσουν με κλειστά μάτια στη μέση του δρόμου και σου πουν «άνοιξ’ τα», θα νομίζεις ότι είσαι στον Θεσσαλικό Κάμπο. Πού και πού πετυχαίνεις κανέναν ανεμόμυλο, αλλά το 2016 δεν θα έκαναν εντύπωση ούτε στον Δον Κιχώτη – μπροστά στις ανεμογεννήτριες-θηρία μοιάζουν με κοτέτσια. Αν έγραφε σήμερα τις περιπέτειές του ο Θερβάντες, αυτές θα ήταν οι γίγαντες που τον έβαλε να πολεμήσει.


«Η τύχη οδηγεί τα βήματά μας. Βλέπεις εκεί, φίλε μου Σάντσο Πάντσα, τριάντα, ίσως και λιγότερους, τεράστιους γίγαντες που ενάντιά τους θα πολεμήσω και θα τους πάρω τη ζωή;» 

«Μα ποιους γίγαντες;» είπε ο Σάντσο.

«Εκείνους εκεί κάτω, δεν βλέπεις; απάντησε ο αφέντης του, μερικοί μάλιστα έχουν χέρια μακριά ίσαμε δυο λεύγες»…

 

 


 


 


 


 

 

Βλέποντας το Τολέδο από απόσταση εντοπίζεις ακόμα ψήγματα του μεγαλείου του, τότε που ήταν η πνευματική πρωτεύουσα της Ισπανίας, με «πύλες, επάλξεις και πύργους εκκλησιών». Μπορεί να έχουν περάσει αιώνες από τότε που το ζωγράφισε ο Ελ Γκρέκο (με αρκετές καλλιτεχνικές αυθαιρεσίες), αλλά το Κάστρο του Σαν Σερβάντο παραμένει στη θέση του, το ίδιο και το Νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα – το οποίο το έχει τοποθετήσει όπου τον βόλευε στον πίνακά του Άποψη του Τολέδο. Ο Ελ Γκρέκο είναι ο μόνος λόγος που μας φέρνει στο Τολέδο, εδώ κατέληξε μετά την Ιταλία και τη Μαδρίτη και ζωγράφισε τα πιο γνωστά έργα της ώριμης περιόδου του: τον Διαμερισμό των Ιματίων του Χριστού (El Espolio, σήμερα στο σκευοφυλάκιο του καθεδρικού ναού), το Μαρτύριο του Αγίου Μαυρίκιου, την Ταφή του Κόμη Οργκάθ, έναν πίνακα τεραστίων διαστάσεων στο παρεκκλήσι Santo Tome – ίσως το πιο δημοφιλές αξιοθέατο της πόλης. «Όταν ήρθε ο Γκρέκο στο Τολέδο, βρήκε μιαν αληθινή του πατρίδα» γράφει ο Καζαντζάκης στο Ταξιδεύοντας στην Ισπανία. «Κι είχεν ακόμα το παρθένο μάτι που δεν μπορούσαν να το ’χουν οι Ισπανοί ζωγράφοι: έβλεπε για πρώτη φορά, ξαφνικά, στην κρισιμότερη ακμή της νιότης του, το θέαμα της Ισπανίας, τις εκστατικές χλομιασμένες μορφές, την πικραμένη αυστηρή ανάταση μιας ράτσας που αρχίζει να γέρνει στη δύση της. Ο Θερβάντες την ίδια απαράλλαχτη εποχή απαθανάτιζε, κλαίγοντας, γελώντας, τους ιππότες τούτους της ελεεινής μορφής. Μα ο Γκρέκο, αναμερίζοντας το εφήμερο κωμικό στοιχείο, κατόρθωσε, ξεκινώντας από τους κουρασμένους τούτους αρχοντικούς διαβάτες, να διατυπώσει με τη γραμμή και το χρώμα ένα αιώνιο φάσμα: την ακατάλυτη, απελπισμένη ψυχή του ανθρώπου».

 

Όσα έργα του Ελ Γκρέκο κι αν δεις, δεν χορταίνει ποτέ το μάτι σου. Και μπορεί στο Πράδο να υπάρχουν τα περισσότερα αριστουργήματά του από την πρώιμη έως την ισπανική του περίοδο, στο Τολέδο όμως μπορείς να δεις σε μεγάλη κλίμακα όλο το μεγαλείο της τέχνης του.

 

Το σπίτι του Ελ Γκρέκο που περιγράφει τόσο γλαφυρά ο Καζαντζάκης, το οποίο φιλοξενούσε από τότε το μουσείο του, τελικά δεν ήταν το σπίτι του, ήταν ένα από τα σπίτια της γειτονιάς. Παρόμοιο αρχοντικό, όπως τα πιο πολλά της Ομβριακής, αλλά όχι το δικό του (το σπίτι όπου έζησε για 27 χρόνια και μεγαλούργησε ο μεγάλος καλλιτέχνης ήταν 200 μέτρα πιο πέρα και καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά). Ο κήπος είναι πια περιποιημένος, με λουλούδια, μεγάλα δέντρα και μέρη σκιερά, τακτοποιημένος και κάπως ψυχρός, αλλιώτικος εντελώς από την περιγραφή της δεκαετίας του ’30 (το μουσείο άνοιξε το 1911): «Κήπος ήσυχος, ζεστός, απεριποίητος. Μια ροδιά, ανθισμένη σαν πυρκαγιά, δυο τρεις αγκαθοσυκιές, ένα αρχαίο μαρμάρινο άγαλμα. Ο κισσός είχε πιάσει κι έτρωγε τους τοίχους…». Αυτό που παραμένει ίδιο είναι τα έργα που φιλοξενεί, οι πίνακες των Αποστόλων, η Άποψη και πλάνο του Τολέδο, τα Δάκρυα του Αγίου Πέτρου, το Πορτρέτο του Antonio de Covarrubias. Όσα έργα του Ελ Γκρέκο κι αν δεις, δεν χορταίνει ποτέ το μάτι σου. Και μπορεί στο Πράδο να υπάρχουν τα περισσότερα αριστουργήματά του από την πρώιμη έως την ισπανική του περίοδο (όλα τα μουσεία της Μαδρίτης έχουν και κάτι από Ελ Γκρέκο), στο Τολέδο όμως μπορείς να δεις σε μεγάλη κλίμακα όλο το μεγαλείο της τέχνης του. 

 

 


 


 


 


 

 

«Σε όλες τις ζωγραφιές του Γκρέκο το φως σπαθίζει με σφοδρότητα τον αγέρα, έχει κάτι το ανήλεο και σαρκοβόρο –είναι σαν το Άγιο Πνεύμα στην Επιφοίτησή του. Οι Απόστολοι λαγάζουν κάτω τρεμάμενοι, σα να θέλουν να ξεφύγουν, μα είναι πολύ αργά. Το Πνεύμα ορμάει σα γεράκι και γαντζώνεται απάνω τους· ένας Απόστολος βάζει σταυρωτά τα χέρια απάνω από το κεφάλι του για ν’ αποφύγει το Πνεύμα, μα τα χέρια του γιομώνουν αίματα. Τέτοιο το φως στα έργα του Γκρέκο. Τρώει τα σώματα, αποσυνθέτει τα σύνορα κορμιού και ψυχής, τανύζει σα δοξάρι τα κορμιά –κι ας σπάσουν. Το φως του είναι κίνηση. Κίνηση βίαιη. Δεν πηγάζει από τον ήλιο, είναι αντίθετο με το φως του ήλιου. Το φως χιμάει σαν από φεγγάρι τραγικό, ο αγέρας μερμηδίζει γιομάτος κεραυνό, οι αγγέλοι κάποτε ξεσπούν κατακόρυφα στον ουρανό σαν αστροβολίδες, που σπάζουν πολύχρωμες, απειλητικές, απάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Κι έτσι τα πρόσωπα του Γκρέκο έχουν την κερωμένη όψη που έχουν τα φαντάσματα ή που παίρνουν οι μορφές μας σε μια μεγάλη γαλάζια αστραπή». Ο Καζαντζάκης περιγράφει εκστατικά τις επιμηκυσμένες μορφές που στρέφουν το βλέμμα τους στον ουρανό.

 

«Οι μυστικοί αλχημιστές του Μεσαίωνα έλεγαν: "Αν δεν ασωματώσεις τα σώματα, τίποτε δεν κατόρθωσες". Ο Γκρέκο στα στερνά χρόνια του τέλεψε τον αλχημικό τούτον άθλο.

 

 

Κάποτε η αγάπη της γης αναβρύζει σφοδρή από τα σώματατου Γκρέκο. Οι άγγελοί του έχουν στέρεα αθλητικά κορμιά· είναι μελαχρινοί, με αλαφρό μαύρο χνούδι στα μάγουλα και στο απάνω χείλι κι η μύτη τους είναι ανασηκωμένη όλο χάρη. Τα πορτρέτα του έχουν τόση ένταση που ανατριχιάζεις, σα να βλέπεις μέσα από το μαύρο φόντο να ’ρχεται, συμπύκνωση φασματική του αιθέρα, ο παλιός ιππότης ή ο καρδινάλιος». 

 

 

Βγαίνοντας από το σπίτι-μουσείο μαζί με μια παρέα Γιαπωνέζων που μασουλάνε με θόρυβο κάτι που μοιάζει με συμπιεσμένα ροκανίδια (είναι ρυζογκοφρέτες), χαζεύουμε τη θέα από το ύψωμα –στο ποτάμι και σε ένα αρχοντικό που χάσκει στον γκρεμό– και μετά περιπλανιόμαστε στην πόλη. Το ζαχαροπλαστείο-σήμα κατατεθέν έχει το ίδιο όνομα με το παρεκκλήσι όπου βρίσκεται Η Ταφή του Κόμη Οργκάθ: Santo Tome, αλλά κανένα από τα γλυκά που θεωρούνται σπεσιαλιτέ του δεν είναι του γούστου μας. Ούτε στο μαγαζάκι με τα γλυκά στο μοναστήρι (που τόσο είχε παινέψει η σπιτονοικοκυρά μας) υπήρχε κάτι που να άξιζε το περπάτημα μέσα στο λιοπύρι: η πολύ συμπαθητική καλόγρια που μας εξυπηρέτησε με χαμόγελο πουλούσε μπισκότα που έμοιαζαν με κουραμπιέδες χωρίς ζάχαρη – τραγανά και εύθραυστα, αλλά και άγευστα, συν κάποια άνοστα και αδιάφορα αμυγδαλωτά. Τα τρώμε χαζεύοντας τις πόρτες των σπιτιών του Τολέδο, άκομψες, από βαρύ ξύλο, αλλά σε τόσο μεγάλη ποικιλία (σχεδόν όλες διαφορετικές μεταξύ τους) που γίνονται αξιοθέατο.

 

 

 

 

 

 

 

Η σπεσιαλιτέ του Τολέδο είναι το ραγού πέρδικας και ένα πιάτο που το λένε cracamusa, δηλαδή χοιρινό κοκκινιστό και καυτερό, με αρακά και φασόλια, αλλά και διάφορα πιάτα της Λα Μάντσα ή της Ανδαλουσίας – όπως η κρύα κρεμώδης σούπα salmorejo από ντομάτα, ψωμί, σκόρδο και ελαιόλαδο που σερβίρουν με ψιλοκομμένο χαμόν και βραστό αυγό, μπακαλιάρος con pisto (με ντομάτα και λαχανικά) και asatillo, το οποίο το φάγαμε αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τι ήταν. Στο Ludeňa, το μικρό μπαρ-εστιατόριο που είναι γεμάτο από ντόπιους που τρώνε μέσα σε ένα σύννεφο δροσερού ατμού και φασαρίας, μας έστειλαν οι τέσσερις καλοντυμένοι ηλικιωμένοι που κάθονταν αραχτοί στον ήλιο όταν τους ρωτήσαμε πού θα βρούμε buena mesa (καλό φαγητό).

 

Σχεδόν πάντα, ένας ντόπιος ηλικιωμένος είναι εγγύηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(συνεχίζεται)