Είναι αυτό το ακραία συγκινητικό σημείο στους «Πέρσες», λίγο πριν από το τέλος, όταν οι γέροντες του Χορού στρέφονται στον βασιλιά τους και του απευθύνουν μια ερώτηση. Ο Ξέρξης έχει μόλις καταφθάσει – ηττημένος, τσακισμένος, κουρελιασμένος, ένα ζωντανό ερείπιο. Τον ρωτάνε, λοιπόν, «πού είναι οι άλλοι, οι τόσοι και τόσοι φίλοι σου;», εννοώντας, φυσικά, τους ξακουστούς στρατηγούς αλλά και τους απλούς στρατιώτες που τον συνόδευσαν στη φιλόδοξη εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας.


«Πού είναι οι άλλοι, οι τόσοι και τόσοι φίλοι σου;»... Οι γέροντες ρωτούν, ενώ γνωρίζουν ήδη πολύ καλά ότι οι «άλλοι» είναι νεκροί. Το γνωρίζουν επειδή, λίγη ώρα πριν, τους το είπε ο Αγγελιοφόρος. Τους το περιέγραψε τόσο διεξοδικά, τόσο ανατριχιαστικά, ώστε σίγουρα το θυμούνται, όσο κι αν τους έχουν πάρει τα χρόνια. Τους είπε για όλους αυτούς τους γενναίους πολεμιστές που γκρεμίστηκαν λαβωμένοι από τα πλοία τους στα στενά της Σαλαμίνας και είτε πνίγηκαν σε μια θάλασσα δεινών, είτε σκοτώθηκαν στα βράχια, είτε τους αποτέλειωσαν οι Έλληνες, χτυπώντας τους με σπασμένα κουπιά και συντρίμμια. Πέρσες πανέμορφοι, λαμπροί στην όψη, άφοβοι στη μάχη, που τώρα τους τσιμπούν τα πουλιά και τα καβούρια του Αργοσαρωνικού.

 

Ίσως όλες αυτές οι αστοχίες και οι φαιδρότητες να μην ενοχλούσαν τόσο, αν αντιλαμβανόμασταν πλάι τους μια γνήσια απόπειρα συνομιλίας με το κείμενο του Αισχύλου και, κατ' επέκταση, μ' εμάς τους θεατές. Πώς όμως να συμβεί αυτό, όταν όλη η παράσταση είναι κούφια;


Οι γέροντες του Χορού επιμένουν, σχεδόν εμμονικά. Έναν-έναν απαριθμούν τους έξοχους άνδρες της αυτοκρατορίας, το «άνθος της Περσίας», που ξεριζώθηκε βάναυσα και ατιμωτικά πριν την ώρα του. Και δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη, αλλά η τρίτη φορά που ακούμε τα ονόματά τους. Δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη, αλλά η τρίτη φορά που ακούμε για τον Σουσισκάνη, τον Λίλαιο, τον Αρτεμβάρη, τον Αρσάμη και τους ισότιμούς τους. Στην πάροδο, τα ονόματα αυτά συνέθεσαν τον υπερήφανο κατάλογο των ζωντανών. Στην αγγελική ρήση, τον επώδυνο, αιματοβαμμένο κατάλογο των νεκρών. Τώρα, στην τρίτη επανάληψη, τα ίδια ονόματα γίνονται οχήματα σπαρακτικής επίπληξης προς τον υπεύθυνο του αφανισμού τους. Ο κομμός του τέλους είναι η συνειδητοποίηση της έκτασης του ολέθρου που επέφερε ο αλαζών βασιλιάς στον τόπο του. Είναι ο άγριος θρήνος ενός λαού που πενθεί για τη διαλυμένη ψευδαίσθηση υπεροχής και μεγαλείου του. Είναι η κραυγή για τη χαμένη νιότη του. Και είναι η επίμονη, συλλογική προσπάθεια διαχείρισης αυτού του τραύματος που προσδίδει στην τραγωδία του Αισχύλου την αστείρευτη δύναμή της.


Δεν υπάρχει πλοκή με την κλασική έννοια. Όλα τα «μεγάλα» γεγονότα έχουν ήδη συμβεί προτού καν αρχίσει το έργο. Υπάρχει όμως μια απέραντη αγωνία, μια ολοένα κλιμακούμενη ένταση, μια απόγνωση που τρώει τα σωθικά και μια συγκινητική προσπάθεια συμφιλίωσης με το τετελεσμένο, το τραγικό, το ανεπανόρθωτο. Με την ίδια την Ιστορία.

 

Το μεγάλο ανακάτεμα

Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι ο Χορός των έρμων των γερόντων δύναται να αντικατασταθεί από ευειδείς νέους, σίγουρα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της δραματουργίας οι νέοι αυτοί να εμφανίζονται ακμαίοι και ορεξάτοι επί σκηνής, στριφογυρίζοντας τα κοντάρια και τα πουκάμισά τους λόγω μιας κινησιολογικής ποικιλίας που «χαρίζει».
Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι ο Χορός των έρμων των γερόντων δύναται να αντικατασταθεί από ευειδείς νέους, σίγουρα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της δραματουργίας οι νέοι αυτοί να εμφανίζονται ακμαίοι και ορεξάτοι επί σκηνής, στριφογυρίζοντας τα κοντάρια και τα πουκάμισά τους λόγω μιας κινησιολογικής ποικιλίας που «χαρίζει».

 

Ερχόμαστε τώρα στην παράσταση. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι ο Χορός των έρμων των γερόντων δύναται να αντικατασταθεί από ευειδείς νέους –σε ένα έργο στο οποίο το γεγονός ότι μια ολόκληρη αυτοκρατορία έχασε το άνθος του ανδρισμού της, οι νύφες έμειναν χωρίς συζύγους και οι γέροι χωρίς τέκνα διαδραματίζει καθοριστική σημασία‒, σίγουρα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της δραματουργίας οι νέοι αυτοί να εμφανίζονται ακμαίοι και ορεξάτοι επί σκηνής, στριφογυρίζοντας τα κοντάρια και τα πουκάμισά τους λόγω μιας κινησιολογικής ποικιλίας που «χαρίζει». Με άλλα λόγια, η σπειροειδής κάθοδος των ηρώων προς την Κόλαση μένει ανεξερεύνητη.


Καλό είναι επίσης να διαχωρίσουμε τις έννοιες «ωραίο κοστούμι» και «λειτουργικό κοστούμι». Τα κοστούμια της Εύας Νάθενα αποδεικνύονται πράγματι εντυπωσιακά, φορείς μιας ιδιαίτερης αισθητικής. Δεν είναι όμως λειτουργικά: τραβούν διαρκώς την προσοχή επάνω τους και, σαν να μην έφτανε αυτό, δημιουργούν στον θεατή την εντύπωση ότι δεν έχει έρθει να δει τραγωδία αλλά επίδειξη μόδας. Δεν μπορεί η Άτοσσα να θυμίζει βικτοριανή grande dame (διά χειρός Viktor & Rolf), ούτε ο ηθοποιός που ερμηνεύει πονεμένα τον καημό του να θυμίζει μοντέλο του οίκου Prada. Δυστυχώς, δεν υπηρετείται έτσι το θεατρικό ζητούμενο, όσο κι αν αγαπάμε τη μόδα.


Εκκλησιαστικά στασίδια που στέκονται βλοσυρά, αλλά δεν εμπνέουν την προσευχή, ένας μίνι-Παρθενώνας-φωτιστικό που μοιάζει με κακόγουστο κλείσιμο του ματιού (ή του φιλιού), φράσεις που αποδίδονται με ερασμιακή προφορά, αλλά ακούγονται σαν κέλτικα ξόρκια, χορευτές Σαολίν που ενώνουν κοντάρια σαν να ετοιμάζονται για μάχη ‒ ένα πρόχειρο, επιπόλαιο και άγονο ανακάτεμα στοιχείων που απλώς επιτείνει την οξεία απουσία σκηνοθετικής πρότασης.

 

Παρά το υπέροχο γκόθικ νυχτικό του, ο Νίκος Καραθάνος μετατρέπεται σε κακομοίρη γέρο με ψευτοτρεμάμενη φωνή που καμώνεται τον περίλυπο για να εκμαιεύσει τον οίκτο μας.
Παρά το υπέροχο γκόθικ νυχτικό του, ο Νίκος Καραθάνος μετατρέπεται σε κακομοίρη γέρο με ψευτοτρεμάμενη φωνή που καμώνεται τον περίλυπο για να εκμαιεύσει τον οίκτο μας.


Ίσως όλες αυτές οι αστοχίες και οι φαιδρότητες να μην ενοχλούσαν τόσο, αν αντιλαμβανόμασταν πλάι τους μια γνήσια απόπειρα συνομιλίας με το κείμενο του Αισχύλου και, κατ' επέκταση, μ' εμάς τους θεατές. Πώς όμως να συμβεί αυτό, όταν όλη η παράσταση είναι κούφια; Κανένας πνευματικός εναγκαλισμός, καμία ευρηματική ιδέα, κανένα ψυχικό κέντρισμα δεν έρχεται να μας οδηγήσει στον πυρήνα του έργου και στον ίλιγγο της αγωνίας του.

 

Πώς είναι να στέκεσαι στο πλευρό των ηττημένων; Πώς είναι να ακούς με τα δικά τους αυτιά και να μιλάς με το δικό τους στόμα; Πώς είναι να πέφτεις στην παγίδα της Πλάνης και να μη βγαίνεις ποτέ ολόκληρος; Πώς είναι να χάνεις ό,τι έδινε νόημα στην ύπαρξή σου; Ποιο το τίμημα της μεταμέλειας ενός νάρκισσου ηγέτη; Ποιοι είναι οι Πέρσες του σημερινού κόσμου και ποια η σχέση μας μαζί τους;

 

Τόσα συναρπαστικά ερωτήματα και δυστυχώς παραμένουν όλα αναπάντητα. Για να είμαι ακριβής, δεν τίθενται καν. Ένα αίσθημα απόλυτου κενού πνίγει τις προσδοκίες μας, που τόσο επιμελώς καλλιεργήθηκαν. Δεν συνιστά σκηνοθεσία η τοποθέτηση των ηθοποιών επί σκηνής, ούτε η έμφαση στην καθαρότητα της άρθρωσής τους (ίσως το μόνο θετικό στοιχείο της βραδιάς, μαζί με τη μετάφραση του Θ. Στεφανόπουλου). Και δεν αρκεί να «λες» τα πράγματα, πρέπει και να τα «δείχνεις» – να τα αποκαλύπτεις και να τα μεταδίδεις. Να αναζητάς τις βαθύτερες αναλογίες και όχι να καταφεύγεις σε ευκολίες εντυπωσιασμού που θέλουν την Άτοσσα να επαναλαμβάνει τρεις φορές το ερώτημα «και ποιον έχουνε ηγέτη και μονάρχη του στρατού;», για να λάβει την απάντηση «κανενός δεν είναι δούλοι και κανένας δεν τους δίνει διαταγές» από τα μέλη του Χορού, που απαντούν με μια φωνή, σαν καλοεκπαιδευμένα παιδάκια.

 

Φαντάσματα κι οράματα

Δεν μπορεί η Άτοσσα να θυμίζει βικτοριανή grande dame (διά χειρός Viktor & Rolf)...
Δεν μπορεί η Άτοσσα να θυμίζει βικτοριανή grande dame (διά χειρός Viktor & Rolf)...

 

Σπεύδοντας να αποδείξει τη μεγαλοπρέπειά της ως τραγωδός, η Λυδία Κονιόρδου επιλέγει μια επιδεικτική, παλιομοδίτικη και «γκράντε» εκφορά του λόγου που την εγκλωβίζει στα άδυτα μιας άτεγκτης και δυσάρεστης περσόνας.


Στα βασικά αρκείται ο Αργύρης Πανταζάρας ως Άγγελος (ρυθμική επιτάχυνση, αυξομείωση έντασης κ.λπ.). Διεκπεραιώνει το καθήκον του, χωρίς να γεννήσει ψήγμα συγκίνησης.


Παρά το υπέροχο γκόθικ νυχτικό του, ο Νίκος Καραθάνος μετατρέπεται σε κακομοίρη γέρο με ψευτοτρεμάμενη φωνή που καμώνεται τον περίλυπο για να εκμαιεύσει τον οίκτο μας – εντύπωση που δεν ξορκίζεται ακόμα κι όταν αποφασίζει να «αγριέψει».


Ο Αργύρης Ξάφης, τέλος, ως Ξέρξης, καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να μεταδώσει τη μεταμέλεια του συντετριμμένου βασιλιά, φοβούμαι όμως πως δεν καταδύεται σε ικανό βάθος, αφήνοντάς μας παντελώς αμέτοχους στην απροσμέτρητη οδύνη που εκλύεται από το κείμενο.


Σημείωση: Τόσο οι υπέρτιτλοι της παράστασης όσο και η μετάφραση (αλλά και τα σχολιαστικά κείμενα που τη συνοδεύουν) στο έντυπο πρόγραμμα του Εθνικού, είναι όλα γραμμένα στο πολυτονικό σύστημα.

 

Στα βασικά αρκείται ο Αργύρης Πανταζάρας ως Άγγελος (ρυθμική επιτάχυνση, αυξομείωση έντασης κ.λπ.). Διεκπεραιώνει το καθήκον του, χωρίς να γεννήσει ψήγμα συγκίνησης.
Στα βασικά αρκείται ο Αργύρης Πανταζάρας ως Άγγελος (ρυθμική επιτάχυνση, αυξομείωση έντασης κ.λπ.). Διεκπεραιώνει το καθήκον του, χωρίς να γεννήσει ψήγμα συγκίνησης.

 

«Πέρσες» του Αισχύλου

Μετάφραση-Μετρική διδασκαλία: Θ.Κ. Στεφανόπουλος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης

Χορογραφία-επιμέλεια κίνησης: Κωνσταντίνος Ρήγος

Σκηνικά: Αλέγια Παπαγεωργίου

Κοστούμια: Εύα Νάθενα

Μουσική: Γιώργος Πούλιος

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Νουρμάλα Ήστυ

Βοηθός σκηνογράφου: Δάφνη Φωτεινάτου

Βοηθός ενδυματολόγου: Σοφία Γαβαλά

Βοηθοί χορογράφου: Μαρκέλλα Μανωλιάδου, Άγγελος Παναγόπουλος

Βοηθός φωτίστριας: Μαριέττα Παυλάκη

 

Διανομή (με σειρά εμφάνισης)

Χορός: Βασίλης Αθανασόπουλος, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Μιχάλης Θεοφάνους, Σπύρος Κυριαζόπουλος, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Λαέρτης Μαλκότσης, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιάννος Περλέγκας, Αλμπέρτο Φάις

Βασίλισσα: Λυδία Κονιόρδου

Άγγελος: Αργύρης Πανταζάρας

Δαρείος: Νίκος Καραθάνος

Ξέρξης: Αργύρης Ξάφης

Μουσικός (λύρα): Γιώργος Μαυρίδης

 

Περιοδεία

2/8, 21:00, Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης

5, 6, 7, 8, 9, 11, 12, 13/8, 21:00, Υπαίθριο Θέατρο Αττικού Άλσους

26/8, 21:00, Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

30/08, 21:00, Κατράκειο θέατρο Νίκαιας

1/9, 21:00, Θέατρο Δεξαμενής, Κορωπί

5, 6/9 21:00, Θέατρο Πέτρας, Πετρούπολη

9, 10, 11, 12, 13/9 & 1, 2, 3, 4/10, 21:00, Σχολείον της Αθήνας - Ειρήνη Παπά

15, 16/9, 21:00, Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», Βύρωνας

20/09, 21:00, Παλαιό Ελαιουργείο, Ελευσίνα

22, 23/09, 21:00, Ευριπίδειο Θέατρο Σαλαμίνας