Πριν από λίγες μέρες, ένας παλιός φίλος και συνάδελφος με πήρε τηλέφωνο για να ζητήσει την συνδρομή μου σε ένα άρθρο που ετοίμαζε με θέμα το πώς θα μπορέσουν να κάνουν την δουλειά τους οι ρεπόρτερ αν δεν μπορούν να βγουν από το σπίτι. Ειδικότερα, αναρωτιόταν πώς θα γίνονται οι συνεντεύξεις και τα προφίλ – η ειδικότητά μου δηλαδή - χωρίς να χάσουν το στοιχείο παρατήρησης που τα χαρακτηρίζει. Δεν είχα τι να του απαντήσω. Εξακολουθώ να μην έχω. Δεν έχω σταματήσει όμως να σκέφτομαι το ερώτημά του...

 

Υπήρξαν κάποιες φορές μέσα στα χρόνια, όταν εξαιτίας διάφορων ατυχών περιστάσεων, επιχείρησα να γράψω το προφίλ κάποιου ή κάποιας χωρίς να βρεθώ στον ίδιο χώρο μαζί τους. Κάποτε, είχα πάει στο Μιλάνο για να πάρω μια συνέντευξη ενός από τους πιο επιφανείς σχεδιαστές μόδας στον κόσμο, αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης και ουδείς ήξερε πού μπορεί να βρισκόταν. Περίμενα για τρεις μέρες μήπως και εμφανιστεί, αλλά τίποτα. Στο τέλος, αναγκάστηκα να επιστρέψω άπραγος. Μετά από λίγες μέρες ανακαλύφθηκαν τα ίχνη του στη Ρώμη, όπου είχε καταφύγει όπως είπες για να ξεφύγει για λίγο από την πίεση της δουλειάς (και από μένα, υποθέτω).

 

Τούτη την ώρα που είμαστε όλοι τόσο βαθιά αποκομμένοι ο ένας από τον άλλον, αυτό μου λείπει πιο πολύ. Τα απρόβλεπτα πράγματα που κάνει κάποιος την ώρα που βρίσκεται κοντά σου. Κυριολεκτικά, δεν υπάρχει τίποτε άλλο σαν κι αυτό. Με τίποτα δεν μπορεί να αντικατασταθεί αυτή η αίσθηση του πόσο μοναδικοί και παράξενοι είναι οι άλλοι.

 

Οι άνθρωποί του μου ζήτησαν συγνώμη και με παρακάλεσαν να γίνει η συνέντευξη μέσω Skype από τη στιγμή μάλιστα που είχε γίνει η φωτογράφηση. Δέχτηκα, αναγκαστικά. Προσπαθώ αυτή τη στιγμή να θυμηθώ κάτι από εκείνη την συζήτησή μας αλλά δεν μου έρχεται απολύτως τίποτα στο μυαλό. Τον θυμάμαι αμυδρά να κουνιέται αμήχανα μέσα από την οθόνη μου. Θυμάμαι τον εαυτό μου να προσπαθεί να διακρίνει στοιχεία από το φόντο πίσω του. Ήμασταν ξένοι όταν ξεκίνησε η συζήτηση και το ίδιο ξένοι όταν τελείωσε. Εννοείται ότι δεν ήταν από τα πιο επιτυχημένα πορτραίτα που έχω γράψει...

 

Όπως οι περισσότεροι που ασχολούνται με το γράψιμο, έχω ισχυρές τάσεις αναχωρητισμού. Η ιδέα ότι η επαγγελματική μου ιδιότητα έχει να κάνει με το να μιλάω με ανθρώπους και να γράφω γι΄ αυτούς, θα φαινόταν εξωφρενικά αστεία στους ανθρώπους με τους οποίους μεγαλώσαμε μαζί. Υπάρχει όμως κάτι περίεργο και συναρπαστικό στους ανθρώπους, ειδικά στους αγνώστους. Κανένα βιβλίο και καμία ταινία δεν θα σε εκπλήξει όσο οι διακυμάνσεις της συμπεριφοράς ενός άλλου ατόμου. Τούτη την ώρα που είμαστε όλοι τόσο βαθιά αποκομμένοι ο ένας από τον άλλον, αυτό μου λείπει πιο πολύ. Τα απρόβλεπτα πράγματα που κάνει κάποιος την ώρα που βρίσκεται κοντά σου. Κυριολεκτικά, δεν υπάρχει τίποτε άλλο σαν κι αυτό. Με τίποτα δεν μπορεί να αντικατασταθεί αυτή η αίσθηση του πόσο μοναδικοί και παράξενοι είναι οι άλλοι.

 

Δεν λέω ότι είναι αδύνατον να κάνεις μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη μέσω τηλεφώνου ή μέσω Zoom, Skype ή FaceTimε, ή ακόμα και με σήματα καπνού. Το έχω κάνει αναγκαστικά στο παρελθόν και θα το ξανακάνω, ελπίζω, στο μέλλον. Απλά, δεν είναι το ίδιο...

 

Πριν από κάθε συνέντευξη, και τώρα και πάντα, με πιάνει απίστευτη νευρικότητα. Ο παλμός της καρδιάς επιταχύνεται ραγδαία, οι παλάμες ιδρώνουν ελαφρά, η αναπνοή γίνεται λίγο πιο φρενήρης. Κάθε φορά. Πώς θα είναι αυτό το άτομο από κοντά; Η στιγμή πριν την αρχική επαφή είναι να ατενίζεις το άγνωστο. Τα πάντα φαίνονται πιθανά. Νιώθω σα να μην περιμένω τόσο να συναντήσω ένα ζωντανό ον όσο μια ασχημάτιστη μάζα που μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές, μια μαύρη τρύπα με συναισθήματα.

 

Και μετά, εμφανίζεται μπροστά μου και αμέσως σχεδόν, παίρνει ανθρώπινη υπόσταση. Αμέσως, είναι ένας από εμάς: ένας συνδυασμός από γνωρίσματα, στοιχεία, τικ και προτάσεις που ξεκινούν, σταματούν και ξεκινούν ξανά, παράλληλα με τη γλώσσα του σώματος και με το βλέμμα που προδίδει χαρά ή λύπη ή τίποτα απολύτως. Τότε είναι που ξεκινά η δουλειά μου. Και δεν βλέπω την ώρα να επιστρέψω σ' αυτήν.

 

Με στοιχεία από το GQ