Από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι πάρα πολύ την έλλειψη του ηλεκτρικού. Όχι ως στατικό στοιχείο της εμπειρίας της ζωής αλλά ως κάτι κατ' εξαίρεσιν συνδεδεμένο με τις θερινές διακοπές στο χωριό της μητέρας και του πατέρα μου, που βρισκόταν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, τα Κάτω Πορόια. Ήταν ένα στοιχείο που έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, όταν το φυσικό φως τελείωνε και κάποιος έπρεπε να ανάψει τη λάμπα του πετρελαίου, κάτι πολύ διαφορετικό από το να ανάψεις απλώς έναν διακόπτη ηλεκτρικού. Είναι κάτι το οποίο φτιάχνει μια αίσθησης σύναξης, κοινότητας ανθρώπων. Το γεγονός ότι δεν ακούς δυνατές φωνές, ακούς χαμηλόφωνο τόνο, είναι πολύ ωραίο γιατί υπογραμμίζει το κουκούλιασμα και αναδεικνύει, επίσης, τη σημασία της φωνής.

 

Είναι μια αξία η φωνή. Για μένα όλο αυτό συνδεόταν με τον κύκλο της ημέρας: γυρίζουν τα ζώα από τη βοσκή, ακούγονται τα κουδούνια των αγελάδων και κλείνει ο κύκλος, ο οποίος, τηρουμένων των αναλογιών, είναι μια συμπύκνωση του κύκλου της ζωής. Και ήταν κάτι που με στιγμάτισε.


• Ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος και επειδή ήθελα να πηγαίνω μαζί του με το υπηρεσιακό αμάξι και όλο και κάποιος το απαγόρευε, στην αρχή ο Πλαστήρας, που ήταν πρωθυπουργός, και μετά ο Παπάγος, όνειρό μου ήταν να γίνω κι εγώ πρωθυπουργός για να επιτρέψω να χρησιμοποιούν το υπηρεσιακό αυτοκίνητο τα παιδιά των υπαλλήλων.

 

Αυτό το όνειρο είχε να κάνει με τη δημοκρατική αγωγή των πρώτων χρόνων, διότι τότε, εκ παραλλήλου, υπήρχαν μερικά πράγματα που στο κοινωνικό περιβάλλον έπαιζαν έναν ρόλο: οι γυναίκες που ήταν ανύπαντρες κι έπρεπε να παντρευτούν. Κατά κάποιον τρόπο, καθ' οδόν, θεώρησα ότι σ' εμένα είχε ανατεθεί να παντρέψω τις ανύπαντρες ή να υποσχεθώ την τακτοποίησή τους, δηλαδή να πουλήσω αυτή την εξυπηρέτηση. Ήταν ένα γελοίο όνειρο πρόωρου πολιτικού, το οποίο συνδεόταν επίσης με το κλίμα που υπήρχε τότε με το Κυπριακό, στις αρχές τις δεκαετίας του '50, και την επομένη του Εμφυλίου.


• Τα παιδικά μου χρόνια ήταν συνδεδεμένα με έναν χώρο που είχε έκταση. Το ταξίδι για να πας από την πόλη στο χωριό κρατούσε μιάμιση ώρα με το τρένο, αλλά διέσχιζες την πεδιάδα του Στρυμόνα, κάτι που επίσης με καθόρισε, γιατί κι εκεί υπάρχει έκταση, υπάρχει χώρος προς κάλυψη. Νομίζω ότι δεν μπόρεσα να απαλλαγώ ποτέ από αυτό, ούτε και στη δουλειά μου.

 

Ακόμα και τώρα που κάνουμε έργα με έναν και ενάμιση ηθοποιό, φαντάζομαι ότι η συνομιλία μου είναι πάντα με μεγάλες επιφάνειες, ασχέτως του αν για πρακτικούς λόγους μπορεί να κάνω θέατρο και με μισό ηθοποιό και με 1/4 ηθοποιού. Έτσι όπως είναι τα πράγματα, η αίσθησή μου είναι ότι η συνομιλία με τα ερωτήματα στα οποία θέλω να απαντήσω έχει να κάνει με την άπλα.

 

Ήμουν στο Θέατρο Τέχνης που είναι ένα μοντέλο-πρότυπο μικροχώρου ‒αυτό στην ουσία εισήγαγε και καθιέρωσε τον συγκεκριμένο τύπο θεάτρου‒, αλλά ποτέ δεν ένιωσα ότι αυτός ήταν ο φυσικός μου χώρος. Απόδειξη ότι μου πρότειναν να κάνω την Ελένη στο Υπόγειο και είπα «όχι». Μου αρέσει αυτό το διαμπερές, μου αρέσει μου που αν φυσήξει λίγο έξω μπαίνει μέσα ο καιρός. Δεν μπόρεσα να συμφιλιωθώ ποτέ με την έννοια του κλειστού και του περίκλειστου.

 

Aν σε κάνει το θέατρο καλύτερο άνθρωπο είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία. Τι θα πει «καλύτερος άνθρωπος»; Το στοίχημα της τελειοποίησης του ανθρώπου είναι φιλοσοφικό, άρα σημαίνει ότι όλα αυτά που λέμε εμείς και το θέατρο οδηγούν στην τρίτη τέχνη που έλεγε και ο Μπρεχτ: «Η τέχνη του θεατή και η τέχνη του ηθοποιού συμβάλλονται για να παραχθεί η τρίτη τέχνη, που είναι η τέχνη της ζωής».


• Ηθοποιός έγινα γιατί δεν μπορούσα να γίνω πολιτικός και σκηνοθέτης επειδή δεν μπορούσα να γίνω συγγραφέας. Το ναυάγιο δύο κλίσεων οδήγησε σε μια τρίτη. Και στην περίπτωση τη συγγραφική και στην περίπτωση του ηθοποιού υπάρχει αυτό το στοιχείο, δηλαδή η ματαίωση μιας κλίσης παράγει μιαν άλλη. Η ειρωνεία είναι ότι τα τελευταία χρόνια εξετέθην και ως συγγραφέας. Ποτέ μη λες ποτέ, υπάρχει αυτό το στοιχείο που είναι η ζωή και είναι εδώ για να μας διαψεύσει. Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες.

 

• Στο θέατρο πήγα αρχικά ως αναγνώστης. Με απασχολούσε το έντυπο όταν ήμουν 12 χρονών και είχα πάει στο πρακτορείο εφημερίδων για να πάρω τη «Διάπλαση των Παίδων» ή το «Ελληνόπουλο». Εκεί είδα το περιοδικό «Θέατρο» του Κώστα Νίτσου που είχε ένα εντυπωσιακό εξώφυλλο offset του Γιώργου Βακιρτζή. Το αγόρασαν κι έγινα φανατικός αναγνώστης του περιοδικού. Αργότερα έγινα και συνεργάτης του ‒έκανα μεταφράσεις‒, τη δεύτερη περίοδό του, μετά τη Μεταπολίτευση.

 

Εν τω μεταξύ, είχα κάνει το βήμα και είχα βρεθεί στο Θέατρο Τέχνης, στη δραματική σχόλη. Ήθελα να πάω να βρω τον άνθρωπο που ήταν πίσω από δύο παραστάσεις που με στιγμάτισαν. Μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο είδα στη Θεσσαλονίκη τους Πέρσες του Αισχύλου και τους Όρνιθες του Αριστοφάνη το 1965. Όταν τελικώς έκανα το βήμα και εδήλωσα στους δικούς μου ότι θα με ενδιέφερε να ασχοληθώ με το θέατρο, κλασικά οι άνθρωποι μου είπαν: «Γιατί υπάρχει αυτό το πράγμα; Δεν πρέπει να πας στο πανεπιστήμιο, όπως όλος ο καλός ο κόσμος, αφού τα παίρνεις τα γράμματα; Και άμα είναι, μετά, μπορείς να ασχοληθείς και με το θέατρο».

 

Έδωσα εξετάσεις και πέρασα στην Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο τρίτο έτος λέω «δεν γίνεται, δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι, άρα πρέπει να γίνει κάτι, πρέπει να ληφθούν κάποιες αποφάσεις». Την εποχή εκείνη και οι δικοί μου είχαν έρθει στην Αθήνα γιατί ο πατέρας μου είχε τοποθετηθεί στο υπουργείο, στην κεντρική υπηρεσία, και τους είπα «θα πάω στη δραματική σχολή». Είχα τελειώσει το δεύτερο έτος της Ιατρικής. Δεν ξέρω πόσο ευχάριστα ένιωσαν, φαντάζομαι πως θα είχαν μια αγωνία για τα πράγματα, αλλά δεν έφεραν αντίρρηση. Η αγωνία ήταν το λιγότερο μια εποχή που τέτοιες επιλογές εθεωρούντο ανορθόδοξες ως όρος επαγγελματικής αποκατάστασης. Τελικώς, πήγα στη δραματική σχολή και τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.

 

Μου αρέσει που ζούμε την καταστροφή. Δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη τύχη από τη συνάντηση με τη διάλυση και ότι αυτή η συνάντηση θα σηματοδοτούσε για μένα μια περίοδο δημιουργικής εργασίας με αυτά τα χαρακτηριστικά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Μου αρέσει που ζούμε την καταστροφή. Δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη τύχη από τη συνάντηση με τη διάλυση και ότι αυτή η συνάντηση θα σηματοδοτούσε για μένα μια περίοδο δημιουργικής εργασίας με αυτά τα χαρακτηριστικά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Η ζωή αλλάζει συνέχεια, οι τροποποιήσεις της είναι αδυσώπητες και αυτό δεν σταματάει όσο ζεις. Και ο βαθμός επιρροής που καθορίζει το αν θα πάει μια ζωή εδώ ή εκεί εξαρτάται από κάποια μικροστοιχεία τα οποία δεν τα πιάνει καν το μάτι σου. Είχα την τύχη στο οικογενειακό μου περιβάλλον να υπάρχει ο παππούς μου από την πλευρά του πατέρα μου και η γιαγιά μου από τη μεριά της μητέρας μου, που ήταν πρόσφυγες. Ο παππούς ήταν αρχιμανδρίτης και η γιαγιά ήταν η καπετάνισσα του σπιτιού, δηλαδή το αφεντικό μιας γεωργοκτηνοτροφικής μονάδας.

 

Ο παππούς μου ήταν συνομιλητής μου μέχρι τα 15 μου χρόνια, διότι ήρθε από τον Πόντο κουβαλώντας στο μπαούλο της προσφυγιάς τις εκδόσεις της Λειψίας: Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Αριστοφάνη με τη σφραγίδα «βιβλιοπωλείων Γεωργιάδου εν Τραπεζούντι, 1840». Ήταν, δηλαδή, εξωελλαδίτης Έλληνας με μια ιδιαίτερη αδυναμία στη γλώσσα. Η σχέση μου μαζί του καθόρισε τη μετέπειτα πορεία μου. Ο άλλος άνθρωπος που θαύμαζα και λειτούργησε ως μοχλός τροποποίησης της ζωής μου ήταν ο Κουν. Γι' αυτό πρέπει να θαυμάζουν οι άνθρωποι, για να ζήσουν πολλές ζωές μες στη ζωή τους. Διαφορετικά, ζεις μία ζωή και ούτε καν ολόκληρη, ζεις κλάσματα.


• Όπως λέει και ο Πλάτων, είναι προνόμιο των ανθρώπων που μπορούν να θαυμάζουν και από αυτή την άποψη λέω ότι η σχέση μου το θέατρο πέρασε μέσα από τον δίαυλο αυτό, του θαυμασμού προς το έργο ενός ανθρώπου. Δεν ξέρω αν μπορώ να μιλήσω για όφελος από το θέατρο, αν λάβω υπ' όψιν τη ζημία. Το θέατρο ήταν μια επικράτεια, μια ήπειρος για μένα, που λειτούργησε και ενεργοποίησε τον μοχλό του θαυμασμού και ξέρω ότι δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος χωρίς θαυμασμό. Αυτό, λοιπόν, το οφείλω στο θέατρο: τη σωτηρία από την κακομοιριά μου.

 

Ξέρετε, είναι μεγάλη υπόθεση αυτή, το πώς σώζεσαι από την κακομοιριά σου σε μια χώρα στην οποία κοινωνικά, αλλά και από άλλες απόψεις, υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για αναπαραγωγή και διαιώνισή της, για πολιτική επιβράβευσή της, για όλο αυτό το πράγμα το οποίο το έχουμε ως χώρα. Το θέατρο ήταν για μένα αυτός ο μοχλός και άνοιξε το πεδίο για την υπέρβαση του κινδύνου της κακομοιριάς. Αυτό για μένα είναι το μέγιστο όφελος.


• Δεν ξέρω τι είναι καλή παράσταση, ξέρω όμως ότι όταν βρεθώ μπροστά της δεν μπορώ να κάνω τίποτα, έχω παραδοθεί.


• Η Ελλάς είναι μια θεατρολάγνος χώρα. Και οι θεατρολάγνοι στηρίζονται στο εναλλακτικό νόμισμα το οποίο δεν είναι το ευρώ αλλά η δόξα. Με δόξα πληρώνονται οι άνθρωποι οι οποίοι εργάζονται κατά 95% στον χώρο του θεάτρου και αμείβονται με τη γνώμη των άλλων. Η γνώμη των άλλων σε στηρίζει και αυτό, λοιπόν, είναι εκεί, σταθερά πια.

 

Οι –πολλοί‒ νέοι άνθρωποι που θέλουν να μπουν στο θέατρο θα κάνουν τη διαδρομή της ζωής καθοδηγούμενοι από την ανωτερότητα του Έλληνα. Υπάρχει μια τρομερή ανωτερότητα η οποία τον κάνει υπέρτερο, ανώτερο ακόμα και ενός επιτεύξιμου στόχου. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό, λες «τι θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Αυτό που κάνουν;». Είναι ευχαριστημένοι απ' τον εαυτό τους, έχουν μια αυτοπαρηγορητική δύναμη και αυτό είναι πραγματικά μεγάλη υπόθεση, για μένα είναι κάτι εντυπωσιακό.

 

Παράγουμε 600-700 ηθοποιούς τον χρόνο, ας μη μιλήσουμε για συγγραφείς. Έχω την εντύπωση ότι, προϊόντος του χρόνου, το επαγγελματικό αίτημα σε σχέση με το θέατρο έχει υποχωρήσει πάρα πολύ και κυρίως μετά την 20ετία που συνέδεσε την ηθοποιία με την τηλεόραση. Βλέπεις ότι πλέον δεν τίθεται το αίτημα αυτό, υπάρχει μια προσγείωση σε σχέση με το 1990 όταν έγινε το «μπαμ» με την ιδιωτική τηλεόραση.

 

Είναι πολύ σημαντικό πράγμα οι εμπειρίες, αλλά εξίσου σημαντικό είναι η απαλλαγή από αυτές. Δηλαδή, δεν ξέρω εάν οι εμπειρίες μας έχουν μια αξία η οποία συνδέεται με τη δύναμη που ενεργοποιούν μέσα μας ώστε να τις ξεπερνάμε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Είναι πολύ σημαντικό πράγμα οι εμπειρίες, αλλά εξίσου σημαντικό είναι η απαλλαγή από αυτές. Δηλαδή, δεν ξέρω εάν οι εμπειρίες μας έχουν μια αξία η οποία συνδέεται με τη δύναμη που ενεργοποιούν μέσα μας ώστε να τις ξεπερνάμε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Ο θεατής είναι το 50% μιας παράστασης. Κάνουμε μια πολύ καλή δουλειά γιατί είναι εξ ορισμού ημιτελής. Δηλαδή, ένας που κάνει αυτήν τη δουλειά βγαίνει απέναντι σε άλλους ανθρώπους και λέει «ελάτε εδώ» και ξέρει ότι αυτός θα καταθέσει το 50% και το άλλο 50%, εφόσον ο ίδιος λειτουργήσει δημιουργικά, θα το βάλει αυτός που είναι από κάτω.

 

Γι' αυτό το θέατρο είναι μια δουλειά που παγιδεύει τον θεατή. Πας να περάσεις ευχάριστα μια-δυο ώρες και βρίσκεσαι υποχρεωμένος να δουλέψεις. Εξαρτάται, βέβαια, και από το τι εφόδια έχεις ως θεατής. Το θέατρο έχει την ικανότητα να σε απογοητεύει, γι' αυτό είναι σημαντική τέχνη. Μπορεί να απογοητεύει σε βαθμό ευθέως ανάλογο προς αυτό που θα μπορούσε να συγκλονίζει.


• Το να συνομιλεί κανένας με αυτό που αγαπάει ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Το να υπάρχει το δημοκρατικό δικαίωμα να μην καταλαβαίνεις ή το να μην έχεις κοπιάσει για κάτι και να μπορείς να έχεις πρόσβαση σε αυτό είναι επίσης μια φενάκη δημοκρατικού λαϊκισμού που λέει ότι δημοκρατισμός σημαίνει ελευθερία εισόδου στα μουσεία, διότι μπορούν να πηγαίνουν όλοι πια. Την ελευθερία στον Ρέμπραντ, όμως, την κατακτά ο καθένας μόνος του. Υπάρχει και η ξεφτίλα και η ξιπασιά του εκπαιδευμένου, γι' αυτό πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν αφορίζουμε και βγάζουμε γενικούς κανόνες.


• Το αν σε κάνει το θέατρο καλύτερο άνθρωπο είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία. Τι θα πει «καλύτερος άνθρωπος»; Το στοίχημα της τελειοποίησης του ανθρώπου είναι φιλοσοφικό, άρα σημαίνει ότι όλα αυτά που λέμε εμείς και το θέατρο οδηγούν στην τρίτη τέχνη που έλεγε και ο Μπρεχτ: «Η τέχνη του θεατή και η τέχνη του ηθοποιού συμβάλλονται για να παραχθεί η τρίτη τέχνη, που είναι η τέχνη της ζωής». Αυτό σε κρατάει ανοιχτό απέναντι στο ερώτημα «τι σημαίνει να είσαι καλός άνθρωπος».

 

Νομίζω ότι αυτό δεν είναι μικρό πράγμα και το θέατρο, όταν έχεις μαζί του μια σχέση άλφα, βοηθάει σε αυτό, όχι δίνοντάς σου μια απάντηση, ευτυχώς, αλλά ανανεώνοντας την απορία και κάνοντάς σε να τη διατυπώνεις κάθε φορά με άλλον τρόπο. Οριστική λύση του ανθρώπινου προβλήματος δεν υπάρχει, αυτό είναι μεγάλη υπόθεση. Επίσης, καθετί απειλείται από αυτό που το συνιστά, «το θέατρο πεθαίνει από το πολύ θέατρο» ‒ κι αυτά λόγια του Μπρεχτ.


• Είναι πολύ σημαντικό πράγμα οι εμπειρίες, αλλά εξίσου σημαντικό είναι η απαλλαγή από αυτές. Δηλαδή, δεν ξέρω εάν οι εμπειρίες μας έχουν μια αξία η οποία συνδέεται με τη δύναμη που ενεργοποιούν μέσα μας ώστε να τις ξεπερνάμε.

 

Συμβαίνει στους ανθρώπους να γίνονται κατά κάποιον τρόπο όμηροι της εμπειρίας τους, φυλακισμένοι της, γι' αυτό μιλαώ για τη δύναμη της κακομοιριάς. Επομένως, υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, πάλι εσύ θα τον διατρέξεις. Δεν γίνεται να ζούμε τη ζωή χωρίς να διατρέχουμε τον κίνδυνό της, αυτό είναι κάτι το οποίο μας περιμένει στη στροφή.


• Μου αρέσει που ζούμε την καταστροφή. Δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη τύχη από τη συνάντηση με τη διάλυση και ότι αυτή η συνάντηση θα σηματοδοτούσε για μένα μια περίοδο δημιουργικής εργασίας με αυτά τα χαρακτηριστικά. Είναι κάτι που δεν το φανταζόμουν πριν από οκτώ χρόνια.

 

Η διανοητική, πνευματική και ψυχική απάτη των Ελλήνων βάφτισε κρίση μια καταστροφή κι άρχισε να λέει πότε θα βγούμε και να βλέπει την άκρη του τούνελ. Είναι πολύ απλό, αποδεικνύεται πανηγυρικά σήμερα ότι δεν επρόκειτο περί κρίσεως, επρόκειτο περί καταστροφής ενός μοντέλου, τηρουμένων των αναλογιών. Η Ελλάς, ως δυτική χώρα, τίτλοις δυτική, στην εσχατιά της Βαλκανικής, έπρεπε να διαλυθεί, όπως διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία το '89-'90 και διαλύεται κανονικά εις τα εξ ων συνετέθη.

 

Όταν ξεκίνησα το 2010 με τον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη, λέγοντας ότι θα έρθει το 2021 για να φύγουν οι τροϊκανοί, υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις. Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα προνόμιο και έζησα την εμπειρία του προνομίου, προσπαθώντας να απαντήσω δημιουργικά. Ελπίζω να είμαστε καλά για να επεξεργαστούμε αυτήν τη διάλυση γιατί πιστεύω ότι αποκλείεται να υπάρξει ελληνικό έργο χωρίς μια συνεχή, εντελώς άμεση επεξεργασία, διύλιση των δεδομένων αυτών της καταστροφής. Εξάλλου, αυτό είναι το καλό. Το 1981 ήρθε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ, το 2015 ήρθαν στην εξουσία οι πασοκογεννημένοι και επομένως τώρα είναι το +-0. Μεθαύριο, το 2021, ξεκινάμε από το +-0.

 

Η ζωή αλλάζει συνέχεια, οι τροποποιήσεις της είναι αδυσώπητες και αυτό δεν σταματάει όσο ζεις. Και ο βαθμός επιρροής που καθορίζει το αν θα πάει μια ζωή εδώ ή εκεί εξαρτάται από κάποια μικροστοιχεία τα οποία δεν τα πιάνει καν το μάτι σου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η ζωή αλλάζει συνέχεια, οι τροποποιήσεις της είναι αδυσώπητες και αυτό δεν σταματάει όσο ζεις. Και ο βαθμός επιρροής που καθορίζει το αν θα πάει μια ζωή εδώ ή εκεί εξαρτάται από κάποια μικροστοιχεία τα οποία δεν τα πιάνει καν το μάτι σου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Ο Τσόρτσιλ είχε πει ότι «οι Έλληνες και οι Εβραίοι δεν θα έπρεπε να αποκτήσουν κράτος, γιατί στους 4 Εβραίους οι 3 είναι αρχηγοί και στους 4 Έλληνες οι 5 είναι αρχηγοί». Έλλην σημαίνει εύθυμη ανάληψη μιας ξεφτίλας. Εάν αρχίζει αυτή η κακομοιριά, η σκοτεινιά του εαυτού, χάνεις τη δυνατότητα να κάνεις το βήμα και να εκτοξευτείς παραπέρα.

 

Η Ελλάς είναι χώρα της Λατινικής Αμερικής που βρίσκεται στην Ευρώπη. Δηλαδή είναι συνομήλικη αυτών των χωρών, των χωρών που καθοδηγούνταν από τον Μπολίβαρ. Εξάλλου, στην Ύδρα το 1825 έβγαινε η εφημερίδα που έλεγε «γιατί να μην έχομεν και ημείς έναν Μπολίβαρ ή έναν Γεώργιον Ουάσινγκτον;».

 

Οι κατασκευές του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις αρχές 19ου αιώνα, όπου κι εμείς υπήρξαμε τελικά ανύπαρκτοι, και βρεθήκαμε χρεωμένοι, είναι ο τρόπος κατασκευής κρατών. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η χώρα μας είναι χρεογενής και εμφυλιογενής και ότι αυτός ο συνδυασμός είναι μια υπόθεση που καλύπτει τα 200 πρώτα χρόνια που υπάρχουμε ως κράτος. Τόσο σοβαροί είμαστε.


• Είναι και το τέλος του δεύτερου ελληνικού αιώνα που σφραγίστηκε κυρίως από τον διχασμό και τον Εμφύλιο, το τέλος αυτού του αφηγήματος δηλαδή, της ιστορίας όπου αριστεροί και δεξιοί έκαναν βιομηχανική παραγωγή ψεύδους. Ευτυχώς που ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ και επιτελεί έργο εθνοσωτήριο. Γι' αυτό και για πολλά άλλα υπάρχει ένα στοιχείο απάθειας, ένα κράμα γελοιοκρατίας όπου συνυπάρχει το γελοίο με την απάτη και με το αισχρό και φέρει τη σφραγίδα όλων των αρμοδίων και υπευθύνων.

 

• Το σχέδιο των δανειστών έχει να κάνει με την καταστροφή του ελληνικού μοντέλου. Το 1990, λίγο πριν γίνει ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας, ένας κοινοτικός αξιωματούχος στις Βρυξέλλες είχε πει ότι η Ελλάδα χρειάζεται αλλαγή regime, αλλαγή καθεστώτος, και είχε γίνει μια ταραχή εδώ. Αναρωτιούνταν τι εννοούσαν εκείνοι; Ξανά δικτατορία; Είναι πολύ απλό, αυτή η δηθενιά την οποία κάναμε ανεκτή για τους δικούς μας λόγους φτάνει στο τέλος και όταν αυτό ελέχθη το '90 είχε μπροστά του μια δεκαετία κατά την οποία έπρεπε να αντιμετωπιστεί το θέμα της Γιουγκοσλαβίας.

 

Έτσι ανεβλήθη η αντιμετώπισή του ελληνικού προβλήματος, το οποίο εκρίθη πιο σημαντικό να γίνει στο πλαίσιο της ευρωζώνης, δηλαδή να δέσεις την Ελλάδα με κάποιον τρόπο για να προλάβει να μπει η χώρα σε αυτή, και το 2010, όταν γίνεται αυτή η ιστορία, να μην μπορείς να κάνεις τίποτα. Πιστεύω ότι η Ελλάς, ως εθνικό κράτος, τελείωσε. Μιλάμε για μια άλλη πραγματικότητα. Αποφασίζουν άλλοι για μας κι εμείς, ως ουραγοί στη συγκρότηση, μπορούμε να είμαστε πρωτοπόροι στη διάλυση.


• Η Ελένη που παρουσιάζω αυτήν τη στιγμή είναι η τρίτη εκδοχή. Η πρώτη ήταν το Αναλόγιο στην Πνύκα το '99, το οποίο ήταν μια σκηνική προσωπογραφία του Ρίτσου, το 2001 αυτονομήθηκε και ξεκίνησε τη ζωή μόνη της στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης και το 2009 παίχτηκε η δεύτερη βερσιόν σε υπαίθριους χώρους στην Αττική, στο Θέατρο του Βύρωνα, και παράλληλα παρουσιάζονταν κάποιες ουρές αυτής της βερσιόν στο εξωτερικό. Τώρα έχουμε την τρίτη βερσιόν, στην οδό Φρινύχου, αυτή που ενσωματώνει στοιχεία του ανοιχτού, του υπαίθριου χώρου.

 

Έχει ενδιαφέρον να βλέπει κανένας τη διαδρομή, το πώς συνομιλεί αυτό το θέαμα με τον καιρό του και τους ανθρώπους του καιρού. Αλλάζει ο αέρας, το μέταλλο το οποίο έχει να κάνει με τον λόγο του ποιητή, το πώς συνομιλεί με τον αέρα του καιρού, και έχει πολύ ενδιαφέρον να δεις μια εμμονή η οποία υπογραμμίζει και την αξία του Ρίτσου όσον αφορά την αποτύπωση αυτής της σχέσης με τα πράγματα, με την Ιστορία, και με την πρόσφατη και με την αρχαιότερη. Αλλά, όπως λέει μια Γαλλίδα φιλόσοφος, «όλες οι γυναίκες είναι Ελένες, δεν είναι ένα πρόσωπο» για το οποίο γράφει ο Ρίτσος ή ο Σεφέρης. Έχει ενδιαφέρον το νήμα της συνάντησης με τον κόσμο, διότι αυτό είναι κάτι που στο θέατρο μπορείς να το ζήσεις, το πώς οι άνθρωποι είναι ίδιοι, αλλάζοντας μέσα στον χρόνο.


• Δεν είναι η πρώτη φορά που ξεκινάω από την αρχή, καταμεσής του δρόμου που λέει και ο Δάντης, «el camino de la vida».

 

• Η ζωή με έχει μάθει να μην λέω μεγάλα λόγια και να είμαι πολύ επιφυλακτικός απέναντι στο εθνικό μάθημα που λέγεται «έκθεση ιδεών». Διαβάζεις μια συνέντευξη της συζύγου του πρωθυπουργού και απ' όλους τους πόρους αποπνέει την κουλτούρα της έκθεσης ιδεών. Η έκθεση ιδεών είναι η κουλτούρα αυτών που δεν ξέρουν τίποτα για τον φόνο.

 

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου στο ρόλο της Ελένης. Φωτο: Σταύρος Χαμπάκης
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου στο ρόλο της Ελένης. Φωτο: Σταύρος Χαμπάκης

 

Ιnfo:

Γιάννης Ρίτσος, Ελένη

Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνικά: Μαρί-Νοέλ Σεμέ

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Παίζουν: Βασίλης Παπαβασιλείου, Νίκος Σακαλίδης

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (Φρυνίχου 14, Πλάκα)

Από 3/10 έως 30/1, Τετ. 18:00

 

Βασίλης Παπαβασιλείου, Relax... My Notis

Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνογραφία: Κώστας- Ηρακλής Γεωργίου
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Παίζουν: Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιάννος Περλέγκας

Από 1/10 έως 19/11, Δευ. 21:15