Το 1798, επί Διευθυντηρίου, ο στρατηγός Ναπολέων Βοναπάρτης, αναζητώντας τρόπους για να ανέλθει στην εξουσία, πήρε έγκριση για εκστρατεία στην Αίγυπτο. Το βασικό επιχείρημα ήταν ο περιορισμός της ναυτικής και εμπορικής δύναμης της Μεγάλης Βρετανίας και η παρεμπόδιση των εμπορικών δρόμων στην Ανατολή και προς την Ινδία. Την 1η Ιουλίου 1798 καταλαμβάνει τη Μάλτα και σύντομα 35.000 Γάλλοι στρατιώτες περνούν στην Αίγυπτο. Ο Ναπολέων θα καταλάβει την Αλεξάνδρεια, θα φτάσει στο Κάιρο, αλλά το αίσθημα του θριάμβου δεν θα κρατήσει πολύ: ο δαιμόνιος ναύαρχος Νέλσον θα καταστρέψει τον γαλλικό στόλο στα ανοιχτά της αιγυπτιακής ακτής και ο γαλλικός στρατός θα αποκλειστεί στη γη των Φαραώ. Λίγους μήνες αργότερα, οι πόλεμοι της Γαλλικής Επανάστασης με την Αυστρία, τη Ρωσία και την Αγγλία επέβαλαν στον Ναπολέοντα να επιστρέψει. Στις 23 Αυγούστου 1799 ο Ναπολέων φεύγει κρυφά από την Αίγυπτο και τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου καταλαμβάνει την εξουσία με το πραξικόπημα της 18ης Μπρυμαίρ.

 

Μα, τι σχέση έχει τώρα ο Ναπολέων με την «Αΐντα» του Βέρντι; Κι όμως, ήταν κατά την εκστρατεία του στην Αίγυπτο που βρέθηκε η Στήλη της Ροζέττας από τον Γάλλο αξιωματικό Πιέρ Φρανσουά Μπουσάρ. Η εγχάρακτη επιγραφή σε δύο γλώσσες (αιγυπτιακή και ελληνική) και τρία συστήματα γραφής (ιερογλυφικά, δημώδη αιγυπτιακή, ελληνική) θεωρείται η αρχή της Αιγυπτιολογίας. Πολλοί προσπάθησαν να αποκρυπτογραφήσουν την ιερογλυφική σημειωτική, αλλά το κατάφερε ο Γάλλος Ζαν-Φρανσουά Σαμπολιόν (1822-24). Τις επόμενες δεκαετίες Γάλλοι, Άγγλοι, Γερμανοί θα επιδοθούν μετά μανίας στη μελέτη του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού, γεμίζοντας τα μουσεία τους με ευρήματα από τις ανασκαφές τους.

 

Ο χεδίβης Ισμαήλ και η Όπερα του Καΐρου

Ένα από τα  σκηνικά της πρώτης παράστασης της Αιντας, Χεδιβική Όπερα του Καϊρου 1871.
Ένα από τα σκηνικά της πρώτης παράστασης της Αιντας, Χεδιβική Όπερα του Καϊρου 1871.

 

Τον 19ο αι. η κυριαρχία της Γαλλίας στη Βόρεια Αφρική ήταν αναμφισβήτητη. Η Αίγυπτος παρέμενε μεν υποτελής στον σουλτάνο, αλλά με σχετική αυτονομία – κουμάντο έκανε ο χεδίβης (αντιβασιλέας). Μεγάλη παραγωγός βαμβακιού, είδε τα ταμεία της να γεμίζουν, καθώς οι διαρκείς πόλεμοι και η ανάπτυξη της υφαντουργίας οδήγησαν σε τεράστια αύξηση των εξαγωγών. Ο Γάλλος διπλωμάτης και μηχανικός κόμης Φερδινάνδος Λεσέψ πείθει τον χεδίβη να αναλάβει τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ και το 1858 συστήνεται εταιρεία (το 53% των μετοχών το είχαν Γάλλοι, το 44% Αιγύπτιοι και το 3% μέτοχοι από άλλες χώρες) που αναλαμβάνει την κατασκευή του έργου και την εκμετάλλευσή της για τα επόμενα 99 χρόνια. Στις 25 Απριλίου 1869 η διάνοιξη ολοκληρώνεται και στις 17 Νοεμβρίου πραγματοποιούνται τα επίσημα εγκαίνια.

 

Τότε, χεδίβης ήταν ο Ισμαήλ πασάς (1830-1895) που σπούδασε στη Γαλλία και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Αιγύπτου με μεγάλα σχέδια για τον εκσυγχρονισμό της (με τη βοήθεια των Γάλλων και των Άγγλων, φυσικά). Τα εγκαίνια της διώρυγας ήταν η αφορμή για να οικοδομήσει ένα άλλο «σύμβολο» ισχύος και (πολιτιστικής) ανάπτυξης, ένα θέατρο όπερας, το πρώτο στην Αφρική! Με πρότυπο τη Σκάλα του Μιλάνου, αλλά με το ξύλο ως βασικό υλικό, η Χεδιβική Όπερα του Καΐρου, σε σχέδιο των Ιταλών αρχιτεκτόνων Αβοσκάνι και Ρόσι, οικοδομήθηκε μέσα σε έξι μήνες και εγκαινιάστηκε λίγες μέρες πριν από τη διώρυγα του Σουέζ.

 

 

 

Η Αιγυπτιολογία στην όπερα: η δημιουργία της «Αΐντας» του Βέρντι

Ο ευρωπαϊκών οριζόντων και σπουδών χεδίβης ήθελε καινούργιο μουσικό έργο για να εγκαινιάσει το νεόδμητο κτίριο. Ήδη από τον Αύγουστο του 1869 είχε ζητήσει από τον Τζουζέπε Βέρντι να γράψει έναν ύμνο, πρόταση που ο συνθέτης απέρριψε, απαντώντας ότι δεν συνηθίζει να συνθέτει κομμάτια κατά περίσταση. Τελικά, η Όπερα του Καΐρου θα ανοίξει τις πόρτες της με τον «Ριγκολέτο» (1851) του Βέρντι την 1η Νοεμβρίου 1869. Ωστόσο, ο Ισμαήλ πασάς δεν το βάζει κάτω, θέλει μια καινούργια όπερα αρχαιοαιγυπτικακής θεματολογίας και αναθέτει στον Καμίγ ντι Λοκλ, λιμπρετίστα της όπερας του Βέρντι «Ντον Κάρλος» (1867) και διευθυντή τότε της Οpéra Comique του Παρισιού, να πείσει τον συνθέτη.

 

Άλλος ένας Γάλλος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της «Αΐντας», ο αυτοδίδακτος αιγυπτιολόγος Ογκίστ Μαριέτ. Φαίνεται ότι είναι ο συγγραφέας της σύνοψης της ιστορίας που διάβασε ο Βέρντι και πείστηκε να αναλάβει τη σύνθεση τον Μάιο του 1870, αφού συμφωνήθηκε γενναία αμοιβή (150.000 φράγκα σε χρυσό, κατατεθειμένα στην Τράπεζα Ρότσιλντ του Παρισιού). Τη δημιουργική διαδικασία μπορούμε να την παρακολουθήσουμε από την εκτενή αλληλογραφία όλων των εμπλεκόμενων προσώπων, κυρίως του συνθέτη, του λιμπρετίστα Γκισλαντσόνι, του οικονομικού διευθυντή της Όπερας του Καΐρου, του ιμπρεσάριου Λαμπουνιάνι και, βεβαίως, του Μαριέτ. Ο τελευταίος ανέλαβε τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία της παράστασης, ώστε να εξασφαλιστεί η ιστορική ακρίβεια της όψης και να αναδειχθεί το μεγαλείο του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού.

 

Ο Μαριέτ ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση. Γεννημένος το 1821, ήταν ξάδελφος του Νεστόρ Λ’ Οτ, που ήταν ζωγράφος και σύντροφος του Σαμπολιόν σε ένα από τα ταξίδια του στην Αίγυπτο (1828-1830) και σε άλλα δύο (1838-39 και 1840-41), κατά τη διάρκεια των οποίων, με εντολή της γαλλικής κυβέρνησης, κατέγραψε και ζωγράφισε τους αρχαίους ναούς. Μετά τον θάνατο του Λ’ Οτ το 1842, ο Μαριέτ ανέλαβε να τακτοποιήσει τις επιστολές, τις σημειώσεις, τα σκίτσα και τις υδατογραφίες του. Κόλλησε το πάθος για την αρχαία Αίγυπτο, μελέτησε τα ιερογλυφικά και τα κοπτικά και το 1850 έφυγε για την Αίγυπτο με ειδική αποστολή: να εντοπίσει και να συγκεντρώσει πολύτιμα χειρόγραφα για τη συλλογή του Λούβρου.

 

Χειρόγραφα δεν βρήκε, αλλά έπιασε φιλίες με Βεδουίνους που τον οδήγησαν στην περιοχή της Σακκάρα. Κάτω από βουνά άμμου διέκρινε αρχαία ερείπια, μία σφίγγα και την κορυφή της κλιμακωτής πυραμίδας (του Ντζόζερ). Με 30 άνδρες ξεκίνησε τις ανασκαφές που το 1851 οδήγησαν στην ανακάλυψη του μνημειακού συγκροτήματος της νεκρόπολης της Μέμφιδας, της Λεωφόρου των Σφιγγών και του Σεραπείου με τις 24 σαρκοφάγους των ιερών ταύρων, χιλιάδων ευρημάτων (σαρκοφάγων, αγαλμάτων, επιγράφων κοκ) ανεκτίμητης αξίας. Πολλά εξ αυτών, φυσικά, αποτελούν σήμερα τη συλλογή του Λούβρου.

 

Αρχικά, έμεινε στην Αίγυπτο τέσσερα χρόνια, συνεχίζοντας τις ανασκαφές. Διορίστηκε επιμελητής στο Λούβρο, αλλά σύντομα, το 1858, επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, όταν ο χεδίβης ζήτησε τη βοήθεια και τις γνώσεις του για την προστασία των αιγυπτιακών αρχαιοτήτων. Ο Μαριέτ απαγόρευσε τις ανασκαφές χωρίς ειδική αδειοδότηση, ώστε να εμποδίσει την παράνομη πώληση και εξαγωγή τους σε άλλες χώρες, φροντίζοντας ωστόσο για την προνομιακή θέση των Γάλλων αρχαιολόγων στην Αίγυπτο. Χάρη στη δική του επιμονή, το νέο Αιγυπτιακό Μουσείο στο Μπουλάκ του Καΐρου έγινε ένα από τα σημαντικότερα στον κόσμο. Συνέχισε τις ανασκαφές του, φέρνοντας στο φως σπουδαία αρχαία μνημεία και ευρήματα και δημοσιεύοντας πολυάριθμες σχετικές μελέτες, μέχρι τον θάνατό του, το 1881.

 

Όταν σκηνοθετεί κανείς μια όπερα τόσο στενά συνδεδεμένη με τον αιγυπτιακό πολιτισμό σε ένα ελληνορωμαϊκό θέατρο όπως αυτό της Ταορμίνας, το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι το πώς να “υποδεχτεί” την Αίγυπτο των Φαραώ σε έναν χώρο που δεν φέρει κανένα της στοιχείο.
Όταν σκηνοθετεί κανείς μια όπερα τόσο στενά συνδεδεμένη με τον αιγυπτιακό πολιτισμό σε ένα ελληνορωμαϊκό θέατρο όπως αυτό της Ταορμίνας, το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι το πώς να “υποδεχτεί” την Αίγυπτο των Φαραώ σε έναν χώρο που δεν φέρει κανένα της στοιχείο.

 

Ο θρίαμβος της πρεμιέρας

Τα σκηνικά που σχεδίασε ο Μαριέτ για την πρώτη παράσταση της «Αΐντας» βασίζονται στην αρχαία αιγυπτιακή αρχιτεκτονική και ναοδομία και τα κοστούμια της «Αΐντας» ακολουθούσαν τη μόδα των ενδυμάτων της εποχής του Ραμσή Γ’. Ο ίδιος μετέβη στο Παρίσι για να εποπτεύσει την κατασκευή τους, μήνες πριν ο συνθέτης ολοκληρώσει το έργο. Η πρεμιέρα είχε οριστεί για τον Ιανουάριο του 1871, αλλά η έκρηξη του γαλλοπρωσικού πολέμου και η πολιορκία του Παρισιού απέκλεισαν τον αιγυπτιολόγο στη γαλλική πρωτεύουσα και καθυστέρησαν αρκετούς μήνες την ολοκλήρωση σκηνικών και κοστουμιών. Μόνο μετά τη λήξη των γεγονότων της Κομμούνας, τον Ιούνιο του 1871, άρχισαν πάλι να δουλεύουν οι τέσσερις ζωγράφοι και οι μοδίστρες της Όπερας του Παρισιού τα σκηνικά και τα πολυάριθμα κοστούμια (μόνο οι χορεύτριες ήταν 32). Τελικά, όλα ήταν έτοιμα τον Νοέμβριο του 1871. Η υπερπαραγωγή των 320.000 φράγκων έκανε πρεμιέρα στις 24 Δεκεμβρίου του 1871, με Ιταλούς τραγουδιστές στη διανομή, υπό τη διεύθυνση του Τζοβάνι Μποτεζίνι. Ήταν ένας θρίαμβος.

 

Δημοφιλής έκτοτε όπου παρουσιάστηκε, η «Αΐντα» εξακολουθεί να είναι μία από τις όπερες που ανεβαίνουν πιο συχνά στα λυρικά θέατρα του κόσμου.

 

Ο Βέρντι δεν παρευρέθηκε στην πανηγυρική πρώτη της «Αΐντας». Σε μια επιστολή του στον μουσικοκριτικό Φίλιππο Φιλίππι έγραψε: «Πόση επίδειξη, σήμερα, για μια όπερα! Δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, μέλη χορωδίας, διευθυντές ορχήστρας, καθηγητές κ.ά., όλοι πρέπει να βάλουν το λιθαράκι τους στο οικοδόμημα της διαφήμισης […].Είναι λυπηρό, εξαιρετικά λυπηρό!» (J.L. Dutronc, «Η γένεση της “Αΐντας”», από το πρόγραμμα της παραγωγής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 2001). Εκείνος ήθελε μια «έξυπνη φωνητική, οργανική και σκηνική εκτέλεση» και θα φροντίσει να την έχει στη Σκάλα του Μιλάνου, στη πρώτη ευρωπαϊκή πρεμιέρα του έργου ( 8 Φεβρουαρίου 1872). Τον ρόλο της Αΐντας ερμήνευσε η Βοημή σοπράνο Τερέζα Στολτς, την οποία ο Βέρντι είχε στο μυαλό του ήδη από την εποχή της σύνθεσης, καθώς είχε γοητευθεί τόσο από τη φωνή της όσο και από την ομορφιά της (λέγεται ότι υπήρξε ερωμένη του). Η ίδια ανέλαβε την κεντρική ηρωίδα και στην πρεμιέρα της όπερας στη Βιέννη το 1875 και στο Παρίσι το 1876.

 

Δημοφιλής έκτοτε όπου παρουσιάστηκε, η «Αΐντα» εξακολουθεί να είναι μία από τις όπερες που ανεβαίνουν πιο συχνά στα λυρικά θέατρα του κόσμου.

 

Ο σκηνοθέτης, εκτός από το εφέ των προβολών, τους φωτισμούς και την κίνηση, θεωρεί βασικά στο τελικό αποτέλεσμα και τα κοστούμια της Σόνιας Καμμαράτα.
Ο σκηνοθέτης, εκτός από το εφέ των προβολών, τους φωτισμούς και την κίνηση, θεωρεί βασικά στο τελικό αποτέλεσμα και τα κοστούμια της Σόνιας Καμμαράτα.

 

«Στην αγκαλιά σου ποθώ να πεθάνω»

Η δράση εκτυλίσσεται στη Μέμφιδα και στις Θήβες, ας πούμε την εποχή του Ραμσή του Γ’ (1186-1155 π.Χ.). Η Αΐντα, κόρη του βασιλιά της Αιθιοπίας, είναι σκλάβα της Αμνέριδας, κόρης του Φαραώ. Οι δύο νεαρές γυναίκες αγαπούν τον Ρανταμές, στρατηγό των Αιγυπτίων, ο οποίος επιστρέφει νικητής από τον πόλεμο κατά των Αιθιόπων. Υποκύπτοντας στις πιέσεις του πατέρα της, η Αΐντα εκμαιεύει από τον ερωτευμένο μαζί της Ρανταμές ένα μυστικό που θα βοηθήσει τους Αιθίοπες να αντιμετωπίσουν την επόμενη επίθεση του αιγυπτιακού στρατού. Εξοργισμένη από ζήλια, η Άμνερις τον κατηγορεί για προδοσία. Τον συλλαμβάνουν και οι ιερείς τον καταδικάζουν σε θάνατο. Η Άμνερις τον παρακαλεί να αρνηθεί την Αΐντα για να τον σώσει, αλλά μάταια. Η βαριά πέτρα κλείνει για πάντα τον Ρανταμές σε μια υπόγεια κρύπτη. Μέσα από το σκοτάδι ξεπροβάλλει η Αΐντα – μπήκε κρυφά για να ακολουθήσει στον θάνατο τον αγαπημένο της.

 

Διαρκείς συγκρούσεις κρατούν από την αρχή έως το τέλος αμείωτη τη δραματική ένταση. Οι πολλοί, το κράτος, συγκρούονται με το ερωτευμένο υποκείμενο, οι πόθοι και τα όνειρα των νέων με τα συμφέροντα του κράτους και του ιερατείου, η αγάπη για την πατρίδα με τον έρωτα. Στο τέλος, η κόρη του Φαραώ θα χάσει τον αγαπημένο της και η Αΐντα και ο Ρανταμές θα βρουν τον θάνατο. Οι μεγάλοι εμφανίζονται άκαμπτοι και χωρίς έλεος προς τα τρυφερά αισθήματα των νέων. Η εντυπωσιακή ως προς τα μεγέθη σκηνή του θριάμβου εξυπηρετεί την ανάδειξη των αντιθέσεων που διχάζει τους αθώους και τους καταδικάζει στην απώλεια και στον θάνατο.

 

Κοίτα, τώρα, τη δύναμη της τέχνης, που πρώτοι κατανόησαν και δόξασαν οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί. Παρότι η «Αΐντα» τελειώνει με την Αΐντα και τον Ρανταμές να «θάβονται» ζωντανοί στην υπόγεια κρύπτη, όπου φρικτός θάνατος τους περιμένει, οι θεατές φεύγουν με την ανάταση ενός έρωτα που είναι πιο δυνατός και από τον θάνατο. Είναι αυτό που γράφει ο Τόμας Μαν στο «Μαγεμένο Βουνό», όταν ο κεντρικός ήρωας, ο νεαρός μηχανικός Χανς Κάστορπ, αναφερόμενος ακριβώς στην «Αΐντα», σκέφτεται ότι «το αντικειμενικά επικείμενο» στην όπερα δεν υπάρχει και οι φωνές του Ρανταμές και της Αΐντας «ανέρχονταν σε ταυτοφωνία μέχρι τη μακάρια προσήγηση, βεβαιώνοντας πως τώρα άνοιγαν οι ουρανοί και πως οι προσδοκίες τους έλαμπαν στο φως της αιωνιότητας».

 

 

 

Ιούνιος 2016: Η «Αΐντα» στο Ηρώδειο

 

Η παράσταση της αγαπημένης και στο ελληνικό κοινό «Αΐντας» στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού (10, 11, 12, 15 Ιουνίου) είναι μια παραγωγή που παρουσιάστηκε το 2009 στο αρχαίο θέατρο της Ταορμίνα στη Σικελία. Ο σκηνοθέτης της, Ενρίκο Καστιλιόνε, σημειώνει:

 

«Όταν σκηνοθετεί κανείς μια όπερα τόσο στενά συνδεδεμένη με τον αιγυπτιακό πολιτισμό σε ένα ελληνορωμαϊκό θέατρο όπως αυτό της Ταορμίνας, το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι το πώς να “υποδεχτεί” την Αίγυπτο των Φαραώ σε έναν χώρο που δεν φέρει κανένα της στοιχείο. Πρόθεσή μου ήταν η παραγωγή να αποδίδει την εποχή των Φαραώ με τη μέγιστη λαμπρότητα.

 

Έτσι, σχεδίασα μια μεγάλη πυραμίδα, σύμβολο της αρχαίας Αιγύπτου, η οποία αγκαλιάζει όλη τη σκηνή, μια πλατιά πυραμίδα στην οποία ξετυλίγεται η δράση των τεσσάρων πράξεων της όπερας του Βέρντι. Όμως, αυτό δεν αρκούσε προκειμένου να αποδοθεί η αρχαία Αίγυπτος με όλα της τα χρώματα και τη μεγαλοπρέπεια. Έτσι, εκτός από την πυραμίδα, σκέφτηκα μια διαμόρφωση η οποία θα “ντύνει” το εσωτερικό του θεάτρου με τα χρώματα, τις μορφές και τα σύμβολα της αρχαίας Αιγύπτου. Αυτό έγινε πραγματικότητα χάρη σε υψηλής ανάλυσης προβολές εικόνων που “μεταμορφώνουν” τα ερείπια του θεάτρου σε περιβάλλον αιγυπτιακό [...]».

 

Ο σκηνοθέτης, εκτός από το εφέ των προβολών, τους φωτισμούς και την κίνηση, θεωρεί βασικά στο τελικό αποτέλεσμα και τα κοστούμια της Σόνιας Καμμαράτα.

 

Την Αΐντα ερμηνεύουν (διπλή διανομή) η Τσέλια Κοστέα και η Άντα Λουίζε Μπόγκτζα, τον Ρανταμές ο Ντάριο ντι Βιέτρι και ο Φραντσέσκο Ανίλε, την Άμνερις η Έλενα Γκαμπούρι και η Ελένα Κασσιάν, τον Αμονάσρο ο Άρης Αργύρης και ο Άντζελο Βέτσια και τον Ράμφι ο Τάσος Αποστόλου. Την ορχήστρα της Λυρικής θα διευθύνουν ο Μύρων Μιχαηλίδης και ο Ηλίας Βουδούρης.

 

 

Info:

Αΐντα

Ωδείο Ηρώδου Αττικού
10-12, 15, Ιουνίου 2016
21:00

είσοδος: €15- 100

 

Η όπερα παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία του Ιταλού Ενρίκο Καστιλιόνε, φημισμένου για την κινηματογραφική ματιά και το ρεαλισμό των θεαμάτων του. Μουσική διεύθυνση: Μύρων Μιχαηλίδης (10, 11/6) - Ηλίας Βουδούρης (12, 15/6). Στο ρόλο της Αΐντας η Τσέλλια Κοστέα (10, 12/6) και η Άντα Λουίζε Μπόγκτζα (11, 15/6). Στο ρόλο του Ρανταμές ο Ντάριο ντι Βιέτρι (10, 12, 15/6) και ο Σεμπαστιάν Φερράντα (11/6).

 

Συμμετέχουν η Ορχήστρα, η Χορωδία και το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Στην Ιταλική γλώσσα, με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους.