Πριν λίγο καιρό «κληρονόμησα» μια vintage Kodak Instamatic 100, μια φτηνή, αλλά εξαιρετικά επιτυχημένη φωτογραφική μηχανή, που τη δεκαετία του '60 κατάφερε να φέρει την επανάσταση στη φωτογραφία, όχι μόνο εισάγοντας το κοινό στη χαμηλού κόστους φωτογράφηση, αλλά δημιουργώντας και πολλές απομιμήσεις στις δεκαετίες που θα ακολουθούσαν. Όταν οι πρώτες Ιnstamatic κυκλοφόρησαν στην αγορά το 1963 κόστιζαν περίπου 16 δολάρια. Σήμερα κοστίζουν πάνω κάτω το ίδιο στο Ebay. Δεν ξέρω τι με έπιασε αλλά αμέσως σκέφτηκα ότι έπρεπε να βρω φιλμ για να μπορέσω να «ζωντανέψω» ξανά αυτή τη θολούρα του φακού της σε χαρτί. Μάταια, όμως. Το φιλμ που δέχονται οι περισσότερες Instamatic, το λεγόμενο 126 film, στην κλασική μαύρη κασέτα (και το λεπτότερο 110 film για τις πρώτες pocket που κυκλοφόρησαν to 1972) είναι ένα από τα πιο σπάνια πράγματα που ψάχνουν και κάποιοι άλλοι τρελοί σαν κι εμένα στο ίντερνετ. Ψάχνοντας, λοιπόν, να βρω τα ίχνη ενός τόσου εμπορικού gadget, το οποίο έμαθε στο ευρύ κοινό τι σημαίνει σκόπευτρο και κάδρο, έπεσα πάνω σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα online μουσεία που έχουν στηθεί (με πολύ φροντίδα και σπουδαία γνώση) στο ίντερνετ: το Μουσείο των απαρχαιωμένων μέσων.

 

Το 126 film ήταν φωτογραφικό φίλμ μέσα σε κασέτα που λανσαρίστηκε από την Kodak το 1963 για τη σειρά φωτογραφικών μηχανών της Instamatic. Αρχικά ήταν διαθέσιμο με 12 ή 20 πόζες, αλλά από τη στιγμή που η κανονική παραγωγή του σταμάτησε έβγαινε σταθερά σε 24 πόζες.
Το 126 film ήταν φωτογραφικό φίλμ μέσα σε κασέτα που λανσαρίστηκε από την Kodak το 1963 για τη σειρά φωτογραφικών μηχανών της Instamatic. Αρχικά ήταν διαθέσιμο με 12 ή 20 πόζες, αλλά από τη στιγμή που η κανονική παραγωγή του σταμάτησε έβγαινε σταθερά σε 24 πόζες.

 

Το μουσείο αυτό είναι μια ιστοσελίδα όπου όλες οι «πεθαμένες» μορφές μέσων ενημέρωσης έχουν τη δυνατότητα να αναπαυθούν εν ειρήνη. O Jason Curtis, o επιμελητής του μουσείου, βιβλιοθηκάριος στο επάγγελμα, ήθελε να οργανώσει τη συλλογή του, να την τεκμηριώσει σωστά και να την παρουσιάσει με διάφορους τρόπους, μέσω λιστών, εικόνων, ετικετών και μιας άνευ προηγουμένου εξαντλητικής, κατηγοριοποίησης. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή το «Museum of Obsolete Media» δεν υπάρχει σε καμία φυσική διεύθυνση, δεν μπορείτε να το επισκεφθείτε και να θαυμάσετε τα αντικείμενά του από κοντά, γιατί στεγάζεται μόνο online. H συλλογή του περιλαμβάνει πάνω από 450 διαφορετικά μέσα, τα οποία στο πέρασμα των αιώνων έχουν χρησιμοποιηθεί για την καταγραφή ήχου, εικόνας και δεδομένων. Ο Curtis ξεκίνησε αρχικά από την αρχειοθέτηση των δικών του απαρχαιωμένων μέσων (8-Tracks κασσέτες, Betamax, πρωτόγονες δισκέτες υπολογιστών) και στη συνέχεια, ψάχνοντας, έχει καταφέρει να ταξινομήσει σε έναν κατάλογο (ο οποίος συνέχεια ανανεώνεται) όλα εκείνα τα μέσα που πέρασαν από τα χέρια των ανθρώπων, αλλά σήμερα πλέον δε χρησιμοποιούνται –αυτό άλλωστε είναι και το κόνσεπτ. Από τους πρώτους κυλίνδρους που έμπαιναν στα μηχανικά πιάνα για να παίξουν «αυτόματα» Μπετόβεν ή Μπάχ, μέχρι δίσκους γραμμοφώνου, βιντεοκασέτες Ampex της δεκαετίας του 1950 (πολύ πριν το ευρύ κοινό μάθει τι είναι το "βίντεο") και από διάτρητες ταινίες μοτίβων που "προγραμμάτιζαν" αργαλειούς τον 19ο αιώνα ως τις θρυλικές καρτέλες των View Master, απαραίτητο συστατικό της παιδικής ηλικίας όσων μεγάλωσαν στη δεκαετία του 1970 και έμαθαν μέσα από αυτό την έννοια του τρισδιάστατου. Όλα βρίσκονται ταξινομημένα και τακτοποιημένα εκεί και τίποτα δεν φαίνεται να λείπει.

 

Το Jacquard Loom ήταν ένας μηχανικός αργαλειός για την ύφανση υφασμάτων, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τον Joseph Marie Jacquard το 1801. Χρησιμοποίησε μια αλυσίδα από διάτρητα χαρτιά, τα οποία συνδέθηκαν μεταξύ τους για να επιτρέψουν στον αργαλειό να δημιουργήσει πολύπλοκα σχέδια και μοτίβα όπως το κλασικό σκοτσέζικο καρό.
Το Jacquard Loom ήταν ένας μηχανικός αργαλειός για την ύφανση υφασμάτων, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τον Joseph Marie Jacquard το 1801. Χρησιμοποίησε μια αλυσίδα από διάτρητα χαρτιά, τα οποία συνδέθηκαν μεταξύ τους για να επιτρέψουν στον αργαλειό να δημιουργήσει πολύπλοκα σχέδια και μοτίβα όπως το κλασικό σκοτσέζικο καρό.

 

Ορισμένες από αυτές τις μορφές μέσων της συλλογής δεν είναι καθόλου παρωχημένες και μπορεί να μην είναι για πολλά ακόμη χρόνια. Ωστόσο, ο Curtis αισθάνεται ότι είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε και να καταγράψουμε όσο το δυνατόν περισσότερους φυσικούς τύπους μέσων μαζικής ενημέρωσης, όσο είναι ακόμη εύκολα διαθέσιμα. Όλα τα αντικείμενα περιέχουν φωτογραφίες και πληροφορίες σχετικά με τη χρήση τους, ακόμη και για τα πρώτα βινύλια λευκής ετικέττας τα οποία ξεκίνησαν να τυπώνονται από το 1948 για λόγους καθαρά χρηστικούς και κατέληξαν να γίνουν συλλεκτικά αντικείμενα πόθου (πέραν κάθε προώθησης και διαφήμισης). Το ψάξιμο στις σελίδες του μουσείου γίνεται ακόμη πιο συναρπαστικό όταν πέφτεις πάνω στις 10 λιγότερο εμπορικές μορφές μέσων της Sony, ή όταν βλέπεις ότι για ορισμένες μορφές υπάρχει μια βαθμολογία «Σταθερότητα του Μέσου» και «Κατάργηση» και καταλαβαίνεις πόσο αστείο είναι το γεγονός ότι το βινύλιο σήμερα κατέχει μια κορυφαία βαθμολογία και στα δύο. 

 

Το Μαγικό Φανάρι ήταν ο πρώτος προβολέας εικόνας, ο οποίος αναπτύχθηκε τον 17ο αιώνα. Χρησιμοποιούσε έναν κοίλο καθρέφτη πίσω από μια πηγή φωτός για να κατευθύνει όσο το δυνατόν περισσότερο το φως μέσα από ένα μικρό ορθογώνιο φύλλο γυαλιού το οποίο έκρυβε τη φωτογραφική εικόνα. Ουσιαστικά ήταν το πρώτο μέσο διασκέδασης της Βικτωριανής κοινωνίας από το 1870 μέχρι το 1880.
Το Μαγικό Φανάρι ήταν ο πρώτος προβολέας εικόνας, ο οποίος αναπτύχθηκε τον 17ο αιώνα. Χρησιμοποιούσε έναν κοίλο καθρέφτη πίσω από μια πηγή φωτός για να κατευθύνει όσο το δυνατόν περισσότερο το φως μέσα από ένα μικρό ορθογώνιο φύλλο γυαλιού το οποίο έκρυβε τη φωτογραφική εικόνα. Ουσιαστικά ήταν το πρώτο μέσο διασκέδασης της Βικτωριανής κοινωνίας από το 1870 μέχρι το 1880.

 

Λίγο ψάξιμο στις πολύ ενδιαφέρουσες και εκτενείς κατηγορίες του Μουσείου δείχνει ότι τόσο η βελτίωση της καθημερινότητας και της διασκέδασης των χρηστών όσο και η θετική επίδραση της τεχνολογίας σε κάθε επαγγελματικό επίπεδο φανερώνουν μια σκληρή ματαιότητα στις συγκρούσεις των εξελιγμένων μέσων με το παρελθόν. Τελικά, οι εξελιγμένοι επίγονοι πάντα θα βρίσκουν έναν καλύτερο ή φτηνότερο ή έστω πρακτικότερο τρόπο για το κοινό, έτσι ώστε να μπορεί να μεταφέρει όλα τα αγαπημένα του δεδομένα σε μια πλατφόρμα. Βέβαια, όσο πιο πολλά από αυτά τα αντικείμενα αναγνωρίζετε ή έχετε χρησιμοποιήσει, τόσο πιο σοκαριστική είναι η συνειδητοποίηση ότι η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας (περισσότερα μέσα έχουν εμφανιστεί και εξαφανιστεί τα τελευταία 30 χρόνια από ό,τι τα προηγούμενα 100) δεν σημαδεύει μόνο την ηλικία σας, αλλά και μια συνεχή παγκόσμια ανάγκη για περισσότερη ενέργεια, χώρο, διαδραστικότητα και εύκολη μεταφορά πληροφορίας στο απόλυτο μέσο όλων, το Διαδίκτυο.

 

Το Museum of Obsolete Media μπορείτε να το επισκεφθείτε εδώ.

 

Οι εναλλάξιμοι δίσκοι των μουσικών κουτιών χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στη Γερμανία το 1886, και λόγω του επιθετικού μάρκετινγκ από τις τρεις μεγαλύτερες εταιρείες, ξεπέρασαν γρήγορα τα κυλινδρικά μηχανικά μουσικά κουτιά. Οι 3 μεγαλύτερες εταιρείες που δημιούργησαν τέτοιους δίσκους στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν οι γερμανικές Symphonion και Polyphon Musikwerks και η Regina στην Αμερική.
Οι εναλλάξιμοι δίσκοι των μουσικών κουτιών χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στη Γερμανία το 1886, και λόγω του επιθετικού μάρκετινγκ από τις τρεις μεγαλύτερες εταιρείες, ξεπέρασαν γρήγορα τα κυλινδρικά μηχανικά μουσικά κουτιά. Οι 3 μεγαλύτερες εταιρείες που δημιούργησαν τέτοιους δίσκους στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν οι γερμανικές Symphonion και Polyphon Musikwerks και η Regina στην Αμερική.

 

Τα white labels είναι γενικά δίσκοι 12 ή 7 ιντσών και ξεχωρίζουν γιατί έρχονται με μια κεντρική ετικέτα στο κέντρο (συνήθως λευκή), σε απλή συσκευασία. Η λευκή ετικέτα μπορεί να έχει χειρόγραφες λεπτομέρειες για τον καλλιτέχνη και τον τίτλο ή μπορεί να είναι σφραγισμένη με καουτσούκ ή να έχει αυτοκόλλητα. Πολλά από αυτά είναι δοκιμαστικές εκτυπώσεις που έγιναν από το εργοστάσιο κοπής, συνήθως σε ποσότητες των 5 ή λιγότερο, και στη συνέχεια ακούστηκαν για να ελεχθεί η ποιότητα ήχου πριν κοπούν σε μεγαλύτερες παραγωγές.
Τα white labels είναι γενικά δίσκοι 12 ή 7 ιντσών και ξεχωρίζουν γιατί έρχονται με μια κεντρική ετικέτα στο κέντρο (συνήθως λευκή), σε απλή συσκευασία. Η λευκή ετικέτα μπορεί να έχει χειρόγραφες λεπτομέρειες για τον καλλιτέχνη και τον τίτλο ή μπορεί να είναι σφραγισμένη με καουτσούκ ή να έχει αυτοκόλλητα. Πολλά από αυτά είναι δοκιμαστικές εκτυπώσεις που έγιναν από το εργοστάσιο κοπής, συνήθως σε ποσότητες των 5 ή λιγότερο, και στη συνέχεια ακούστηκαν για να ελεχθεί η ποιότητα ήχου πριν κοπούν σε μεγαλύτερες παραγωγές.

 

Τα πρώτα video recorders δεν χρησιμοποιούσαν κασέτες, αφού μπορούσαν να γράψουν μόνο ασπρόμαυρο αναλογικό βίντεο χρησιμοποιώντας ελικοειδή σάρωση. Η πρώτη σειρά αυτών των επαγγελματικών μηχανών εισήχθη το 1961 από την Αmpex η οποία χρησιμοποιούσε μαγνητική ταινία 2 ιντσών για την καταγραφή των δεδομένων.
Τα πρώτα video recorders δεν χρησιμοποιούσαν κασέτες, αφού μπορούσαν να γράψουν μόνο ασπρόμαυρο αναλογικό βίντεο χρησιμοποιώντας ελικοειδή σάρωση. Η πρώτη σειρά αυτών των επαγγελματικών μηχανών εισήχθη το 1961 από την Αmpex η οποία χρησιμοποιούσε μαγνητική ταινία 2 ιντσών για την καταγραφή των δεδομένων.

 

Το Polaroid SX-70 δεν ήταν το πρώτο στιγμιαίο φιλμ που παρήγαγε η Polaroid, αλλά ήταν το πρώτο όπου η εκτύπωση έβγαινε αυτόματα και δεν χρειαζόταν να τραβήσεις την πόζα από την πλάτη της κάμερας. Το πακέτο φιλμ SX-70 πρόσφερε 10 φωτογραφίες και ενσωμάτωσε ένα επίπεδο πακέτο ενέργειας (το PolaPulse) ώστε η ίδια η φωτογραφική μηχανή να μην χρειάζεται μπαταρία.
Το Polaroid SX-70 δεν ήταν το πρώτο στιγμιαίο φιλμ που παρήγαγε η Polaroid, αλλά ήταν το πρώτο όπου η εκτύπωση έβγαινε αυτόματα και δεν χρειαζόταν να τραβήσεις την πόζα από την πλάτη της κάμερας. Το πακέτο φιλμ SX-70 πρόσφερε 10 φωτογραφίες και ενσωμάτωσε ένα επίπεδο πακέτο ενέργειας (το PolaPulse) ώστε η ίδια η φωτογραφική μηχανή να μην χρειάζεται μπαταρία.

 

Το View-Master ήταν ένα (σχεδόν)παιχνίδι για την προβολή φωτογραφιών που σχεδιάστηκε πρώτη φορά το 1939 από την Sawyers Inc. Κάθε κύλινδρος View-Master περιέχει επτά ζεύγη στερεοσκοπικών έγχρωμων εικόνων τοποθετημένων σε δίσκο από χαρτόνι, ο οποίος όταν έπαιζε μέσα από την κλασική συσκευή View-Master μπορούσε να σχηματίσει τρισδιάστατες εικόνες.
Το View-Master ήταν ένα (σχεδόν)παιχνίδι για την προβολή φωτογραφιών που σχεδιάστηκε πρώτη φορά το 1939 από την Sawyers Inc. Κάθε κύλινδρος View-Master περιέχει επτά ζεύγη στερεοσκοπικών έγχρωμων εικόνων τοποθετημένων σε δίσκο από χαρτόνι, ο οποίος όταν έπαιζε μέσα από την κλασική συσκευή View-Master μπορούσε να σχηματίσει τρισδιάστατες εικόνες.

 

Το καρουσέλ των slides ήταν ένας κυκλικός δίσκος ο οποίος χωρούσε διαφάνειες 35 χιλιοστών για χρήση από τον ανάλογο προβολέα, επιτρέποντας ταυτόχρονα και την αποθήκευση και την παρακολούθηση αυτών.
Το καρουσέλ των slides ήταν ένας κυκλικός δίσκος ο οποίος χωρούσε διαφάνειες 35 χιλιοστών για χρήση από τον ανάλογο προβολέα, επιτρέποντας ταυτόχρονα και την αποθήκευση και την παρακολούθηση αυτών.

 

Οι προηχογραφημένες μουσικές κασέτες ήταν διαθέσιμες στην Ευρώπη από το 1965, αρχικά μέσω της Philips Record Company ενώ με τη βελτίωση της πιστότητας έγιναν ένα από τα κυρίαρχα μέσα της μουσικής βιομηχανίας, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Οι προηχογραφημένες μουσικές κασέτες ήταν διαθέσιμες στην Ευρώπη από το 1965, αρχικά μέσω της Philips Record Company ενώ με τη βελτίωση της πιστότητας έγιναν ένα από τα κυρίαρχα μέσα της μουσικής βιομηχανίας, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

 

Οι FileWare δισκέτες (γνωστοί και ως Twiggy από το διάσημο λεπτό μοντέλο της δεκαετίας του 1960) ήταν ένας τύπος δισκέτας για την αποθήκευση δεδομένων και εισήχθησαν από την Apple το 1983 για χρήση στον υπολογιστή της Apple Lisa. Αρχικά προορίζονταν για χρήση στους υπολογιστές Apple III, Lisa και Macintosh, αλλά το Apple III κυκλοφόρησε το 1981 με μια τυπική μονάδα δίσκου minifloppy 5.25 ιντσών που προσέφερε 140 KB ενώ ο μεταγενέστερος Macintosh που βγήκε το 1984 ήθελε μονόπλευρη δισκέτα 3,5 ιντσών 400 KB.
Οι FileWare δισκέτες (γνωστοί και ως Twiggy από το διάσημο λεπτό μοντέλο της δεκαετίας του 1960) ήταν ένας τύπος δισκέτας για την αποθήκευση δεδομένων και εισήχθησαν από την Apple το 1983 για χρήση στον υπολογιστή της Apple Lisa. Αρχικά προορίζονταν για χρήση στους υπολογιστές Apple III, Lisa και Macintosh, αλλά το Apple III κυκλοφόρησε το 1981 με μια τυπική μονάδα δίσκου minifloppy 5.25 ιντσών που προσέφερε 140 KB ενώ ο μεταγενέστερος Macintosh που βγήκε το 1984 ήθελε μονόπλευρη δισκέτα 3,5 ιντσών 400 KB.

 

Το Zip ήταν μια μορφή δισκέτας υψηλής χωρητικότητας που κυκλοφόρησε αρχικά το 1995 από την Iomega. Αρχικά είχε χωρητικότητα 100 MB, αργότερα αυξήθηκε στα 250 MB το 2001 και πάλι σε 750 MB το 2002. Όλες οι παραλλαγές του Zip σταμάτησαν το 2003.
Το Zip ήταν μια μορφή δισκέτας υψηλής χωρητικότητας που κυκλοφόρησε αρχικά το 1995 από την Iomega. Αρχικά είχε χωρητικότητα 100 MB, αργότερα αυξήθηκε στα 250 MB το 2001 και πάλι σε 750 MB το 2002. Όλες οι παραλλαγές του Zip σταμάτησαν το 2003.

 

Τα ψηφιακά κασετάκια DAT (Digital Audio Tape) ήταν μια ψηφιακή μαγνητική μορφή ακουστικής ταινίας, αρχικά σχεδιασμένη για τέλειο ψηφιακό ήχο τα οποία αρχικά κυκλοφόρησαν από τη Sony το 1987. Ποτέ δεν υιοθετήθηκαν ευρέως από τους καταναλωτές λόγω του υψηλού κόστους, αλλά έγιναν διάσημα σε επαγγελματικές ηχογραφήσεις ως το απόλυτο μέσο της εποχής που μπορούσε να αποθηκεύσει ψηφιακή πληροφορία.
Τα ψηφιακά κασετάκια DAT (Digital Audio Tape) ήταν μια ψηφιακή μαγνητική μορφή ακουστικής ταινίας, αρχικά σχεδιασμένη για τέλειο ψηφιακό ήχο τα οποία αρχικά κυκλοφόρησαν από τη Sony το 1987. Ποτέ δεν υιοθετήθηκαν ευρέως από τους καταναλωτές λόγω του υψηλού κόστους, αλλά έγιναν διάσημα σε επαγγελματικές ηχογραφήσεις ως το απόλυτο μέσο της εποχής που μπορούσε να αποθηκεύσει ψηφιακή πληροφορία.