Ποτέ δεν θα γνωρίσουμε ολοκληρωτικά τον Άμλετ. «Αυτό που έχω εγώ μέσα μου σπαράζει / δεν ντύνεται τον πόνο και δεν "μοιάζει"» λέει στη μητέρα του, όταν το βασιλικό ζεύγος προσπαθεί ματαίως να τον πείσει ότι ο παρατεταμένος θρήνος για τον νεκρό πατέρα του φαντάζει άσκοπος.


Ένας ωκεανός θλίψης μουσκεύει την ψυχή του, την ίδια στιγμή όμως προκαλεί κύματα γέλιου με τις κωμικές αντιδράσεις και τα εξωφρενικά, σκωπτικά σχόλιά του.


Το μυαλό του κινείται με ταχύτητα φωτός: ξέρει τι σκέφτονται οι άλλοι και τι σχεδιάζουν εναντίον του, προτού καν η συνωμοσία τους εξυφανθεί. Οι μονόλογοί του, δραματικές και ποιητικές κατασκευές απαράμιλλης οξύνοιας, ευαισθησίας και ομορφιάς, κάνουν τον χρόνο να σταματά. Δεν υπάρχει θέμα υψηλό και δύσκολο που να μην ανθίζει στα λιβάδια του νου του.


Διαθέτει το πάθος της νεότητας και τη σοφία της βαθιάς ωριμότητας. Υπερισχύει εκκωφαντικά όλων των συνομιλητών του. Ανήσυχος, ακούραστος, ψηλαφεί αδιάκοπα το κέλυφος της αλήθειας. Κι όταν το σπάει, ανοίγουν οι ουρανοί, όμως εκείνος πάλι στέκεται ανικανοποίητος και διστακτικός. Μονάχα η ανάμνηση του πατέρα του τού ζεσταίνει την καρδιά και ο άδικος χαμός του οπλίζει το θυμικό του. Απομονωμένος, ασυντρόφευτος, δεν δύναται να επικοινωνήσει αληθινά παρά με ένα φάντασμα. Αυτή η άλλη διάσταση, «η ανεξερεύνητη χώρα», είναι το πραγματικό σπίτι του, εφόσον πουθενά δεν νιώθει ευπρόσδεκτος, ούτε στο παλάτι ούτε στη Δανία ολόκληρη.

 

Το μυαλό του κινείται με ταχύτητα φωτός: ξέρει τι σκέφτονται οι άλλοι και τι σχεδιάζουν εναντίον του, προτού καν η συνωμοσία τους εξυφανθεί. Οι μονόλογοί του, δραματικές και ποιητικές κατασκευές απαράμιλλης οξύνοιας, ευαισθησίας και ομορφιάς, κάνουν τον χρόνο να σταματά. Δεν υπάρχει θέμα υψηλό και δύσκολο που να μην ανθίζει στα λιβάδια του νου του.


Επιχειρεί ξανά και ξανά το ακατόρθωτο: να συνομιλεί μαζί μας λες και συνομιλεί με τον εαυτό του. Δυναμώνει την ένταση, μοιράζεται κάθε φόβο, κάθε αγωνία, κάθε δισταγμό που τον κρατούν αιχμάλωτο στο παρατεταμένο μαρτύριο της περισυλλογής του. Κι όμως: όσο πιο πολύ φανερώνεται, τόσο περισσότερο νιώθουμε να μας ξεφεύγει.


Παίζει εξίσου αριστοτεχνικά όλους τους ρόλους. Κανένας δεν εξέφρασε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συνείδησης με τόση περίτεχνη θεατρικότητα. Είναι ο οργισμένος γιος, ο εκδικητής του πατέρα, ο τιμωρός της μητέρας, ο μελαγχολικός πρίγκιπας, ο μηδενιστής φιλόσοφος, ο γελωτοποιός των ένοχων συνειδήσεων, ο ηθοποιός που υποδύεται τον τρελό, ο σκηνοθέτης που στήνει θανάσιμες παγίδες, ο μέγας φαρσέρ, ο αρνητής της αγάπης. Είναι αυτός που καλείται να διορθώσει τον ξεχαρβαλωμένο κόσμο, να κολλήσει τα σπασμένα κομμάτια, να αποδώσει δικαιοσύνη. Αλλά το βάρος αυτού του καθήκοντος τον οδηγεί σε υπαρξιακό αδιέξοδο.

 

Συχνά γίνεται ψυχρός, χειριστικός, ολέθριος. Ας μην ξεχνάμε ότι προκαλεί οκτώ θανάτους μέσα στο έργο (συμπεριλαμβανομένου και του δικού του). Φτάνοντας στην Πέμπτη Πράξη, μετά το θαλάσσιο ταξίδι του, έχει γεράσει μία δεκαετία, όπως σημειώνει ο Χάρολντ Μπλουμ.* Έχει απολέσει τη μελαγχολική αλλά και την κωμική φύση του. Δεν παίζει πια κανέναν ρόλο. Ολοκληρώνει την αποστολή του και αποχωρεί, παρακαλώντας τον μοναδικό του φίλο, τον Οράτιο, να πει την ιστορία του και να τον δικαιώσει. Κάποιος να τιμήσει και να δώσει νόημα στον θάνατό του. Εμείς.

 

Η αναμέτρηση με τον ρόλο του Άμλετ, εκτός από όνειρο ζωής, συνιστά προφανώς και γιγάντιο άγχος για έναν ηθοποιό. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι δαιμόνιος, πανέξυπνος, ένας από τους ικανότερους ηθοποιούς που διαθέτουμε. Η πρώτη εντύπωση τον θέλει cool και δήθεν ανέμελο, με μαύρα γυαλιά και μαλλί καρέ αρτιστίκ, καθισμένο λοξά, έτσι ώστε να μη βλέπει το βασιλικό ζεύγος που του προκαλεί ναυτία. Σύντομα αποκαλύπτεται ότι μόνο ανέμελος δεν είναι και ότι το πένθος βράζει στα σωθικά του. Η συνάντηση με το Φάντασμα θα πυροδοτήσει την αγανάκτησή του: o ηθοποιός «βουτά» στο πάτωμα, ξηλώνει πυρετωδώς τις σανίδες, καθώς επαναλαμβάνει εμμονικά την πατρική προτροπή που έσκισε σαν κεραυνός τη ζωή του στα δύο: «Να με θυμάσαι!».

 

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι δαιμόνιος, πανέξυπνος, ένας από τους ικανότερους ηθοποιούς που διαθέτουμε.
Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι δαιμόνιος, πανέξυπνος, ένας από τους ικανότερους ηθοποιούς που διαθέτουμε.


Από κει κι έπειτα αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Η κωμικότητα του Παπασπηλιόπουλου αναδύεται ακανθώδης και επικίνδυνη· εγκυμονεί το κακό, την άφιξη του οποίου αναμένουμε δίχως καμία αμφιβολία, αν και ακόμα δεν ξέρουμε ποια ακριβώς μορφή θα πάρει. Ο σαρκασμός του απέναντι στη Γερτρούδη, όταν τη ρωτά εισερχόμενος στα δώματά της «μητέρα, τι συμβαίνει;», είναι ποτισμένος στη χολή. Και ο διάλογος με τον Κλαύδιο για το σκουλήκι, το ψάρι και τον βασιλιά επιδεικνύει εκ νέου την πνευματική υπεροχή του ήρωα.

 

Ναι, αναμφίβολα, εισπράττουμε την ευφυΐα, το βίαιο ταμπεραμέντο, τον ιστό της παράνοιας που τυλίγεται γύρω από τα νεύρα του και τον ωθεί σε πράξεις απρόσμενης σκληρότητας. Απουσιάζει, όμως, κάτι πολύ σημαντικό από το μείγμα αυτής της ερμηνείας: η εσωτερίκευση της αγωνίας, η αίσθηση μιας ευγενικής ψυχής που μεταλλάσσεται υπό το άχθος αφόρητης πίεσης και αδικίας. Αυτό που ο Μπλουμ αποκαλεί «η ποιότητα και η χάρη της θλίψης του» αλλά κι αυτό που επισημαίνει η Οφηλία, όταν αναφωνεί, συντετριμμένη: «Αυτό το υπέροχο μυαλό – πώς ρήμαξε!».

 

Αυτό εμείς δεν καταφέρνουμε να το αισθανθούμε, ακόμη κι όταν ο ηθοποιός στέκεται μπροστά μας και ερμηνεύει τον πιο διάσημο μονόλογο του έργου –«Να ζει κανείς ή να μη ζει»– με δάκρυα στα μάτια. Ο θυμός και η πίκρα υπερισχύουν ως τελική εντύπωση. Δυσκολευόμαστε να τον αγαπήσουμε τον Άμλετ ετούτον: το σκοτάδι έχει φωλιάσει από την αρχή μέσα του· δεν βλέπουμε τη μάχη μιας βασανισμένης συνείδησης αλλά τη σαρωτική κάθοδο ενός αποφασισμένου εκδικητή. Η μοναδική στιγμή που προκαλεί τη συγκίνησή μας είναι όταν στέκεται μισοχωμένος στον τάφο της Οφηλίας και ξεσπά μανιασμένα εναντίον του Λαέρτη, αφήνοντας τις τύψεις του για την αυτοκτονία της κοπέλας να ξεχυθούν σαν βέλη στη σκηνή.

 
Η απουσία συναισθήματος συνιστά το πιο σοβαρό ίσως μειονέκτημα της παράστασης, η οποία τελικά δεν καταφέρνει να αγγίξει τον θεατή σε βαθύτερο επίπεδο, παρότι αισθανόμαστε τη σκηνοθέτιδα να συνομιλεί με το φάντασμα του πατρός της και τον δικό του Άμλετ, που παρουσιάστηκε στο ίδιο θέατρο το 1991 – μια παράσταση η οποία, όπως σημειώνει η σκηνοθέτις στο πρόγραμμα, τη σημάδεψε ανεξίτηλα ως παιδί. Τα ξύλινα σανίδια της σκηνής, η νεκροκεφαλή που χρησιμοποιείται στη σκηνή του νεκροταφείου, το έντυπο πρόγραμμα του '91 που ξεθάβεται από το χώμα, προέρχονται, όπως μαθαίνουμε, από εκείνη την εποχή και ήταν –τα δύο πρώτα τουλάχιστον– επιλογές του τότε σκηνογράφου Γιώργου Πάτσα. Επιπροσθέτως, βλέποντας σε ένα μαγνητοσκοπημένο στιγμιότυπο τη μητέρα της, Λήδα Τασοπούλου, να υποκλίνεται στο κοινό, δεν μπορούμε να μην αισθανθούμε το νήμα της μνήμης και της απώλειας να φτάνει ως εμάς.

 

Ενίοτε δημιουργούνται ορισμένες ατμοσφαιρικές στιγμές, με τα ξηλωμένα σανίδια να αποκαλύπτουν τα έγκατα του θεάτρου, την «ομίχλη» να τυλίγει τις ανθρώπινες φιγούρες και τις μικρές εστίες φωτός να τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι.
Ενίοτε δημιουργούνται ορισμένες ατμοσφαιρικές στιγμές, με τα ξηλωμένα σανίδια να αποκαλύπτουν τα έγκατα του θεάτρου, την «ομίχλη» να τυλίγει τις ανθρώπινες φιγούρες και τις μικρές εστίες φωτός να τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι.


Οι φορτισμένες εικόνες του παρελθόντος, η «διπλή» συμμετοχή του Γιάννη Φέρτη, στο «τότε» (ως Άμλετ) και στο «τώρα» (ως Φάντασμα του Βασιλιά), εκπέμπουν μια θερμότητα που δεν αρκεί για να δώσει πνοή στο σύνολο. Το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης εκτυλίσσεται by the book, σε μια κανονικότητα προβλέψιμη, που ελάχιστα μας συναρπάζει. Η τεράστια, άδεια σκηνή, παρά τη γοητεία της, καταπίνει τους ηθοποιούς, που μοιάζουν «μικροί» μέσα στην αχανή αγκαλιά της. Η λιτότητα είναι δύσκολη υπόθεση κι εδώ δίνει περισσότερο την αίσθηση της έλλειψης παρά της υπαινικτικότητας και της άποψης. Ενίοτε δημιουργούνται ορισμένες ατμοσφαιρικές στιγμές, με τα ξηλωμένα σανίδια να αποκαλύπτουν τα έγκατα του θεάτρου, την «ομίχλη» να τυλίγει τις ανθρώπινες φιγούρες και τις μικρές εστίες φωτός να τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι – ένα εγκαταλελειμμένο εργοτάξιο που κρύβει κόκαλα και σώματα, με τη μουσική να προσδίδει σύγχρονο νεύρο και ρυθμό, πότε εντείνοντας το κλίμα μυστηρίου, πότε εγείροντας αναταραχή και πότε παραπέμποντας σε κλαμπ.


Οι ηθοποιοί βάζουν τα δυνατά τους, θα έλεγα όμως πως το αποτέλεσμα διαγράφεται άνισο, με τους περισσότερο έμπειρους να στέκονται στέρεα στα πόδια τους (ξεχωρίζει η μεστή Άννα Μάσχα-Γερτρούδη και ο «κλόουν» Δημήτρης Παπανικολάου-Πολώνιος) και τους νεότερους να στερούνται αυτοπεποίθησης ή/και εκτοπίσματος. Η συμπαθέστατη Αμαλία Νίνου αγαπάει πολύ την Οφηλία της και παλεύει ειλικρινά. Για ποιον λόγο, όμως, καλείται να ερμηνεύσει την περίφημη σκηνή της τρέλας χωρίς εσώρουχο, αποσπώντας μοιραία την προσοχή μας από το σπαρακτικό παραλήρημά της;

 

 

Άμλετ σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου

 

Info:

Oυίλιαμ Σαίξπηρ

Άμλετ

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς

Δραματουργία-Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου

Σκηνικό: Θάλεια Μέλισσα

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Κίνηση: Πατρίσια Απέργη

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Πρωταγωνιστούν: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άμλετ), Νίκος Ψαρράς (Κλαύδιος), Άννα Μάσχα (Γερτρούδη), Δημήτρης Παπανικολάου (Πολώνιος), Αμαλία Νίνου (Οφηλία), Μιχάλης Μιχαλακίδης (Οράτιος), Γιώργος Ζυγούρης (Λαέρτης), Γιάννης Κότσιφας (Ηθοποιός, Νεκροθάφτης), Κλέαρχος Παπαγεωργίου (Ρόζενκραντζ), Βασίλης Μπούτσικος (Γκίλντενστερν).

Στον ρόλο του Φαντάσματος εμφανίζεται σε βίντεο ο Γιάννης Φέρτης.

 

Αμφι-Θέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου

Αγγελικής Χατζημιχάλη 15 (& Αδριανού 111), Πλάκα, 211 2131301

Τετάρτη & Κυριακή 20:00, Πέμπτη 20:30, Παρασκευή 21:00, Σάββατο 17:30 & 21:30

 

* Harold Bloom, «The Invention of the Human»

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.