«Δίνω 2.500 ευρώ τον μήνα και δεν βρίσκω μάγειρα» παραπονιόταν έντονα εστιάτορας τουριστικής περιοχής στην επαρχία, που διατηρεί μεγάλο και απαιτητικό μαγαζί με 5μηνη σεζόν.


Με έναν πρόχειρο υπολογισμό ο επιχειρηματίας ήθελε να βρει σοβαρό επαγγελματία που θα ήταν ικανοποιημένος με ετήσια έσοδα 12.500 ευρώ (άντε και με κάποια επιδόματα ανεργίας).


Σε αυτά τα χωράφια άναψε φωτιά μια πρόσφατη έρευνα της εταιρείας διάθεσης εργαζομένων Manpower, που είχε τίτλο «8 στους 10 Έλληνες εργοδότες δεν βρίσκουν εργαζόμενους».


Βγήκαν στην επιφάνεια στοιχεία, που δείχνουν ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει απαξιωμένες τις τεχνικές σχολές, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά την έρευνα αυτή είμαστε οι τρίτοι χειρότεροι από τις χώρες που συμμετέχουν. Μια πλευρά του θέματος είναι ότι το εργατικό δυναμικό της χώρας δεν έχει τις ικανότητες που χρειάζεται η αγορά εργασίας.

 

Αντί να μπαίνουν κάποιοι στον πειρασμό να μιλάνε για τεμπέληδες ανέργους, είναι πιο δημιουργικό να στραφεί η συζήτηση σε αυτά που μπορεί να κάνει καλύτερα η χώρα για να γίνει πιο παραγωγική. 


Όπως σημειώνει ο Θοδ. Γεωργακόπουλος, είμαστε τελευταίοι στον «Ευρωπαϊκό Δείκτη Ικανοτήτων» του CEDEFOP (Οργανισμός της ΕΕ). Είμαστε και κάτω από τη βάση στο επίπεδο εγγραμματισμού του ενεργού πληθυσμού στον ΟΟΣΑ.


Έχουμε αρκετούς γονείς ακόμα που θέλουν να γίνουν τα παιδιά τους μηχανικοί-γιατροί-δικηγόροι, κι ας ξέπεσαν αυτές οι ειδικότητες αρκετά πριν από την κρίση – και επαγγελματικά και στο στάτους του «καλού γαμπρού». ΤΕΙ που έγιναν πανεπιστήμια βγάζουν «τεχνικούς γεωργικών μηχανημάτων», «στελέχη ιχθυοτροφείων» και τρέχα γύρευε τι ειδικότητες, με σχολές που έφτιαξαν πολιτικοί στα χωριά τους για να βολέψουν φίλους πανεπιστημιακούς και ιδιοκτήτες διαμερισμάτων.

 

Αυτό θέλουν οι εργαζόμενοι

Στο άκουσμα αυτών των στοιχείων ήταν πάρα πολλές οι αντιδράσεις εργαζομένων που θεωρούν ότι το ζήτημα είναι αντίστροφο: οι εργαζόμενοι δεν ανταποκρίνονται σε προσκλήσεις εργοδοτών που προσφέρουν χαμηλές αμοιβές ή αμφίβολες συνθήκες εργασίας.


Οι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι και τα νέα ταλέντα έχουν φύγει κατά κύματα τα χρόνια της κρίσης. Και θα συνεχίσουν να φεύγουν, καθώς οι ευκαιρίες εξέλιξης στην Ελλάδα είναι περιορισμένες. Οι κρατήσεις για την ασφάλιση αδιανόητες. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός ελληνικών επιχειρήσεων είναι μικρές, δεν έχουν συνθήκες ασφάλειας, συχνά είναι προσωπικές/οικογενειακές. Διαβάστε εδώ έναν πολύ ενδιαφέροντα διάλογο ανάμεσα στον επιχειρηματία κ. Φ. Κοκοτό για τις ευθύνες των επιχειρηματιών και το μερίδιο των εργαζομένων, για αυτή την ανορθογραφία της ελληνικής αγοράς εργασίας.

 

Υπάρχει και η γκρίζα ζώνη εργοδοτών στην εστίαση, στον τουρισμό, στα κούριερ, στα ντελίβερι, στα σεκιούριτι, τα συνεργεία καθαρισμού (που χρησιμοποιούν συχνά και οργανισμοί του δημοσίου, παρακαλώ). Τριακόσια, τετρακόσια ευρώ τον μήνα, δίχως υπερωρίες, με αμφίβολη ασφάλιση, ενίοτε σε μακρινή απόσταση από το σπίτι τους.

 

Λείπουν πωλητές και οδηγοί;

Αρκετοί απ' όσους σχολίασαν την έρευνα αναρωτιούνται για το δείγμα των 1.000 εργοδοτών που δηλώνει ότι απευθύνεται στην Ελλάδα. Οι ειδικότητες που δηλώνεται ότι είναι σε έλλειψη (πωλητές, τεχνικοί, οδηγοί) ενισχύουν τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένοι εργοδότες μάλλον δεν βρίσκουν προσωπικό γιατί προσφέρουν χαμηλές αμοιβές ή δεν εγγυώνται αξιόπιστες εργασιακές συνθήκες.


Η ζωή είναι πεζή... Κάποιοι που δεν έχουν δουλειά βολεύονται με τα επιδόματα ή το χαρτζιλίκι των παππούδων, που αποτελούν και αφήγημα μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος και των media. Όσο τα επιδόματα/χαρτζιλίκι της οικογένειας είναι πάνω από τέτοιες αμοιβές για εργασία, αυτές οι έρευνες θα βρίσκουν αντίστοιχα αποτελέσματα και δεν θα εντοπίζουν ότι πιθανόν τα μεγαλύτερα ελλείμματα αφορούν σε προγραμματιστές (που βρίσκουν καλές δουλειές σε Ελλάδα ή εξωτερικό ή δουλειά από το σπίτι τους για εργοδότες του εξωτερικού) ή ειδικεύσεις που έχουν σχέση με τον τουρισμό και (λίγο) την εστίαση, όπου η σχετική αγορά αναπτύσσεται, ωριμάζει και ζητά στελέχη με σπουδές και εμπειρία.

 

Θα ήταν χρήσιμο να γίνει μια μεθοδική έρευνα από κρατικό φορέα, αλλά θα αποκάλυπτε τις αδυναμίες της εκπαίδευσης, τις παρενέργειες του εθισμού στα επιδόματα και της σπειροειδούς κίνησης της οικονομίας προς χαμηλότερης ποιότητας υπηρεσίες που απαιτούν χαμηλότερες αμοιβές.


Όποιοι εργοδότες προσφέρουν καλύτερες αμοιβές και στοιχειώδη εκπαίδευση (κι αυτή έχει κόστος), θα βρουν και πωλητές και οδηγούς. Νόμος προσφοράς και ζήτησης.

 

Καλές θέσεις εργασίας

Αντί να μπαίνουν κάποιοι στον πειρασμό να μιλάνε για τεμπέληδες ανέργους, είναι πιο δημιουργικό να στραφεί η συζήτηση σε αυτά που μπορεί να κάνει καλύτερα η χώρα για να γίνει πιο παραγωγική. Εκπαίδευση προσανατολισμένη στις ανάγκες της κοινωνίας και όχι στα ρουσφέτια που βολεύουν πόλεις και φίλους της πληθωριστικής τάξης των εκπαιδευτικών και διοικητικών. Εργοδότες που σέβονται τους εργαζόμενους, κι αν δεν το κάνουν από μόνοι τους, να το επιβάλει η τήρηση των νόμων.


Αναζητούνται συνθήκες για να γεννηθούν καλές θέσεις εργασίας. Αν συνεχίσει η σημερινή κατάσταση της οικονομίας, τότε η συζήτηση θα κολλήσει στο πόσο ασυνεπείς είναι οι μικρές εταιρείες που ψάχνουν ντελίβερι, ανειδίκευτο προσωπικό ή άτομο με τρία πτυχία που θα κάνει τέσσερις δουλειές.


Συνάντησα πρόσφατα καλοπροαίρετο φίλο, που ήταν κάπως στεναχωρημένος γιατί η νεαρή κόρη του άφησε μια δουλειά στο δημόσιο (σε κάποιο Επιμελητήριο...) για μια θέση digital marketing στο Λονδίνο. Καταλαβαίνω τον πατέρα, έναν αγωνιστή συνταξιούχο πυροσβέστη, αλλά νιώθω –κι ας μην την έχω γνωρίσει– πιο πολύ την κόρη του, που θέλει να παλέψει το όνειρό της και δεν αρκείται στην «τακτοποίηση» που προσφέρει η Ελλάδα.