ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ ίσως, γίνεται φανερό αυτές τις μέρες ότι μόνο εθιμοτυπικό χαρακτήρα έχει η αλλαγή της χρονιάς. Αδίκως ελπίζουμε κάθε Δεκέμβρη ότι το επόμενο νούμερο θα φερθεί πιο γενναιόδωρα στις ανάγκες μας.

 

Καθώς τα συμπτώματα και οι μεταστάσεις του 2020 δεν έφυγαν μαζί του αλλά κυλάνε σαν απόνερα μπουγάδας μέσα στο νέο έτος, μοιάζει ήδη βέβαιο ότι δεν θα κουραστούμε να φρικάρουμε και μέσα το 2021. Όχι μόνο εμείς που θα έχουμε και τον τρομερό σίγουρα αντιπερισπασμό του «Ελλάδα 2021: 200 χρόνια από την Επανάσταση» (ναι, έχουμε εθνικό rebranding φέτος, μέσα σε όλα τα άλλα) αλλά ολόκληρος ο πλανήτης, όπως έγινε φανερό από τις απίστευτες σκηνές που εξελίχθηκαν χθες στην αμερικανική πρωτεύουσα.

 

Προφανώς, δεν πρόκειται για την «πιο σκοτεινή στιγμή στην σύγχρονη αμερικανική ιστορία» όπως έχει ήδη κατά κόρον γραφτεί (Άνοια; Μνήμη χρυσόψαρου; Τόσοι πόλεμοι και τόσες σκιώδεις παρεμβάσεις και τόσοι νεκροί έχουν προηγηθεί, τόσο εκτός όσο και εντός της χώρας), ήταν όμως άλλο ένα σοκαριστικά πρωτόγνωρο σκηνικό σε μια αλληλουχία σοκ και δέους και έκτακτης επικαιρότητας που μοιάζει χωρίς τέλος.

 

Δεν ήταν ακριβώς κατάλυση του πολιτεύματος, ήταν όμως ένα οργιαστικό μπάχαλο που κόστισε 4 ανθρώπινες ζωές και προκάλεσε τον πλανήτη να αναρωτηθεί τι θα γινόταν αν ο «όχλος» –που μέχρι το σημείο της εισβολής αποκαλείτο με τον τεχνικό όρο «διαδηλωτές» στις ανταποκρίσεις των επίσημων ειδησεογραφικών μέσων– δεν ήταν λευκός

 

Δεν ήταν ακριβώς κατάλυση του πολιτεύματος, ήταν όμως ένα οργιαστικό μπάχαλο που κόστισε 4 ανθρώπινες ζωές και προκάλεσε τον πλανήτη να αναρωτηθεί τι θα γινόταν αν ο «όχλος» –που μέχρι το σημείο της εισβολής αποκαλείτο με τον τεχνικό όρο «διαδηλωτές» στις ανταποκρίσεις των επίσημων ειδησεογραφικών μέσων– δεν ήταν λευκός.

 

Μεταξύ άλλων, χθες τέθηκε και αυτό το κρίσιμο δημοσιογραφικό ερώτημα που σίγουρα θα μας απασχολήσει και μέσα στο 2021 το οποίο έτσι κι αλλιώς αναμενόταν «καυτό» και γεμάτο διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις πάσης φύσεως και κατεύθυνσης: Πότε σταματάμε να μιλάμε για «διαδηλωτές» και ξεκινάμε να κάνουμε λόγο για «όχλο» στις επικεφαλίδες; Και με ποια ακριβώς κριτήρια; Την προέλευση; Τα αιτήματα; Τη βίαιη συμπεριφορά; Ήδη, με αφορμή τα χθεσινά γεγονότα, βλέπουμε ξανά μια τάση εξίσωσης και απόρριψης κάθε είδους αγανακτισμένης (με ή χωρίς εισαγωγικά) αντίδρασης εκ μέρους του κοινού.

 

Δύσκολο να το καταπιεί κανείς, αλλά ίσως και να ήταν τα τελευταία σπαράγματα της τραμπικής κυριαρχίας και θα πρέπει να κρατήσουμε από τη χθεσινή blockbuster παραγωγή μόνο τα θετικά στοιχεία, όπως μας συστήνουν οι πιο ψύχραιμοι και αισιόδοξοι. Την επανάκτηση της Γερουσίας δηλαδή από τους Δημοκρατικούς μετά τη θριαμβευτική επικράτηση-θρίλερ στην Τζόρτζια, σε συνδυασμό με μια σαφή προοδευτική στροφή που υπόσχονται υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος, όχι σε σχέση με την θητεία του Τραμπ φυσικά, αλλά του Ομπάμα.

 

Μακάρι, αλλά πώς να πιστέψεις στο καλό σενάριο όταν βλέπεις να δίνουν τα ρέστα τους ανά τον πλανήτη ο αυταρχισμός, ο εθνικισμός, η μισαλλοδοξία, η θρησκοληψία, η ηλιθιότητα, η γραφικότητα, η πλήρης απενοχοποίηση των φασιστικών ενστίκτων;

 

Παρά τα έντονα φαρσικά στοιχεία του χθεσινού ντου, τεχνικά επρόκειτο για πραξικοπηματική ενέργεια, «συμβολικού» έστω τύπου, αλλά με γνήσια χαρακτηριστικά περιφρόνησης κάθε κοινοβουλευτικού ήθους. Κάτι σαν πρόβα ή σαν προσομοίωση. Τίποτα δεν φαίνεται να αποτελεί πολιτικό ταμπού πλέον σ' αυτόν τον κόσμο, που τον παρακολουθούμε καθημερινά να παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας από τις οθόνες μας.