Όταν τελειώσουν όλα αυτά θα συναντηθούμε γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι. Mια selfie από τον Μιχάλη Μιχαήλ

Όταν τελειώσουν όλα αυτά θα συναντηθούμε γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι. Mια selfie από τον Μιχάλη Μιχαήλ Facebook Twitter
Σήμερα το πρωί στον κήπο, που έχει άλλη άποψη για όσα μας συμβαίνουν.
1



ΑΝΗΣΥΧΩ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ
που ζουν σε άλλη χώρα. Mε τα νέα μέτρα, το να τους συναντήσω είναι τόσο δύσκολο, που προτιμώ να μην το σκέφτομαι. Τους τηλεφωνώ καθημερινά. Παραμένω ψύχραιμος. Δεν ρωτάω πολλά, ο τόνος της φωνής μου παραμένει σταθερός, χωρίς πανικό, και μέσα από τις γραμμές προσπαθώ να μάθω αν κάνουν τα σωστά, αν ακόμα δουλεύει ο πατέρας μου, αν έχουν στοκάρει απολυμαντικά, λες κι εγώ ξέρω ακριβώς τι πρέπει να κάνουν. Μετά αρχίζω τα τι θα φάτε σήμερα, πώς είναι ο καιρός, θα είναι καλοκαίρι τώρα εκεί, τι κάνει η τάδε θεία μου. Η μάνα μου μού περιγράφει το σκηνικό της ουράς στα σούπερ μάρκετ – μπορεί να τρελαθώ στη σκέψη ότι στις μέρες μας ένας ηλικιωμένος άνθρωπος πρέπει να στέκεται στην ουρά για τα ψώνια του. Ένα από τα σταθερά αστεία στο γραφείο είναι η δική μου «άρνηση» να κατεβαίνω στο νησί μου. Γελάσαμε και πάλι λίγο με αυτό πριν από δέκα μέρες, όταν όλα ήταν ακόμα πιο light, «τα κατάφερες πάλι να μην πας», τώρα δεν μου φαίνεται αστείο. Θέλω να τους δω. Κάνω πρόχειρους υπολογισμούς και ο ένας χρόνος είναι το μίνιμουμ για να ξανασυναντηθούμε. Ας είναι καλά, σκέφτομαι, ας το γλιτώσουν κι αυτό, όπως τόσα άλλα, κι ας συναντηθούμε ξανά για να τους πω από κοντά όσα δεν τους λέω ποτέ. Θα γίνει.

Την περασμένη Παρασκευή κλείσαμε το γραφείο και αρχίσαμε όλοι να δουλεύουμε από το σπίτι. Ανακούφιση. Ήδη από τις αρχές της εβδομάδας κανείς μας δεν ήθελε να είναι εκεί. Τα γραφεία ενός εντύπου είναι χαλαρά, οι αποστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους είναι μικρές, το «κλείσιμο τεύχους» που ακούτε είναι μια δουλειά που παίρνει ώρες, με μακέτες να αλλάζουν χέρια, με συνεργάτες που σκύβουν στον υπολογιστή του γραφίστα να δουν «πώς στήνεται ένα θέμα», με διορθωτές που έρχονται να σε ρωτήσουν κάτι. Συντονιστές, διαφημιστές, τεχνικοί, διανομείς, δημοσιογράφοι, γραφίστες, μια ολόκληρη αλυσίδα ανθρώπων που έρχονται σε στενή επαφή ο ένας με τον άλλον για να «βγει το τεύχος στους δρόμους» έπρεπε να «σπάσει», για να μειωθεί όσο γίνεται περισσότερο η πιθανότητα μετάδοσης του ιού.

Προσθέτουμε σε αυτή την αλυσίδα και τους αναγνώστες μας. Δεν τους θέλαμε να πηγαίνουν να παίρνουν το τεύχος, να μετακινούνται, να αγγίζουν επιφάνειες που δεν χρειάζεται. Λέγαμε από την αρχή «μένουμε σπίτι» και θέλαμε να το εφαρμόσουμε 100%. Γι' αυτό και η έντυπη LiFO αυτή την εβδομάδα δεν θα είναι στα σημεία διανομής. Εμείς είμαστε όλοι εδώ, πίσω από τους υπολογιστές μας και κάνουμε την ίδια καλή δουλειά στο lifo.gr, ο καθένας από το σπίτι του, προστατεύοντας τον εαυτό του και τους άλλους με τον τρόπο που θεωρεί σωστό. Σιγά-σιγά αρχίζουμε να μπολιάζουμε την ειδησεογραφία και με άλλα θέματα, εκτός της αρρώστιας. Νομίζω ότι τα έχουμε ανάγκη, όπως έχουμε ανάγκη ένα καλό βιβλίο. Να τελειώσει όλο αυτό και να βγει ένα τεύχος μόνο χαμόγελα και φιλιά και φωτογραφίες ανθρώπων έξω στην πόλη στα αγαπημένα μας σημεία, στα στέκια μας, έξω από τους τέσσερις τοίχους της νέας μας ζωής. Θα γίνει.

Όταν τελειώσουν όλα αυτά και ζούμε ακόμα και περάσει καιρός, θα ανοίξουμε τυχαία μια μέρα ένα ντουλάπι και θα βρούμε ξανά, σαν μια αρχαιολογική ανακάλυψη, τα αντισηπτικά και τις μάσκες και θα γελάσουμε με την καρδιά μας για όσα περάσαμε, αλλά τα καταφέραμε. Θα γίνει. Η ιστορία μας θα τελειώσει καλά.

Οι προφυλάξεις που παίρνουμε με απελπίζουν. Όπως όλα αυτή την περίοδο, ξεκίνησαν με ένα απλό «να πλένετε τα χέρια σας, δεν χρειάζεται μάσκα» και έχουμε φτάσει να βλέπουμε ανθρώπους–σκάφανδρα να κυκλοφορούν στον δρόμο. Κανείς δεν ξέρει αν αυτά που κάνει είναι αρκετά, αν έπρεπε όντως να φοράει σκάφανδρο πριν βγει στους δρόμους, αν έπρεπε να συνεχίσει τη ζωή στο σπίτι με τον σύντροφό του, όπως πριν, ή αν πρέπει να μένουν «μακριά και αγαπημένοι». Πόσες απολυμάνσεις του πάγκου της κουζίνας είναι αρκετές; Τα σεντόνια κρατάνε τον ιό; Ντελίβερι πώς παίρνουμε και τι νόημα έχει το «σου τα αφήνω στην πόρτα»; Πριν δεν τα άγγιξες; (Το «σου τα αφήνω στην πόρτα», πάντως, μου θυμίζει μια σκηνή από το «Μπεν Χουρ», όπου πηγαίνουν τα φαγητά έξω από τη σπηλιά των λεπρών και τα αφήνουν κάπου απομακρυσμένα ή κάτι τέτοιο για να τα παραλάβουν οι άρρωστοι που βγαίνουν τυλιγμένοι μέσα στα κουρέλια τους και, σέρνοντας, φτάνουν στο καλάθι με τις τροφές. Αν εξαιρέσεις το ρωμαϊκό ένδυμα και το σκηνικό της σπηλιάς, δεν βλέπω διαφορά.)

Την Παρασκευή στο μπακάλικο της γειτονιάς η ταμίας ψέκαζε με απελπισμένο βλέμμα τον αέρα με αντισηπτικό. Ηλικιωμένοι διάλεγαν μακαρόνια και όσπρια με μηδενική προφύλαξη, όλοι μας τους κοιτάγαμε με τρόμο, ένιωσα άσχημα και γι' αυτούς και για μας, μια κυρία είχε τυλίξει μια ροζ πασμίνα γύρω από το κεφάλι και το πρόσωπό της και φώναζε, αντί να μιλάει (μάλλον το ροζ σάλι μπλόκαρε την ακοή). «ΠΟΥ ΘΑ ΒΡΩ ΧΛΩΡΙΝΗ; ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΝΩ ΟΡΟΦΟ; ΘΑ ΜΟΥ ΤΗ ΦΕΡΕΤΕ;». Με την ταμία, που πια γνωριζόμαστε, μας είχε πιάσει νευρικό γέλιο. Τι να πεις! Ο καθένας θα το περάσει αυτό όπως νομίζει καλύτερα. Ροζ πασμίνα, μάσκα, γάντια πλαστικά, τα δερμάτινα που δεν φόρεσες ποτέ θα τα φορέσεις τώρα και μετά θα τα καταστρέψεις αργά και σταθερά, βουτώντας τα στο αντισηπτικό, με στόχο να τα χρησιμοποιήσεις, την κρεμάστρα με τα ρούχα, τα παπούτσια και την κολεξιόν από αντισηπτικά που έχεις πλέον στην είσοδο του σπιτιού. Όταν τελειώσουν όλα αυτά και ζούμε ακόμα και περάσει καιρός, θα ανοίξουμε τυχαία μια μέρα ένα ντουλάπι και θα βρούμε ξανά, σαν μια αρχαιολογική ανακάλυψη, τα αντισηπτικά και τις μάσκες και θα γελάσουμε με την καρδιά μας για όσα περάσαμε, αλλά τα καταφέραμε. Θα γίνει. Η ιστορία μας θα τελειώσει καλά.

Με το σπίτι χθες τα βρήκαμε για πρώτη φορά. Είμαι σπιτόγατος και το σπίτι μου, η κουζίνα μου, είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχω πέρα από τους ανθρώπους μου. Απλώς, τόσα χρόνια το έχω συνδέσει με γιορτές, με ωραία πράγματα, ήταν το καταφύγιό μου από το απειλητικό  «έξω». Για τέσσερις μέρες δεν μπορούσα να συνηθίσω το «δουλεύουμε απ' το σπίτι». Τι είναι αυτό με τις πιτζάμες και τα λάπτοπ να στέλνουμε μηνύματα και να μιλάμε στα τηλέφωνα για δουλειές; Εγώ το πρωί ξυπνάω και τρέχω στο γραφείο. Και όταν γυρίσω το κάνω με έναν στεναγμό ανακούφισης που «σώθηκα και σήμερα» από τη δουλειά και τις έγνοιες. Τώρα όλα αυτά θα γίνουν ένα και μαθαίνω κι εγώ με τον τρόπο μου να τα συνδυάζω. Χθες, σαν υπνωτισμένος, είπα «δεν δουλεύω άλλο» και άρχισα την καθαριότητα. Για περίπου εφτά ώρες καθάριζα ασταμάτητα. Όσο καθάριζα, άλλα τόσα έβρισκα πως πρέπει να γίνουν, απλώθηκε μπροστά μου μια καινούργια ρουτίνα, μια λίστα από «δουλειές» που πρέπει οπωσδήποτε να γίνουν. Όπως τα υπολογίζω, για έναν μήνα θα έχω τόση δουλειά, πέρα από την κανονική μου, που ούτε στο fb δεν θα μπαίνω. Μετά βλέπουμε.

Προσπαθώ να κάνω πράγματα που έχουν μια συνέχεια. Κάτι να προσμένεις, όσο περιμένεις να γίνουν όλα ξανά όπως πριν. Προσπαθώ να φτιάξω έναν ιστό, δηλαδή, πάνω στον οποίο θα χτιστεί η νέα μου καθημερινότητα. Χθες ξεκίνησα ένα προζύμι. Στην ετικέτα έγραψα «προζύμι κορωνοϊός», μου φάνηκε δυσοίωνο, το άλλαξα σε σκέτο «προζύμι 17/3/2020 <3». Αυτήν τη λέξη δεν θέλω να την πολυχρησιμοποιώ. Δυο-τρεις μέρες να ξεκινήσει, μετά τάισμα κάθε πρωί, τίποτα πιο ενθαρρυντικό από το να δίνεις ζωή σε λίγο αλεύρι. Όσο το περιμένω, αυξάνω τα διαβάσματά μου για το ψωμί. Ήρθε η στιγμή να μάθω όσα δεν ξέρω για το θέμα. Φυτεύω σπόρους. Τα φασολάκια και τις μελιτζάνες που μου έφερε η Κορίνα, καυτερές πιπεριές να τις δείχνω στον μανάβη μου να ζηλεύει, τα μοσχομπίζελα πέταξαν ήδη τα πρώτα κλαράκια, οι φρέζιες φέτος μας έκαναν μεγάλη τιμή, δεκάδες λουλούδια, οι λεμονιές ετοιμάζονται να ανθίσουν, θα τα περιμένω όλα με μεγάλη χαρά.

Μαγειρεύω καθημερινά, στρώνω τραπέζια και τρώμε σαν άνθρωποι, δεν πετάμε τίποτα, κάνω λίστες με ανάγκες, υπολογισμούς, θέλω να βγαίνουμε ελάχιστα. Αυτή η απομόνωση μου φαίνεται πως είναι το πιο σοβαρό μέτρο ενάντια στην εξάπλωση του ιού. Μου λείπουν, βέβαια, ήδη τα πάντα. Τα θέατρα που ακυρώσαμε, τα εστιατόρια που κλείσανε, τα μπαρ της πόλης, οι κουβέντες μας πάνω από ένα πιάτο φαΐ. Σε λίγο καιρό θα συνηθίσουμε και θα βρούμε τον ρυθμό μας. Θα είναι διαφορετικός, αλλά οι παρέες δεν θα χαθούν.

Χθες, μες στη νύχτα, χτύπησε το κινητό. Ήταν η Μ. να μου πει δυο χαζομαρούλες, να με ρωτήσει κάτι για τη δουλειά, μετά με ξαναπήρε για λίγο έξτρα κουτσομπολιό, ανάμεσα στις γραμμές επιβεβαιώσαμε πως είμαστε καλά, αν χρειαζόμαστε κάτι, σύντομα οι φωνές μας και οι καρδιές μας θα κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα, σκέφτομαι. Στα ομαδικά threads με τους συνεργάτες γελάμε πολύ, μοιραζόμαστε τις αγωνίες μας. Θα πάει κανείς σούπερ μάρκετ – θα δεις αν έχει Ντετόλ – πού είναι η πιο μεγάλη ουρά – όλη μέρα τρώω – κοίτα να μη σε χωράει το ασανσέρ όταν επιστρέψουμε στο γραφείο – παιδιά είστε όλοι καλά – χρειάζεστε κάτι. Όταν τελειώσουν όλα αυτά θέλω να μαζευτούμε γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, κάπου έξω, σε μια πλατεία, κάτω από δέντρα. Θα φέρει ο καθένας όποιον θέλει, θα χαρούμε πολύ για τα φιλιά, τις αγκαλιές, κάποιοι θα χορεύουν, τα κινητά θα είναι κλειστά, αφού θα σε έχω μπροστά μου τι να την κάνω την οθόνη, όλα αυτά θα είναι απλώς ένα κακό όνειρο που πέρασε. Το εύχομαι με όλη μου την καρδιά

Δεν είσαι μόνος
1

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

σχόλια

1 σχόλια
Συνδέθηκα μόνο και μόνο για να σχολιάσω. Τόσες μέρες ανοίγω τη lifo και μετράω νεκρούς, ενημερώνομαι, σφίγγεται το στομάχι μου, απολυμαίνω, παίρνω προφυλάξεις, κρατώ την ψυχραιμία μου, συνεχίζω. Διαβάζοντας όμως τις τελευταίες σας σειρές, όλες οι αντιστάσεις μου -σαν να τις φύσηξε ένα αεράκι- κατέρρευσαν χωρίς καμιά δυσκολία και για πρώτη φορά νιώθω σαν να ξεπλύθηκα, τα δάκρυα που περίμεναν τόσες μέρες επιτέλους βγήκαν και με καθάρισαν πραγματικά. Ευχαριστώ. Και αντεύχομαι σε όλους μας.