Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Ο Δημήτρης Σκαρμούτσος αφηγείται τη ζωή του στη LiFO

Σεφ. Μεγάλωσε στα νότια προάστια, ζει στο Κολωνάκι. Έχει ταξιδέψει στη Σαμόα, τις Παρθένους Νήσους και το Ντακάρ.
Στη ζωή μου μετακομίζω πολύ, δεν μένω πολύ σε μια δουλειά. Επίσης, δεν μένω στο ίδιο σπίτι πάνω από 2 χρόνια. Νιώθω σαν τσιγγάνος. Φωτο: Photoharrie/LIFO

Μεγάλωσα σε διάφορα σπίτια στην Αργυρούπολη, την Ηλιούπολη, το Ελληνικό και τη Γλυφάδα. Ήταν η εποχή που ανθούσε το πανκ. Η μάνα μου ασχολούνταν με τις δουλειές του σπιτιού και ο πατέρας μου ήταν ηλεκτρολόγος. Ήμασταν μια τυπική μικροαστική οικογένεια.

 

• Από εκείνη την εποχή θυμάμαι τις αλάνες που παίζαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς και το λεωφορείο 160 που παίρναμε για να κατεβούμε στα Εξάρχεια. Πολλές φορές, μάλιστα, χάναμε το τελευταίο λεωφορείο και γυρνούσαμε πίσω με τα πόδια ή με οτοστόπ. Ήταν η εποχή που ακόμα ο κόσμος σταματούσε κι έπαιρνε κάποιον που του έκανε οτοστόπ.

 

Στα Εξάρχεια πηγαίναμε στο θρυλικό Green Door στην Καλλιδρομίου. Ήταν τότε το πιο underground bar της περιοχής. Όποιος σχετιζόταν με τη μουσική ήταν εκεί. Έβλεπες, ας πούμε, τους Cure όταν είχαν έρθει στην Αθήνα, τον Nick Cave να τα πίνει εκεί πολύ συχνά και φυσικά μέλη από τα δικά μας τα συγκροτήματα, από τους Last Drive μέχρι τις Τρύπες. Όλοι εκεί ήταν.

 

 Πάντα υπήρχε μέσα μου το μικρόβιο της μαγειρικής. Τη δεκαετία του '80 όλοι στην Ελλάδα μεγαλώσαμε με τις μανάδες μας να μαγειρεύουν όλη μέρα. Απλά, τότε δεν υπήρχε περίπτωση να πεις στους γονείς σου ότι θέλεις να γίνεις μάγειρας. Όλοι ήθελαν να γίνουν γιατροί και δικηγόροι, άντε, και στην ξεφτίλα οικονομολόγοι. Στην Αμερική, όμως, είχε μεγάλη άνθηση το επάγγελμα του μάγειρα και είχαν αρχίσει να ξεπηδούν πολλά ταλέντα.

 

• Το 1989 είχα φρικάρει με την Ελλάδα και ήθελα να φύγω. Επειδή η μάνα μου ήταν μετανάστρια στην Αμερική είχε και αμερικανική υπηκοότητα όπως και εγώ. Είχα και έναν ξάδελφο στο Λος Άντζελες και αποφάσισα να πάω εκεί για να σπουδάσω Οικονομικά. Την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στο Λος Άντζελες ήταν σαν να προσγειώθηκα σε άλλο πλανήτη.

 

Θυμάμαι να κοιτάω με δέος τους αυτοκινητόδρομους, τα τεράστια αυτοκίνητα και τον ωκεανό με τα τεράστια κύματα. Σκεφτόμουν: «Δεν θα τη βγάλω καθαρή, εδώ θα με φάνε». Μαύροι, άσπροι, Κινέζοι, Μεξικανοί, ένα χάος ήταν. Πίστεψα ότι δεν θα αντέξω πάνω από δυο εβδομάδες. Ήταν όλα 300 φορές πιο μεγάλα από όσα είχα δει στην Ελλάδα.

 

• Πάντα υπήρχε μέσα μου το μικρόβιο της μαγειρικής. Τη δεκαετία του '80 όλοι στην Ελλάδα μεγαλώσαμε με τις μανάδες μας να μαγειρεύουν όλη μέρα. Απλά, τότε δεν υπήρχε περίπτωση να πεις στους γονείς σου ότι θέλεις να γίνεις μάγειρας. Όλοι ήθελαν να γίνουν γιατροί και δικηγόροι, άντε, και στην ξεφτίλα οικονομολόγοι. Στην Αμερική, όμως, είχε μεγάλη άνθηση το επάγγελμα του μάγειρα και είχαν αρχίσει να ξεπηδούν πολλά ταλέντα.

 

Σκέψου ότι τότε ο Ματσουχίσα του Nobu ήταν ένας αποτυχημένος εστιάτορας στην Αλάσκα και ήρθε στο Λος Άντζελες και άνοιξε ένα σουσάδικο του συρμού. Μετά, όταν έσκασαν οι ηθοποιοί και οι celebrities, έγινε το μεγάλο «μπαμ» και έγινε και αυτός μεγάλος σταρ.

 

• Το αγαπημένο μου εστιατόριο ήταν το French Laundry, λίγο έξω από το Λος Άντζελες στη Napa Valley, όπου μαγείρευε ο περίφημος Thomas Keller. Δούλεψα για 2 χρόνια μαζί του. Πήγα μια μέρα και τον βρήκα και του είπα με τσαμπουκά ότι θέλω να δουλέψω μαζί του. Στην Αμερική, αν δεν έχεις τσαμπουκά, δεν κάνεις τίποτα. Είναι μια χώρα όπου υπάρχει η αξιοκρατία, αλλά θέλει και τσαμπουκά για να πας μπροστά. Τους πρώτους 6 μήνες δούλεψα τσάμπα και ύστερα άρχισα να πληρώνομαι. Μετά την έκανα γιατί δεν τον άντεχα άλλο. Ήταν δυνάστης. Χίτλερ.

 

• Ύστερα, έπιασα δουλειά στα ξενοδοχεία της Sheraton και είχα την τύχη να είμαι στην ομάδα ενός σεφ, ο οποίος σε κάποια φάση έγινε corporate executive chef για 100 ξενοδοχεία της αλυσίδας σε όλο τον κόσμο. Όπου άνοιγε ξενοδοχείο, έπαιρνε την ομάδα και πηγαίναμε και στήναμε την κουζίνα. Έτσι κατάφερα αν ταξιδέψω πάρα πολύ σε όλο τον κόσμο. Είχαμε βάση το Λος Άντζελες και ταξιδεύαμε από Χονγκ Κονγκ μέχρι Σαμόα, στις Παρθένους Νήσους, στο Ντακάρ, παντού. Ήταν φοβερή εμπειρία.

 

• Στη ζωή μου ήμουν πολλές φορές τυχερός και πολλές άτυχος. Πάντα ήμουν τυχερός στο θέμα της δουλειάς, αλλά άτυχος στα υπόλοιπα. Άπειρες αποτυχημένες σχέσεις, άπειροι αποτυχημένοι γάμοι, εθισμοί φοβεροί σε αλκοόλ και ναρκωτικά. Το μόνο που πήγαινε καλά ήταν πάντα η δουλειά μου και αυτή ήταν που με έφερνε στα ίσια.

 

• Λόγω μιας κοπέλας που έμεινε έγκυος αναγκάστηκα να γυρίσω στην Ελλάδα και να μετακομίσω στα Χανιά, γιατί εκεί ήταν το σπίτι της. Αυτή δεν ήθελε να έρθει στην Αμερική, ήθελε να μείνει στην Κρήτη. Εγώ είχα φτάσει στα 31 και θεώρησα ότι ήταν η σωστή εποχή να αράξω και να γυρίσω πίσω, παρόλο που δεν ήθελα. Όπως είναι φυσικό, έπαθα πολιτισμικό σοκ. Επίσης, εκεί που στην Αμερική έβγαζα τότε 95.000 δολάρια τον χρόνο, στην Ελλάδα έπαιρνα 420.000 δραχμές τον μήνα. Αρχίδια δηλαδή.

 

Στη ζωή μου ήμουν πολλές φορές τυχερός και πολλές άτυχος. Πάντα ήμουν τυχερός στο θέμα της δουλειάς, αλλά άτυχος στα υπόλοιπα. Άπειρες αποτυχημένες σχέσεις, άπειροι αποτυχημένοι γάμοι, εθισμοί φοβεροί σε αλκοόλ και ναρκωτικά. Το μόνο που πήγαινε καλά ήταν πάντα η δουλειά μου και αυτή ήταν που με έφερνε στα ίσια.

 

• Εκεί ξεκίνησα να δουλεύω στη Νυχτερίδα, ένα ιστορικό εστιατόριο των Χανίων, και τέσσερα χρόνια μετά μεταπήδησα στον Μύλο του Κερατά. Αυτά είναι και τα δυο καλύτερα εστιατόρια της περιοχής. Έπαθα πλάκα με την κρητική κουζίνα και με τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούν στην κουζίνα τους. Και εκεί που έκανα μια ζωή μια γαλλο-ταϊλανδέζικη κουζίνα, το γύρισα στην κρητική.

 

• Στην Αμερική μπορεί να είχαμε ό,τι θέλαμε από πρώτες ύλες από όλο τον κόσμο, αλλά δεν τις βλέπαμε ποτέ να φυτρώνουν. Τις βλέπαμε πακεταρισμένες μέσα σε κουτάκια. Στην Κρήτη έμπαινα μέσα στα χωράφια, στα μποστάνια, στα αμπέλια και έκοβα μόνος μου ό,τι χρειαζόμουν. Αυτό είναι το όνειρο του μάγειρα. Να κόβει μόνος του τα λαχανικά, να πηγαίνει να δει τα αρνιά στο μαντρί, τα κοτόπουλα.

 

• Τον Σταύρο Θεοδωράκη τον ήξερα από παλιά, από τα Χανιά. Έτσι, όταν του ήρθε η ιδέα να φτιάξει το Αλάτσι, μου πρότεινε να αναλάβω την κουζίνα του. Τότε στην Αθήνα υπήρχε μόνο η Κρήσσα Γη στο Μαρούσι που σέρβιρε κρητική κουζίνα. Το Αλάτσι πέτυχε γιατί ο Σταύρος είχε την ιδέα να φέρνει όλες τις πρώτες ύλες από τα Χανιά.

 

Στα πέντε χρόνια που μαγειρεύω στο Αλάτσι έχω ταΐσει τη μισή Αθήνα και δεν με ήξερε ούτε η μάνα μου, εκτός από τους ανθρώπους του κύκλου μου. Τώρα βγαίνω 3 εβδομάδες στο γυαλί και γίνεται χαμός. Πάντως, είναι σαν μην συμβαίνει όλο αυτό. Η ζωή μου είναι κανονική, όπως πριν.

 

• Δεν θυμάμαι πότε έκανε το πρώτο μου τατουάζ, αλλά πρέπει να ήταν στον Τζίμη στην Πλάκα, τότε που ήταν ένα πολύ καλτ μέρος. Το πρώτο μου αμερικανικό το έκανα σε ένα παλιό τατουατζίδικο του '30 στο λιμάνι του Long Beach. Πάντως, αν είχα χέρι, θα γινόμουν σίγουρα τατουατζής. Αλλά, εγώ πάω να ζωγραφίσω καμηλοπάρδαλη και βγαίνει κότα.

 

• Το πιο επικίνδυνο και συγχρόνως πιο εμβληματικό πιάτο στον κόσμο είναι το σούσι από blowfish, ένα δηλητηριώδες ψάρι. Αν δεν φιλεταριστεί σωστά, μπορεί να σε σκοτώσει. Είναι πολύ λίγοι οι σεφ που έχουν το δικαίωμα να το κάνουν σούσι αυτό το ψάρι.

 

• Τώρα μένω Κολωνάκι, στη Δεινοκράτους. Μου αρέσει το κέντρο. Έχω περάσει από Εξάρχεια και Λυκαβηττό και κατέληξα στο Κολωνάκι. Τα Εξάρχεια τα γουστάρω τρελά, αλλά δεν συμφωνώ με πολλά πράγματα που γίνονται εκεί, όπως το νταβατζιλίκι, ότι σπάω και καίω όποιο αμάξι και μηχανή γουστάρω και δεν είμαι σε φάση πλέον, στα 40 μου, να κατεβαίνω από το σπίτι μου και να ψάχνω να βρω το αμάξι μου. Οι φασαρίες είναι καλές, αλλά όταν γίνονται για κάποιο λόγο. Δεν γουστάρω το μπάχαλο που γίνεται εκεί κάτω πια.

 

• Δεν υπάρχει χρόνος για προσωπική ζωή πια. Ξεκινάω 6 το πρωί και πάω στο μαγαζί για να κάνω προετοιμασία, φεύγω, πάω στα γυρίσματα, μετά επιστρέφω στο μαγαζί, το βράδυ γυρνάω σπίτι, βγάζω το σκύλο βόλτα και κοιμάμαι. Και την επόμενη πάλι τα ίδια.

 

• Στη ζωή μου μετακομίζω πολύ, δεν μένω πολύ σε μια δουλειά. Στο Αλάτσι που είμαι τώρα πέντε χρόνια είναι ρεκόρ. Επίσης, δεν μένω στο ίδιο σπίτι πάνω από 2 χρόνια. Νιώθω σαν τσιγγάνος.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αθηναϊκή σαλάτα: πώς να φτιάξετε το δημοφιλές πιάτο της αστικής κουζίνας των '70s
Σπιτική μαγιονέζα, ενισχυμένη με λαχανικά, και βραστό ψάρι συνθέτουν ένα πιάτο που ξυπνά αναμνήσεις: ο σεφ Δημήτρης Νίκολης παρουσιάζει το αυθεντικό και τρεις παραλλαγές
Τι σου θυμίζει αυτή η γεύση;
Η βαθιά συγκίνηση που ανακαλεί στη μνήμη μια οικεία γεύση είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει συχνά την καλλιτεχνική δημιουργία
Το Chez Lucien λειτουργεί ξανά, αυτήν τη φορά στο bios
To αγαπημένο γαλλικό μπιστρό των Πετραλώνων που διέκοψε τη λειτουργία του πέρσι, επιστρέφει και πάλι.
«Araklia»: Ο σεφ Γιάννης Γαβαλάς κάνει τα γαστρονομικά του όνειρα πραγματικότητα στην Ηρακλειά
Κουζίνα της καρδιάς στην άγονη γραμμή των Κυκλάδων

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όταν ο Κώστας Βουτσάς είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LIFO
Ηθοποιός. Γεννήθηκε στον Βύρωνα, ζούσε στο  Κολωνάκι. Έχασε πρωταγωνιστικό ρόλο πλάι στην Τζέιν Φόντα, επειδή δεν ήξερε αγγλικά.
Μαρία Κίτσου: Η πoλυσυζητημένη ηθοποιός της χρονιάς αφηγείται τη ζωή της στη LiFO
Λαίδη Μακμπέθ στην παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη στο Εθνικό Θέατρο, Ελένη στις «Άγριες Μέλισσες» του ANT1: φέτος είναι, χωρίς αμφιβολία, η χρονιά της Μαρίας Κίτσου.
Άννα Λόντου: Η προγονή και κληρονόμος του Γιώργου Σεφέρη αφηγείται τη ζωή της στη LiFO
Η ζωή δίπλα στον Σεφέρη, η αυτοκτονία της Πηνελόπης Δέλτα, το σπίτι της οδού Άγρας και άλλες πτυχές μιας μυθιστορηματικής καθημερινότητας.
Η Όλια Λαζαρίδου αφηγείται τη ζωή της στη LIFO
Ηθοποιός, γεννήθηκε στο Κολωνάκι, ζει στα Εξάρχεια. Αγαπά τους γέρους και τα παιδιά γιατί είναι σε μια ηλικία που δεν διεκδικούν τίποτα.
Όταν η Τζένη Βάνου είχε αφηγηθεί τη ζωή της στη LIFO
Τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στην πλατεία Αττικής το 1939 και πέθανε στις 5 Φεβρουαρίου 2014. Δεν εκτίμησε ποτέ όσο θα έπρεπε «τη χρυσόσκονη που την έλουσε ο Θεός».
Ματθαίος Γιωσαφάτ: «Ο γάμος είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες της χρόνιας κατάθλιψης»
Ο κορυφαίος Έλληνας ψυχίατρος-ψυχαναλυτής και συνιδρυτής της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας σε μια σπάνια συνέντευξη.
Γιάννης Καϋμενάκης: «Για να μάθεις για το κρασί έχεις τρεις τρόπους. Σπουδάζοντας, πίνοντας ή ταξιδεύοντας»
Οινοχόος, ιδιοκτήτης του Paleo Wine Store στον Πειραιά. Γεννήθηκε στον Κορυδαλλό, ζει στον Πειραιά. Θεωρεί ότι αλλάζει δραματικά η κατάσταση στο ελληνικό κρασί – προς το καλύτερο.
Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας: «Η Αθήνα συγκαταλέγεται στις πιο άσχημες πόλεις σε όλον τον κόσμο»
Αρχιτέκτων, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ. Γεννήθηκε και ζει στο Κολωνάκι. Θεωρεί ότι η μεγαλύτερη φυσιογνωμία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής σκέψης κατά τον 20ό αιώνα ήταν ο Λε Κορμπιζιέ.
Όταν ο Μένης Κουμανταρέας είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LiFO
«Όταν γράφεις μια ιστορία για την πόλη πρέπει να κοιτάς τους ήρωες από πολύ κοντά και να είσαι αποστασιοποιημένος κιόλας. Η αρχική φωλιά για να τους βρεις είναι πάντα ο εαυτός σου».
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος: «Βλέπω νέα παιδιά, χαρά Θεού- η ελπίδα, το καλό κομμάτι της κοινωνίας»
O σπουδαίος Έλληνας ζωγράφος Μάκης Θεοφυλακτόπουλος αφηγείται τη ζωή του στη LIFO
Κώστας Μπακογιάννης: «Δεν ξέρεις πόσο θα ήθελα να ζει ο πατέρας μου και να με έχει δει δήμαρχο της Αθήνας»
Ο δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Μπακογιάννης αυτοβιογραφείται στη μακροβιότερη στήλη της LiFO.
Οι Αθηναίοι της LiFO: Οι δημοσιογράφοι που γράφουν τη στήλη για 15 χρόνια αφηγούνται την εμπειρία τους
Λίγο πριν από τα εγκαίνια της μεγάλης φωτογραφικής έκθεσης «Οι Αθηναίοι της LiFO» στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς, παλιοί και νέοι συνεργάτες της LiFO θυμούνται μερικές από τις πιο εντυπωσιακές φωτογραφίες στην ιστορία της στήλης και καταγράφουν εμπειρίες από το making of.
Λίνα Μενδώνη: «Από μικρό παιδί γαλουχήθηκα να πορεύομαι με μέτρο»
Υπουργός Πολιτισμού. Γεννήθηκε στο Παγκράτι, ζει στο κέντρο. Πιστεύει πως, ανεξαρτήτως φύλου, πρέπει να αντιμετωπίζεσαι με κριτήριο την αξία σου.
Όταν ο ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης αφηγήθηκε τη ζωή του στη LifO
«Μου αρέσουν όλα τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι. Λέω γελώντας ότι είμαι τούτι-φρούτι».
Snik: «Δεν έχω πει σε κανέναν ούτε "πάρε ναρκωτικά" ούτε "πάρε ένα όπλο στο χέρι"»
Ο πρωτοπόρος της νέας ελληνικής ραπ σκηνής μιλά για την τεράστια επιτυχία που απολαμβάνει, εξηγεί πώς κατάφερε να φτάσει ως εδώ και δίνει τον δικό του ορισμό στην ευτυχία.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή