• Έχω γεννηθεί στην Αθήνα, αλλά έζησα τα δύο πρώτα χρόνια μου στην Αλεξάνδρεια. Τα επόμενα είκοσι τα έζησα στην πλατεία Βικτωρίας. Δεν είχα ερεθίσματα από την περιοχή, σχολείο πήγα στη Λεόντειο και στου Ζηρίδη –αυτά τα σχολεία που φορολογεί ο ΣΥΡΙΖΑ με 23%–, έτσι δεν είχα γειτονιά. Έτρωγα σουβλάκια στου Δομάζου, αλλά δεν έπαιζα ποτέ εκεί. Ήμουν ένα σπασικλάκι που διάβαζε πολύ, γι' αυτό και έπαιρνα καλούς βαθμούς. Νοίκιασα σπίτι στα 18 και ήμουν πάντα πολύ ανασφαλής, όπως είμαι ακόμα. Και με πολλά συμπλέγματα. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα –από τα πολλά που έχω– είναι η πολύ κακή μνήμη. Δεν θυμάμαι, διαγράφω πράγματα κι η αδερφή μου με κοροϊδεύει. Γίνομαι ρεζίλι συνέχεια με την άθλια μνήμη μου, χώρια που δεν αναγνωρίζω και ανθρώπους στον δρόμο. Κι έχω διαβάσει πολύ λιγότερα βιβλία από αυτά που θα ήθελα. Ειδικά πολιτικά βιβλία έχω διαβάσει ελάχιστα. Μερικές φορές αισθάνομαι ότι είμαι γυμνός, ότι δεν πατάω πουθενά, κι αυτό φαίνεται, γι' αυτό πολλές φορές το ρίχνω στο συναίσθημα. Αν δεν μπορείς να κάνεις μια ανάλυση για κάτι, το ρίχνεις στο συναίσθημα. «Φίλες μου, γεια σας», που λέει κι ο φίλος μου ο Κανέλλης.

 

  • Με τους γονείς μου δεν είχα ιδιαίτερα θερμές σχέσεις. Ο πατέρας μου ήταν πάντα απόμακρος, με τη μάνα μου το πράγμα στράβωσε πολύ νωρίς. Μια φορά που με είχε πάει να με κουρέψει έκανα φασαρία και μου είχε πει ότι όταν γυρίσουμε σπίτι θα με δείρει. Και γυρίσαμε σπίτι και με έδειρε. Τίποτα φοβερό, αλλά δεν το ξέχασα ποτέ, επειδή το έκανε οργανωμένα. Την ημέρα που πέθαινε και με ειδοποίησε η αδερφή μου ότι είναι σε κώμα, εγώ έδωσα πρώτα τα θέματα στην εφημερίδα και μετά πήγα στο νοσοκομείο. Όταν έφτασα, είχε πια πεθάνει. Δεν θα συγχωρήσω τον εαυτό μου ποτέ γι' αυτό.
Ένας δημοσιογράφος δεν πρέπει να μιλάει. Εδώ και 30 χρόνια που γράφω, πάντα είχα και έχω την αίσθηση ότι η δική μου η άποψη δεν έχει και μεγάλη σημασία. Δεν ενδιαφέρει... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Ένας δημοσιογράφος δεν πρέπει να μιλάει. Εδώ και 30 χρόνια που γράφω, πάντα είχα και έχω την αίσθηση ότι η δική μου η άποψη δεν έχει και μεγάλη σημασία. Δεν ενδιαφέρει... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι καταλαβαίνεις τη φτώχεια, την προσφυγιά, αν δεν τις έχεις ζήσει. Τις παρατηρείς, αν είσαι ευαίσθητος άνθρωπος και τίμιος μπορείς να τις προσεγγίσεις, αλλά δεν μπορείς να τις καταλάβεις, αν δεν τις έχεις νιώσει στο πετσί σου.

 

  • Σπούδασα χημικός μηχανικός γιατί στα 18 μου –και υπό την επίδραση των γονιών μου– διάλεξα μια θετική επιστήμη, και μάλιστα την πιο δύσκολη σχολή, για λόγους και προσωπικού στοιχήματος. Πέρασα, τέλειωσα, και παρόλο που δεν κατάφερα να μπω μέσα σε αυτό το πράγμα, έκανα και μεταπτυχιακά...

 

  • Δεν μπορώ να κάνω ρεπορτάζ στον δρόμο, ούτε να παίρνω συνεντεύξεις. Έχω πάρει ελάχιστες συνεντεύξεις στη ζωή μου και αυτές με πολύ άγχος, γιατί ντρέπομαι πάρα πολύ και επειδή δεν αισθάνομαι ότι έχω τις ικανότητες να το κάνω. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να γράφω. Και πάλι όμως, σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, εξακολουθώ να γράφω με την ίδια συστολή και αμηχανία που είχα την πρώτη μέρα. Ζηλεύω τους ανθρώπους που γράφουν εύκολα, παρόλο που μπορεί να παρασυρθούν μερικές φορές και να γράφουν κοινοτοπίες. Υπήρξα τυχερός στο επάγγελμα αυτό και βρέθηκα εδώ από σπόντα. Μου άρεσε πολύ όμως να διαβάζω ξένες εφημερίδες κι έτσι ξεκίνησα. Βρέθηκα στην «Αυγή» όταν ήταν διευθυντής ο μέγας Γιάνναρος, μια εποχή που γράφαμε ελεύθερα, κάναμε συζητήσεις και είχαμε ένα σωρό ερεθίσματα. Υπήρχαν και τα στραβά, βέβαια. Θυμάμαι ότι ήθελα να βάλω κάτι σκιτσάκια της «Libération» για τους τρόπους μετάδοσης του AIDS, που τότε είχε φουντώσει, και το έκοψαν. Ήταν πολύ συντηρητικοί, η Αριστερά ήταν ανέκαθεν συντηρητική.

 

  • Μετά, πήγα στα «Νέα» επί Καραπαναγιώτη – ενδεχομένως με κάποιον άλλο διευθυντή να έκανα τώρα άλλη δουλειά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ο πιο μεγάλος μου δάσκαλος. Δεν είχα μαζί του μια σχέση δημοσιογράφου προς διευθυντή, αλλά μιλούσαμε πολύ, δηλαδή τον άκουγα να διηγείται. Και μου έστελνε βιβλία, συνέχεια. Τα καταβρόχθιζε γιατί διάβαζε με καταπληκτική ταχύτητα και περίμενε να κάνω κι εγώ το ίδιο! Χάρη στον θείο μου, είχα από μικρός τα άπαντα του Δημήτρη Χατζή. Χάρη στον Καραπαναγιώτη, έχω τα άπαντα του Αϊζάια Μπερλίν. Ήταν φοβερή τύχη να γνωρίσεις έναν τέτοιον άνθρωπο, να ασχοληθεί μαζί σου και να σε αφήνει να γράφεις. Κι έγραφα εντελώς ελεύθερα. Ακόμα γράφω σχετικά ελεύθερα. Μεγάλη υπόθεση αυτή, γιατί η απόλυτη ελευθερία είναι μύθος. Κάτι που διδάσκεται κανείς με τα χρόνια είναι να αυτολογοκρίνεται. Η αυτολογοκρισία δεν είναι κακό, ξέρεις πού βρίσκεσαι, ξέρεις πού κινείσαι, ξέρεις τι έχεις να κάνεις. Αν θέλεις να κάνεις αντάρτικο, πήγαινε στο βουνό, δεν θα το κάνεις στην εφημερίδα σου.

 

Και μια φράση που με σημάδεψε είναι «απόλαυση και ενοχή». Όπως το τραγουδάει ο Λέοναρντ Κοέν στο «Famous blue raincoat»... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Και μια φράση που με σημάδεψε είναι «απόλαυση και ενοχή». Όπως το τραγουδάει ο Λέοναρντ Κοέν στο «Famous blue raincoat»... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Οι εφημερίδες δεν πάνε καλά. Δεν πέφτουν μόνο για οικονομικούς λόγους ή εξαιτίας του Ίντερνετ, νομίζω ότι πέφτουν και από ευθύνη δική μας, από ατολμία, από ανία. Βαριόμαστε να επεξεργαστούμε λίγο περισσότερο τα κείμενα, κι αυτό το πράγμα γίνεται όλο και πιο έντονο. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο.

 

  • Είμαι λίγο αυταρχικός και politically correct σε κάποια πράγματα και ευτυχώς που δεν διευθύνω εγώ μια εφημερίδα! Δεν μπορώ να δεχτώ οτιδήποτε στο όνομα του διαλόγου. Πιστεύω ότι μια εφημερίδα πρέπει να έχει θέσεις. Να έχει έναν προσανατολισμό. Δεν μπορεί να είναι όλα χύμα στο όνομα της ελευθεροτυπίας. Αυτό ήταν που δεν μου άρεσε στην «Ελευθεροτυπία». Δεν μπορεί να γράφεται οτιδήποτε. Και επίσης πρέπει να υπάρχει μια συνέπεια στο γράψιμο. Δεν μπορείς να είσαι άλλος στην εφημερίδα και άλλος στο facebook.

 

  • Ένας δημοσιογράφος δεν γίνεται να είναι πραγματικά αντικειμενικός. Η αντικειμενικότητα δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ευθύνη για όλα αυτά που γράφεις, ακόμα κι όταν τα γράφεις με ψευδώνυμο, ακόμα και όταν δεν τα υπογράφεις. Έχεις ευθύνη γι' αυτά. Σήμερα δίνεται λιγότερη σημασία στην ακρίβεια – κάτι που εμένα πάντα με στοίχειωνε. Πρέπει να είσαι ακριβής, δεν μπορείς να είσαι στο περίπου, ότι μπορεί να μην έγινε έτσι, αλλά δεν βαριέσαι. Αυτό το πράγμα δεν το καταλαβαίνουν κάποιοι από τους νεότερους, το έχω προσέξει πολλές φορές. Εγώ, όταν κάνω ένα λάθος και μου το επισημάνουν εκ των υστέρων, σκάω...

 

Είχα πάντα φόβο με την ηλικία, την αίσθηση ότι μεγαλώνεις και αλλάζεις. Εγώ δεν αισθάνομαι ότι μεγαλώνω, ότι κουράστηκα, αισθάνομαι περίπου όπως αισθανόμουν και πριν από είκοσι χρόνια. Η πραγματικότητα είναι άλλη όμως.

 

  • Ήμουνα πάντα βολεμένος. Δεν δοκιμάστηκα στη ζωή μου. Δεν δοκιμάστηκα από τη φτώχεια, δεν δοκιμάστηκα από αρρώστιες. Δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι καταλαβαίνεις τη φτώχεια, την προσφυγιά, αν δεν τις έχεις ζήσει. Τις παρατηρείς, αν είσαι ευαίσθητος άνθρωπος και τίμιος μπορείς να τις προσεγγίσεις, αλλά δεν μπορείς να τις καταλάβεις, αν δεν τις έχεις νιώσει στο πετσί σου. Μια κυρία που μένει στην πολυκατοικία μου και διαβάζει ανελλιπώς τα κείμενά μου στα «Νέα» διάβασε το βιβλίο μου και μου είπε «ώρες-ώρες τσαντίζομαι τόσο πολύ γιατί βγάζεις κάτι δεξιό και φαίνεται πόσο βολεμένος είσαι, ρε παιδί μου». Μου έκανε εντύπωση αυτό από μια κυρία που δεν με ξέρει καθόλου. Προφανώς έχει δίκιο.

 

  • Ήμουν πάντα του γραφείου, της ασφαλούς και εύκολης δημοσιογραφίας. Κάθεσαι στο γραφείο σου και διαβάζεις και γράφεις. Γι' αυτό λέω ότι μετέγραφα πάντα ιδέες που θεωρούσα ενδιαφέρουσες, δεν παρήγα ιδέες. Όπως είχε πει κάποιος πρώην υπουργός, «είμαι επινοούμενος, δεν είμαι διανοούμενος». Αυτό που κάνω, όμως, πιστεύω ότι το κάνω καλά. Έκανα λίγα ταξίδια στη ζωή μου, αν και μου αρέσουν πολύ, και η συνάντησή μου με τον Κλάουντιο Μάγκρις στην Τεργέστη ήταν πολύ γλυκιά και πολύ ωραία, γιατί μιλήσαμε για πράγματα που ενδιέφεραν εμένα, δηλαδή για τη φιλία, τον θάνατο, τον έρωτα, τέτοια πράγματα. Δεν μιλήσαμε τόσο για τα βιβλία του. Ίσως επειδή εγώ δεν μπορούσα να πάρω μια συνέντευξη για τα βιβλία του. Αλλά το πήγα εκεί που ήθελα και ήταν πολύ ωραίο το αποτέλεσμα. Θυμάμαι και τον πρώτο αριθμό της κοπέλας του, όπως μου τον ανέφερε τραγουδιστά, πενήντα χρόνια μετά.

 

  • Ένας δημοσιογράφος δεν πρέπει να μιλάει. Εδώ και 30 χρόνια που γράφω, πάντα είχα και έχω την αίσθηση ότι η δική μου η άποψη δεν έχει και μεγάλη σημασία. Δεν ενδιαφέρει. Θα περάσει με κάποιον τρόπο, αλλά αυτό που προέχει είναι η πληροφορία και όχι η άποψη. Αυτό που επεδίωκα πάντα ήταν να περνάει μια πληροφορία στον αναγνώστη. Κάτι να παίρνει, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί μου ή με το θέμα που έχω διαλέξει. Μου άρεσε πάντα το ψαχνό στο έντυπο, τα μεγάλα κείμενα και τα φοβερά ρεπορτάζ, γι' αυτό μου αρέσουν o «New Yorker» και το «New York Review of Books» – προϊόντα πραγματικής δουλειάς. Αυτό όμως στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να γίνει. Δεν έγινε, κι αν έγινε, δεν είχε επιτυχία. Δεν το ζητάει ο αναγνώστης. Υπάρχουν και οικονομικοί λόγοι φυσικά. Έχει σχέση και με το πώς γράφεται το μεγάλο κείμενο. Όταν επί σειρά ετών τα μεγάλα κείμενα ήταν σεντόνια που δεν διαβάζονταν, φτάσαμε σε αυτό το πράγμα. Ένα πολυσέλιδο κείμενο του «New Yorker» είναι ένα συναρπαστικό κείμενο, είναι λογοτεχνία.

 

  • Οι νέοι δεν διαβάζουν λογοτεχνία όσο θα έπρεπε. Θυμάμαι τον Jean Daniel, τον ιδρυτή του «Nouvel Observateur», ο οποίος το πρώτο πράγμα που έλεγε πάντα όταν ένας υποψήφιος δημοσιογράφος τον ρωτούσε τι θα έπρεπε να κάνει ήταν «να διαβάζεις λογοτεχνία». Έγραψε κάποτε για μια κοπέλα που του είπε «θέλω να γίνω δημοσιογράφος και να πάω στη Χιλή» και τη ρώτησε αν έχει διαβάσει Νερούδα και Γκαμπριέλα Μιστράλ. «Όχι», του είπε αυτή, «αλλά τι σχέση έχει, δημοσιογράφος θέλω να γίνω». «Μα», της λέει, «οι συγγραφείς πιάνουν την ψυχή της χώρας. Αν δεν έχεις διαβάσει τους συγγραφείς, δεν μπορείς να "μπεις" στη χώρα. Άρα, δεν μπορείς να γίνεις δημοσιογράφος». Στην ελάχιστη διδακτική εμπειρία μου στο Πάντειο δεν είχε νόημα να πεις στα νέα παιδιά πώς να γράφουν, εμένα δεν μου έδωσε κανείς καμία οδηγία. Τους έλεγα, όμως, να διαβάζουν λογοτεχνία. Κι αν μπορούν, να ταξιδεύουν. Να ταξιδεύεις, να ανοίγει ο ορίζοντάς σου, να έχεις ερεθίσματα και να διαβάζεις. Μετά έρχεται μόνο του.

 

  • Ο Νίκος Γκιώνης, ιδιοκτήτης των εκδόσεων Πόλις που πίστεψε σ' εμένα και με ενθάρρυνε να γράψω το βιβλίο Οι ιστορίες θα μας σώσουν, διάβαζε τα χειρόγραφα που του έστελνα και μου έλεγε ότι προτιμούσε τις ιστορίες από τις πολιτικές αναλύσεις. Χωρίς τον Γκιώνη, δεν θα είχα κάνει τίποτα. Βρίσκω ότι οι ιστορίες είναι αυτές που έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Θυμάμαι κάποια που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Craiglist, ένα διεθνές site μικρών αγγελιών, και με είχε συγκλονίσει. Ήταν η ιστορία ενός αεροπόρου που είχε ρίξει 48 βόμβες στο Ανόι –στον πόλεμο του Βιετνάμ– και όταν γύρισε στην Αμερική παρασημοφορήθηκε, δεν μπορούσε όμως να ζήσει με αυτό το πράγμα και αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς του '73, έβρεχε κι αυτός κυκλοφορούσε στους δρόμους σαν χαμένος. Μπήκε κάτω από ένα στέγαστρο και είδε εκεί μια γυναίκα που προσπαθούσε να προστατευτεί από τη βροχή και τρελάθηκε. Του άρεσε πάρα πολύ, ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε δει ποτέ στη ζωή του. Έπιασαν κουβέντα και πήγαν σε ένα καφέ να συνεχίσουν κι εκεί είπαν ο καθένας την ιστορία του. Κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα και όταν γύρισε η γυναίκα δεν ήταν εκεί, είχε φύγει. Δεν την ξαναείδε ποτέ, αλλά η συνάντηση μαζί της του έσωσε τη ζωή. Σαράντα χρόνια μετά, όταν είχε πεθάνει και η γυναίκα του και ο γιος του και ήταν μόνος και πάλι, έβαλε μια αγγελία σε αυτό το site που έλεγε «όπου κι αν είσαι, είσαι μαζί μου και όταν βρέχει είσαι ακόμα περισσότερο μαζί μου». Είναι η ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου, αλλά όταν τη διάβασα με συγκλόνισε.

 

  • Ο έρωτας είναι κάτι συναρπαστικό, αλλά είναι και κάτι τρομακτικό. Είναι κάτι εντελώς προσωπικό και διαφορετικό για τον καθέναν. Τι σημαίνει έρωτας; Ταυτίζεται με την αποκλειστικότητα, τη μονογαμία; Άλλοι το θεωρούν προφανές, άλλοι όχι. Εμένα με ιντρίγκαρε πάντα αυτό το κίνημα του πολυερωτισμού, δηλαδή θεωρώ ότι ο ερωτευμένος άνθρωπος, ο οποίος είναι εξ ορισμού κλειστός –δεν είναι ανοιχτός σε ερεθίσματα επειδή είναι ερωτευμένος, επειδή φοβάται ενδεχομένως ή δεν ενδιαφέρεται να ανοιχτεί–, είναι συντηρητικός. Εάν, πάλι, ανοιχτείς, κινδυνεύεις να παρασυρθείς.

 

  • Είχα πάντα φόβο με την ηλικία, την αίσθηση ότι μεγαλώνεις και αλλάζεις. Εγώ δεν αισθάνομαι ότι μεγαλώνω, ότι κουράστηκα, αισθάνομαι περίπου όπως αισθανόμουν και πριν από είκοσι χρόνια. Η πραγματικότητα είναι άλλη όμως. Το βλέπεις από τον τρόπο που σε αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι. Στην εφημερίδα ανακαλύπτεις ότι εκεί που ήσουν ο πιτσιρίκος ο οποίος άκουγε, ξαφνικά είσαι ο πιο μεγάλος. Αυτό είναι σοκ. Και από το σημείο αυτό μέχρι να φας πόδι από την εφημερίδα, ευγενικά φυσικά, δεν είναι μεγάλη η απόσταση.

 

  • Πιστεύω ότι πρέπει να έχει κανείς αρχές στη ζωή του, και κάθε τόσο να τις παραβιάζει. Να, όπως έκανα εγώ με αυτήν τη συνέντευξη. Και μια φράση που με σημάδεψε είναι «απόλαυση και ενοχή». Όπως το τραγουδάει ο Λέοναρντ Κοέν στο «Famous blue raincoat». Κι όπως ακριβώς το τραγουδάει η Λάσα ντε Σέλα στη συγκλονιστική «Εξομολόγηση». Ήταν ο εναλλακτικός τίτλος για το βιβλίο μου. Τελικά, προτιμήσαμε το Οι ιστορίες θα μας σώσουν.


Το βιβλίο του Μιχάλη Μητσού Οι ιστορίες θα μας σώσουν, Ένα ημερολόγιο του 2014 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Ο Μιχάλης Μητσός αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» (είναι αρχισυντάκτης στο «Διεθνές»).