• Γεννήθηκα στην οδό Πλουτάρχου 4 απέναντι από τον Άγιο Νικόλαο, όπου και βαφτίστηκα. Παράξενο, αλλά όλη μου τη ζωή έμενα και μένω απέναντι ή ανάμεσα από εκκλησίες. Τώρα είμαι ανάμεσα στη Μονή Πετράκη και στον Άγιο Γεώργιο στον Λυκαβηττό. Στο Λονδίνο έχω φάτσα τη σκωτσέζικη εκκλησία και πίσω, στο υπνοδωμάτιό μου, την αγγλικανική. Αυτό με ευχαριστεί ιδιαίτερα και μου δημιουργεί μια αίσθηση αόρατης προστασίας, γιατί, αν και καθόλου θρησκόληπτη ή «θεούσα», είμαι πολύ θρήσκα, με βαθιά πίστη και αμέριστη λατρεία στον Χριστό (και μόνο).

 

  • Τέλειωσα το δημοτικό της Φίλτσου, αλλά καθώς ήξερα αγγλικά από μικρή, οι γονείς μου με έστειλαν στο Κολέγιο, ένα σχολείο δημιουργικό, ανοιχτόμυαλο, όλων των κοινωνικών πεποιθήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των αριστερών. Είχαμε εκπληκτικούς καθηγητές, Έλληνες και Αμερικανούς. Ερωτεύτηκα την Αμερική και μετρούσα τις μέρες να φύγω για εκεί. Πήρα υποτροφία για τo Barnard College, που όμως απαιτούσε να μένω εσωτερική σε κοιτώνα θηλέων. Είπα «Αποκλείεται. Δεν θα αφήσω το αναπαυτικότατο σπίτι μου, με τις δύο υπηρεσίες, για να πάω εσωτερική σε έναν χώρο γεμάτο γυναίκες!». Γενικά, βαριέμαι τις γυναίκες –την ανελέητη υποκειμενικότητα των απόψεών τους για τα πάντα–, εκτός από όσες με ενδιαφέρουν γιατί έχουν κάτι ιδιαίτερο να επιδείξουν.

 

Έκανα ενδιαφέρουσες και γαργαλιστικές συνεντεύξεις, αλλά χωρίς ποτέ να ατακάρω. Στην αρχή της καριέρας μου είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι ποτέ δεν θα μεταχειριζόμουν την πένα μου για να πληγώσω ανθρώπους.

 

  • Αποφάσισα να πάω μόνη μου στην Αγγλία που γνώριζα και αγαπούσα από μικρή γιατί η γιαγιά μου γεννήθηκε εκεί. Ήθελα να σπουδάσω θέατρο, αλλά σκέφτηκα ότι μέχρι να πείσω τους δικούς μου, θα περνούσε ένας χρόνος και έτσι τους είπα ότι θα γινόμουν δημοσιογράφος, αλλά πρώτα θα σπούδαζα Ιστορία – ήξερα ότι σε αυτό δεν θα έφερναν αντίρρηση. Έφτασα στο Λονδίνο χωρίς να ξέρω κανέναν. Πήγα με την ατράνταχτη αισιοδοξία ότι εκεί θα ευτυχήσω, θα πετύχω και θα γνωρίσω τους πιο συναρπαστικούς ανθρώπους του κόσμου! Και πράγματι, η Αγγλία δεν με απογοήτευσε. Μου άνοιξε τις πόρτες της όπως σε λίγους ξένους, μου παρείχε ιδανικές συνθήκες για να ωριμάσω ως άνθρωπος, να πετύχω επαγγελματικά και να αφυπνιστώ πνευματικά – με την υπερβατική έννοια της λέξης. Εκείνη την εποχή ονειρευόμουν μια Αγγλία τύπου Αγκάθα Κρίστι, με πύργους στην εξοχή για Σαββατοκύριακα, τους οποίους τα γνώρισα λίγο αργότερα χάρη στη φιλία μου με τη συμφοιτήτριά μου, τη μεσόκοπη και διαζευγμένη λαίδη Πράιορ Πάλμερ.

 

Μου άρεσε πολύ που η Αθήνα είχε αποκτήσει τέτοια ζωντάνια, αλλά και η Ελλάδα που είχε αλλάξει και εξελιχθεί πολύ. Βλέπετε, αν και πολύ κοσμοπολίτισσα, παραμένω πολύ έντονα πατριώτισσα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Μου άρεσε πολύ που η Αθήνα είχε αποκτήσει τέτοια ζωντάνια, αλλά και η Ελλάδα που είχε αλλάξει και εξελιχθεί πολύ. Βλέπετε, αν και πολύ κοσμοπολίτισσα, παραμένω πολύ έντονα πατριώτισσα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

  • Άρχισα τις σπουδές μου το '66. Τότε το Λονδίνο ήταν εντελώς διαφορετικό. Τα βράδια μετά τις 11:00 δεν κυκλοφορούσε ψυχή στους δρόμους και τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα. Σύντομα, το swinging London τα απελευθέρωσε όλα. Ήρθε το μίνι κι επειδή είχα ωραίες γάμπες, μου άρεσε πολύ – αν και ποτέ δεν ήμουν πολύ των κλαμπ. Πηγαίναμε στα ρεστοράν όπου βλέπαμε τους διάσημους. Βρήκα την πρώτη μου δουλειά στο «House and Garden». Ήξερα από μουσική, θέατρο, μόδα, αλλά τίποτα από διακόσμηση. Εκεί μέσα έμαθα να με ενδιαφέρει. Στο διπλανό γραφείο ήταν ακόμα μία λαίδη, γίναμε καλές φίλες και μου γνώρισε όλο το σοφιστικέ Λονδίνο, αριστοκράτες και καλλιτέχνες.

 

  • Εντελώς τυχαία γνώρισα τον αρχισυντάκτη του «Evening News» και του είπα πρότεινα μια σειρά συνεντεύξεων, όπου άντρες θα μιλούσαν για γυναίκες. Μου είχε γυαλίσει ο Ρίτσαρντ Χάρις και ήθελα να τον γνωρίσω. Πάντα, όποτε ήθελα να γνωρίσω κάποιον, οργάνωνα συνέντευξη. Ενθουσιάστηκε και συμφώνησε. Η συνέντευξη με τον Χάρις ήταν η πρώτη της ζωής μου, την έβαλαν χωρίς να αλλάξουν λέξη και το πληρώθηκα πολύ καλά. Αμέσως μετά με πήραν στη «Vogue», αλλά δεν έμεινα πολύ γιατί μου πρόσφεραν τη θέση της fashion και travel editor στο «Tattler», όπου έμεινα 3,5 χρόνια. Ταξίδεψα παντού, Ταϊβάν, Ινδία, Μαρόκο, Τυνησία. Μετά πήγα στην «Daily Express» ως fashion editor.

 

  • Στην «Daily Express» πληρωνόμουν απίθανα και τα ξόδευα όλα, κυρίως σε ρούχα, γιατί από πολύ μικρή ήμουν και παραμένω «ρουχο-αλκοολική»! Ήμουν από τους πιο καλοπληρωμένους δημοσιογράφους της Fleet Street, του δρόμου όπου στεγαζόντουσαν οι περισσότερες αγγλικές εφημερίδες. Δεν ήθελα, όμως, να είμαι απλώς από τους καλύτερους, αλλά Η καλύτερη, ήθελα να θάψω όλες τις συναδέλφους σε άλλες εφημερίδες! Σκέφτηκα το εξής: «ξέρω πάρα πολύ καλά γαλλικά και όταν ξέρεις γαλλικά οι Γάλλοι σου προσφέρουν γη και ύδωρ». Πήρα, λοιπόν, τηλέφωνο τους 6-8 top designers στο Παρίσι και τους ζήτησα να μου δώσουν συνέντευξη και να με αφήσουν 15 μέρες πριν από το prêt-à-porté να φωτογραφίσω τα key looks της κολεξιόν τους. Ήταν Οκτώβριος του 1974 και μέσα σε μία μέρα καλύψαμε οκτώ οίκους. Βγήκα με ένα άνοιγμα στη στήλη μου ΕΥΕ με όλες τις κολεξιόν 10 μέρες πριν από την επίσημη παρουσίασή τους στον Τύπο. Τότε αυτό ήταν πρωτοφανές. Η στήλη μου βραβεύτηκε στο τέλος του έτους. Πρώτη φορά αισθάνθηκα ότι είχα εχθρούς και τι θα πει να σε μισούν.

 

Γενικά, βαριέμαι τις γυναίκες –την ανελέητη υποκειμενικότητα των απόψεών τους για τα πάντα–, εκτός από όσες με ενδιαφέρουν γιατί έχουν κάτι ιδιαίτερο να επιδείξουν... Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Γενικά, βαριέμαι τις γυναίκες –την ανελέητη υποκειμενικότητα των απόψεών τους για τα πάντα–, εκτός από όσες με ενδιαφέρουν γιατί έχουν κάτι ιδιαίτερο να επιδείξουν... Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

  • Δυόμισι χρόνια αργότερα, αν και λατρεύω τη μόδα, αποφάσισα ότι καιρός ήταν ασχοληθώ και με το πάθος μου για τις τέχνες, κυρίως με τη μουσική και την όπερα. Βρήκα δουλειά στην εφημερίδα «Evening News», όπου κάθε Παρασκευή είχα μια στήλη με μεγάλες συνεντεύξεις διάσημων καλλιτεχνών, με μερικούς από τους οποίους γίναμε φίλοι. Έκανα ενδιαφέρουσες και γαργαλιστικές συνεντεύξεις, αλλά χωρίς ποτέ να ατακάρω. Στην αρχή της καριέρας μου είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι ποτέ δεν θα μεταχειριζόμουν την πένα μου για να πληγώσω ανθρώπους. Ακόμα κι όταν δεν συμφωνούσα μαζί τους, το έθετα πολύ μαλακά.

 

  • Η ιδέα για το πρώτο μου βιβλίο MAESTRO με συνομιλίες με τους σημαντικότερους μαέστρους της εποχής μας ξεκίνησε ύστερα από μία συνέντευξη με τον Ζούμπιν Μέτα. Νόμιζα ότι το να κάνω συνεντεύξεις για ένα βιβλίο είναι σαν δημοσιογραφία, μόνο πιο εμβαθυμένη. Δεν είναι καθόλου έτσι. Ένα βιβλίο είναι ένα ον ζων. Η ιδέα για το βιβλίο μού ήρθε ξαφνικά, σαν κεραυνός, και έγινε εμμονή, ώσπου, επιτέλους, να βρω εκδότη. Είχα τρομερή αυτοπεποίθηση και πάρα πολλή τύχη. Μέσα από τη δημοσιογραφική μου δουλειά είχα γίνει πολύ φίλη με τη διευθύντρια δημοσίων σχέσεων του Κόβεντ Γκάρντεν που πίστευε πολύ στο έργο μου. Με σύστησε στην επί δημοσίων σχέσεων της Deutsche Grammophon, οποία επίσης πίστεψε με πάθος στην ιδέα μου. Ήμουν τότε τρομερά ιδεαλίστρια, μπήκα στον κόσμο της μουσικής σαν να έμπαινα σε ιερό χώρο. Εκείνοι, βέβαια, σκεφτόντουσαν το συμφέρον τους, δηλαδή ότι ένα καλό βιβλίο θα βοηθούσε τις πωλήσεις δίσκων. Και όταν ήρθε η ώρα, πράγματι το έκανε. Η πρώτη συνέντευξή μου ήταν με τον Κάρλο Μαρία Τζουλίνι στο Μιλάνο και αμέσως πήραν πολύ καλό ραπόρτο. Αυτό μου άνοιξε όλες τις πόρτες.

 

  • Η πιο δύσκολη συνέντευξη που έπρεπε να επιτευχτεί πάση θυσία ήταν του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Αποδείχθηκε ιδιαίτερα αξιόλογη και καταλυτική για όλη τη ζωή μου. Γίναμε φίλοι και μου είπε πράγματα που άλλαξαν την οπτική μου για τα πάντα. Έλεγε ότι ο μαέστρος δεν πρέπει να παρεμβαίνει συνεχώς αλλά μόνο στα σημεία που η παρέμβαση είναι απαραίτητη. Βέβαια, χρειάζεται τεράστια δουλειά για να είναι τέλεια προετοιμασμένη η ορχήστρα, ως την παραμικρή λεπτομέρεια, έτσι ώστε ο μαέστρος απλώς να καθοδηγεί την εκπλήρωση μιας τέλειας σύλληψης. Αυτό με επηρέασε παρά πολύ και στο γράψιμο. Πρέπει να έχεις συλλάβει κάθε ιδέα και κάθε φράση τέλεια στον νου σου και μετά ν' αρχίσεις να τη γράφεις και όχι να ψηλαφίζεις να βρεις τη σωστή λέξη στην πορεία. Στο τέλος μπορείς, βέβαια, να επέμβεις και αλλάξεις τις λεπτομέρειες. Δεν ξέρω γιατί δεν υπάρχει καμία σπουδαία γυναίκα μαέστρος. Ίσως να έχει να κάνει με τη φυσική αντοχή ή την ανάγκη να πρέπει να επιβληθείς στην ορχήστρα, που συνήθως αποτελείται στην πλειονότητα της από άνδρες. Το ΜΑΕSΤRΟ βραβεύτηκε στην Αμερική ως Best Music Book of the Year.

 

Στην «Daily Express» πληρωνόμουν απίθανα και τα ξόδευα όλα, κυρίως σε ρούχα, γιατί από πολύ μικρή ήμουν και παραμένω «ρουχο-αλκοολική»! Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Στην «Daily Express» πληρωνόμουν απίθανα και τα ξόδευα όλα, κυρίως σε ρούχα, γιατί από πολύ μικρή ήμουν και παραμένω «ρουχο-αλκοολική»! Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

  • Όλα τα χρόνια ως τη δεκαετία του '90 ήμουν πολύ αποκομμένη από την Ελλάδα, ερχόμουν μόνο Πάσχα και καλοκαίρι. Άρχισα να έρχομαι πιο συχνά από το 1991, όταν η Αγνή Μπάλτσα μου είπε να έρθω σε επαφή τον Χρήστο Λαμπράκη που ετοίμαζε τότε το Μέγαρο. Ήξερε καλά τα βιβλία μου, για τα οποία είχε γράψει πολύ καλές κριτικές. Πήγα και τον βρήκα και μου έδειξε τα σχέδιά του. Ενθουσιάστηκα και είπα ό τι ήμουν διατεθειμένη να προσφέρω όση βοήθεια ήθελε. Έτσι άρχισε η συνεργασία μας, κατά τη διάρκεια της οποίας έφερα πολλούς κορυφαίους καλλιτέχνες. Ήταν η πρώτη φορά που έκανα κάτι εκτός γραψίματος. Άρχισα να έρχομαι πολύ συχνά στην Αθήνα για να βλέπω τις παραστάσεις. Μου άρεσε πολύ που η Αθήνα είχε αποκτήσει τέτοια ζωντάνια, αλλά και η Ελλάδα που είχε αλλάξει και εξελιχθεί πολύ. Βλέπετε, αν και πολύ κοσμοπολίτισσα, παραμένω πολύ έντονα πατριώτισσα.

 

  • Τώρα πια ζω μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας – δύο μήνες εκεί, δύο εδώ. Παλιότερα δεν μου έλειπε ποτέ και καθόλου η Ελλάδα. Τώρα, με το που φεύγω, θέλω να γυρίσω. Οι Άγγλοι είναι πάρα πολύ πιστοί φίλοι. Εγώ δεν μπήκα στην αγγλική κοινωνία ως ξένη αλλά, όπως μου έλεγαν πάντα, «as one of us». Όμως οι περισσότεροι φίλοι μου ήταν περί τα 20 χρόνια μεγαλύτεροί μου. Τώρα δεν έχουν πια τη ζωτικότητα να κάνουν τη ζωή που έκαναν άλλοτε. Επίσης, πρόσφατα έχασα τρεις από τις καλύτερες φίλες μου και αυτό άφησε ένα βαθύ κενό στην εκεί ζωή μου. Αντίθετα, εδώ έχω αποκτήσει πολλούς καινούργιους, καλούς και ενδιαφέροντες φίλους –και έναν συναρπαστικό, κανελή γάτο, τον Μότσαρτ!– που αγαπώ πολύ, όπως και τα εξαδέλφια μου, με τα οποία είμαι πολύ συνδεδεμένη. Οι Έλληνες είναι πιο εξωστρεφείς, πιο άμεσοι, πιο ζεστοί. Αλλά όταν πας σε ένα δείπνο στο Λονδίνο οι συζητήσεις είναι ασφαλώς πιο ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές. Αν και ταξιδεύω και αλλού, οι δύο αυτές χώρες συμπληρώνουν τη ζωή μου.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Οκτώβριο του 2014