Στο 51' λεπτό του χθεσινού ημιτελικού μεταξύ του Βελγίου και της Γαλλίας, o Σαμουέλ Ουμτιτί πρόλαβε τον κατά δώδεκα πόντους ψηλότερό του Μαρουάν Φελαϊνί, πετάχτηκε στο πρώτο δοκάρι και έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Τιμπό Κουρτουά.

 

Δώδεκα χρόνια μετά την τελευταία φορά που οι «τρικολόρ» βρέθηκαν στον τελικό και είκοσι χρόνια από εκείνη τη νύχτα που ο νυν προπονητής τους Ντιντιέ Ντεσάν σήκωνε το τρόπαιο ψηλά στον ουρανό του Παρισιού, ένας 24χρονος, γεννημένος στη Γιαουντέ του Καμερούν, έστειλε την ομάδα του στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. 

 

Και δεν είναι η μοναδική περίπτωση. Συνολικά, το 78,3% του ρόστερ της Εθνικής Γαλλίας, δηλαδή 17 από τους 23 ποδοσφαιριστές, αποτελείται από παιδιά μεταναστών (σ.σ. το αντίστοιχο ποσοστό μεταναστών επί του πληθυσμού της Γαλλίας είναι 6,8%), σε ένα Μουντιάλ, στο οποίο οι 82 από τους 736 ποδοσφαιριστές που συμμετείχαν δεν έχουν γεννηθεί στις χώρες που εκπροσώπησαν.

 

Συνολικά, το 78,3% του ρόστερ της Εθνικής Γαλλίας, δηλαδή 17 από τους 23 ποδοσφαιριστές, αποτελείται από παιδιά μεταναστών (σ.σ. το αντίστοιχο ποσοστό μεταναστών επί του πληθυσμού της Γαλλίας είναι 6,8%), σε ένα Μουντιάλ στο οποίο οι 82 από τους 736 ποδοσφαιριστές που συμμετείχαν δεν έχουν γεννηθεί στις χώρες που εκπροσώπησαν.

 

Μια ποδοσφαιρική διοργάνωση που θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί γιορτή της πολυπολιτισμικότητας και της πολυφυλετικότητας, σε μια εποχή μάλιστα που το (αντι)μεταναστευτικό αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα θέματα συζήτησης, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. 

 

Η πολιτισμική ποικιλότητα της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου αποτελούσε πάντοτε πηγή υπερηφάνειας για τους περισσότερους Γάλλους, αλλά όχι για όλους. 

 

Τη νύχτα της 12ης Ιουλίου του 1998, εκατομμύρια άνθρωποι πλημμύρισαν τους δρόμους του Παρισιού και των υπόλοιπων μεγάλων πόλεων της χώρας για να πανηγυρίσουν την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από μια ομάδα, επίσης, μεταναστών (σ.σ. με ρίζες από χώρες όπως η Σενεγάλη, η Γκάνα, η Μαρτινίκα), που είχε ως ηγέτη της έναν παιχταρά αλγερινής καταγωγής, τον Ζινεντίν Ζιντάν. 

 

«Yπάρχει καλύτερο παράδειγμα ενότητας και πολιτισμικής ποικιλότητας από αυτή την υπέροχη ομάδα;» δήλωνε ο πρωθυπουργός της χώρας Λιονέλ Ζοσπέν.

 

Μάλιστα, πολλοί ισχυρίστηκαν τότε ότι εκείνη η σούπερ ομάδα κατάφερε μέχρι και να αλλάξει τα τρία χρώματα της γαλλικής σημαίας –άσπρο, μπλε, κόκκινο– σε άσπρο, μαύρο και beur (σ.σ. γαλλικός όρος που χρησιμοποιείται για τους Βέρβερους, τους Άραβες που κατάγονται από τις χώρες του Μαγκρέμπ).

 

Η εφημερίδα «Le Monde» είχε, επίσης, χαρακτηρίσει την Εθνική Γαλλίας «σύμβολο πολυπολιτισμικότητας και ενότητας της χώρας».

 

Παρά την εκκωφαντική και εν πολλοίς ανέλπιστη επιτυχία εκείνης της Εθνικής Γαλλίας, δεν έλειψαν οι φωνές που έκαναν λόγο για μία ομάδα από την οποία απουσίαζε το γαλλικό στοιχείο. 

 

Τίποτε από όσα γράφονται εδώ, πάντως, δεν εμπόδισε χθες τη νύχτα χιλιάδες Γάλλους να κατέβουν μέχρι τη λεωφόρο Ηλυσίων για να πανηγυρίσουν την πρόκριση της Εθνικής τους ομάδας στον τελικό.
Τίποτε από όσα γράφονται εδώ, πάντως, δεν εμπόδισε χθες τη νύχτα χιλιάδες Γάλλους να κατέβουν μέχρι τη λεωφόρο Ηλυσίων για να πανηγυρίσουν την πρόκριση της Εθνικής τους ομάδας στον τελικό.

 

Ένας Γάλλος πρώην σοσιαλιστής και πρόεδρος της περιοχής Λανγκτόκ-Ρουσιγιόν , ο Ζορζ Φρες (Georges Freches), είχε κάνει μια δήλωση που μάλλον απηχούσε την άποψη αρκετών Γάλλων της εποχής: «Ντρέπομαι για τη χώρα μου. Σύντομα (σ.σ. η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου) θα αποτελείται από 11 μαύρους, ενώ το φυσιολογικό θα ήταν να έχει 3-4». 

 

Τα λόγια αυτά ανάγκασαν τον τότε πρόεδρο Ζακ Σιράκ να εκδώσει την ακόλουθη ανακοίνωση, υπενθυμίζοντας τις αρχές του Συντάγματος της χώρας: «Η Γαλλική Δημοκρατία εγγυάται την ισότητα των πολιτών, χωρίς διακρίσεις με βάση την καταγωγή ή τη θρησκεία». 

 

Αν και τα χρόνια πέρασαν, η συζήτηση αυτή επανέρχεται συχνά-πυκνά στο προσκήνιο. Ακροδεξιοί πολιτικοί όπως ο Ζαν-Μαρί Λεπέν προσπάθησαν πολλές φορές να ρίξουν λάδι στη φωτιά με μισαλλόδοξες και ρατσιστικές τοποθετήσεις.

 

«Ίσως ο προπονητής υπερέβαλε με το ποσοστό των έγχρωμων παικτών και θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός» είχε πει κάποτε ο ιδρυτής του Εθνικού Μετώπου, με τον γεννημένο στη Γουαδελούπη Λιλιάν Τουράμ, πρώην διεθνή ποδοσφαιριστή και παίκτη με τις περισσότερες συμμετοχές στην ιστορία της Εθνικής Γαλλίας, να του απαντά: «Τι να πω για τον κύριο Λεπέν; Είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει ιδέα πως υπάρχουν Γάλλοι που είναι μαύροι, Γάλλοι που είναι λευκοί, Γάλλοι που είναι σκουρόχρωμοι. Νομίζω ότι αυτό αντανακλά πολύ άσχημα σε έναν άνθρωπο που φιλοδοξεί να γίνει πρόεδρος της Γαλλίας, αλλά προφανώς δεν ξέρει τίποτα για τη γαλλική ιστορία ή κοινωνία». 

 

To 2011, σε ένα ακόμη σχετικό περιστατικό, αξιωματούχοι της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας καταγράφηκαν να συζητούν το ενδεχόμενο να περιορίσουν τον αριθμό μαύρων και Αράβων ποδοσφαιριστών στα αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα κατά 30% από τις ηλικίες 12-13. 

 

Δεν είναι ξεκάθαρο πόσοι Γάλλοι απηχούν αυτές τις απόψεις ούτε από ποια στρώματα της κοινωνίας προέρχονται. Ίσως ο αριθμός των ψηφοφόρων που στηρίζουν ακροδεξιούς πολιτικούς, όπως η Μαρίν Λεπέν, να είναι ενδεικτικός, ίσως πάλι όχι. 

 

Τίποτε από όσα αναφέροντσι εδώ, πάντως, δεν εμπόδισε χθες τη νύχτα χιλιάδες Γάλλους να κατέβουν μέχρι τη λεωφόρο Ηλυσίων για να πανηγυρίσουν την πρόκριση της Εθνικής τους ομάδας στον τελικό. 

 

Όπως τίποτε δεν πρόκειται να εμποδίσει τους Γάλλους ποδοσφαιριστές να ουρλιάξουν από χαρά και να κλάψουν από περηφάνια σε περίπτωση που την Κυριακή κατακτήσουν το ιερό δισκοπότηρο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, φορώντας τα χρώματα της χώρας που έχουν επιλέξει να εκπροσωπούν.