Την άποψη ότι με τη δραχμή θα ήμασταν καλύτερα εξέφρασε για πρώτη φορά δημόσια και με κατηγορηματικό τρόπο, πριν από λίγες μέρες, ο Γιάνης Βαρουφάκης, μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή. Με τον γνωστό αντιφατικό του λόγο υποστήριξε ότι εκείνος ήταν πάντα υπέρ του ευρώ, αλλά η δραχμή ήταν προτιμότερη από τον δρόμο που ακολουθήθηκε προκειμένου να παραμείνουμε στην Ευρωζώνη, και αυτό ήταν κάτι που επίσης πάντα πίστευε.


Όλα τα προηγούμενα χρόνια οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγορούσαν ότι σχεδίαζε την επιστροφή στη δραχμή κι εκείνος το αρνούνταν, επιχειρηματολογώντας κατά της εξόδου από το ευρώ.


Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βαρουφάκης λέει κάτι, ενώ πριν έλεγε το αντίθετο. Ο άνθρωπος αυτός, ωστόσο, ήταν υπουργός Οικονομικών σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο για τη χώρα και σήμερα είναι αρχηγός ενός μικρού κόμματος (ΜέΡΑ25) που αυτοτοποθετείται στην αριστερά.

 

Στις 20 Φεβρουαρίου 2015 στις Βρυξέλλες, υπέγραφε ότι η κυβέρνηση του θα συνέχιζε τα μνημόνια και αναγνώριζε και εκείνα των προηγούμενων κυβερνήσεων, ενώ στο εσωτερικό της χώρας παρουσιαζόταν ως αγωνιστής του αντιμνημονιακού αγώνα.


«Εγώ πίστευα ότι η δραχμή ήταν κάτι κακό, αλλά υπήρχε κάτι χειρότερο, η χρεοδουλοπαροικία για πάντα, έως το 2060, αυτό που έχουμε τώρα» είπε, δημιουργώντας ξανά «είδηση» με τις δηλώσεις του, μετά από πολύ καιρό. «... Ως κίνημα στο ΜέΡΑ25 είμαστε ευρωπαϊστές, είμαστε υπέρ της Ευρώπης και του ευρώ, αλλά, μεταξύ της ερημοποίησης της χώρας και των επιχειρήσεών μας στη Βουλγαρία, για πάντα, επιλέγουμε τη δραχμή. Είναι σίγουρο ότι θα ήμασταν καλύτερα». Μεταξύ των επιχειρημάτων που παρέθεσε για να υποστηρίξει την τοποθέτηση του ήταν ότι «ο τουρισμός μας θα ήταν πάμφθηνος για τους ξένους», τα κόκκινα δάνεια «θα τα είχαμε κουρέψει όλα, γιατί δεν θα ήμασταν στον SSM-ECB» και «θα κουρευόταν άμεσα το δημόσιο χρέος γιατί δεν θα το αποπληρώναμε σε ευρώ».

 

 

 

 

Όσο ήταν στον ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο, εμφανιζόταν να διαφωνεί με τα επιχειρήματα υπέρ της εξόδου από την Ευρωζώνη, όταν τα υποστήριζε η Αριστερή Πλατφόρμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη. Είχαν γίνει, μάλιστα, μεγάλοι εσωκομματικοί καβγάδες για το θέμα αυτό στην Κοινοβουλευτική Ομάδα.

 

Η προτελευταία φορά που έγινε «είδηση» ο Βαρουφάκης ήταν όταν δόθηκαν στη δημοσιότητα τα Πόθεν Έσχες και όλοι διαπίστωσαν ότι οι δουλειές του πήγαν πολύ καλά μετά το 2015, με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ έσοδα και καταθέσεις σε ελβετική τράπεζα.

 

Ο Βαρουφάκης βέβαια, είναι αστός και ποτέ δεν παρίστανε το «παιδί του λαού», όπως μεγαλοαστή είναι και σύζυγός του Δανάη Στράτου (αν και στο Πόθεν Έσχες δηλώνει εισοδήματα μόλις 840 ευρώ).
Ο Βαρουφάκης βέβαια, είναι αστός και ποτέ δεν παρίστανε το «παιδί του λαού», όπως μεγαλοαστή είναι και σύζυγός του Δανάη Στράτου (αν και στο Πόθεν Έσχες δηλώνει εισοδήματα μόλις 840 ευρώ).


Ειδικά το τελευταίο προκάλεσε αρκετά σκωπτικά σχόλια από πρώην συντρόφους του, αλλά και από πολιτικούς αντιπάλους, οι οποίοι σχολίαζαν ότι με τόσα λεφτά στην Ελβετία, ο ίδιος σίγουρα δεν θα κινδύνευε από τις συνέπειες της εφαρμογής του πολιτικού του σχεδίου και όσα θα ακολουθούσαν.

 

Ο Βαρουφάκης, βέβαια, είναι αστός και ποτέ δεν παρίστανε το «παιδί του λαού», όπως μεγαλοαστή είναι και σύζυγός του, Δανάη Στράτου (αν και στο Πόθεν Έσχες δηλώνει εισοδήματα μόλις 840 ευρώ). Κανείς πάντως δεν τον έχει κατηγορήσει ποτέ, ότι αν και πλούσιος, παριστάνει τον λαϊκό, όπως κάνουν κάποιοι άλλοι εκατομμυριούχοι του ΣΥΡΙΖΑ. Αντιθέτως, τον έχουν κατηγορήσει μάλλον για το αντίθετο, δηλαδή για συμπεριφορά Μαρίας Αντουανέτας. Μία από τις δηλώσεις του που είχαν προκαλέσει το 2015, όταν είχαν επιβληθεί τα capital controls, ήταν όταν είπε ότι έβρισκε ανάρμοστο για αυτόν να στέκεται στις ουρές των ΑΤΜ (όπως στέκονταν τότε οι περισσότεροι Έλληνες).

 

Σε συνέντευξή του στο Bloomberg, όταν ο δημοσιογράφος τον ρώτησε, μεταξύ άλλων, αν βρίσκει χρόνο να περιμένει στο ATM για να βγάλει τα 60€, απάντησε: «Δεν το έχω κάνει. Η γυναίκα μου και εγώ πρέπει να είμαστε οι μόνοι Έλληνες που δεν το έχουμε κάνει...». Όταν λίγο μετά ρωτήθηκε τότε πώς καλύπτει τις οικονομικές του ανάγκες αφού δεν πάει στο ΑΤΜ, του είπε: «Ας μην το κάνουμε προσωπικό. Ας πούμε πως η γυναίκα μου κι εγώ έχουμε πολλές υποχρεώσεις, πηγαίνοντας από τη μια πολιτική συνάντηση στην άλλη».

 

 


Οι πρώην σύντροφοι του, ωστόσο, είχαν ενοχληθεί πραγματικά μαζί του, όταν μαζί με τη σύζυγό του τον Μάρτιο του 2015, την ώρα που η χώρα βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού, είχαν φωτογραφηθεί με ένα εντελώς lifestyle ύφος για το περιοδικό Paris Match, να γευματίζουν σε ένα σπίτι με θέα την Ακρόπολη.


Η πιο αποκαλυπτική στιγμή, ωστόσο, για τον Γ. Βαρουφάκη ήταν η δημοσίευση των ντοκουμέντων της ενημέρωσης που έκανε στο OMFIF (Official Monetary and Financial Institutions Forum), ένα από τα αγαπημένα think tanks των τραπεζών και των funds, των «μεγαλοκαπιταλιστών» δηλαδή, όπως τους αποκαλεί η αριστερά, ή των «κερδοσκοπικών κορακιών» στη γλώσσα του αντιμνημονίου. 

 

Οι πελάτες του OMFIF λαμβάνουν συμβουλές και αναλύσεις οικονομικής πολιτικής και επενδύσεων και πληρώνουν υψηλού τιμήματος συνδρομή για να μπορούν να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες που προσφέρει. Η ενημέρωση αυτή, όπως αναφέρουν και στην ιστοσελίδα τους, γίνεται σε γκρουπ ή ένας προς έναν, τηλεφωνικά ή δια ζώσης, σε φλέγοντα ζητήματα.


Στις 16 Ιουλίου 2015, ο Βαρουφάκης που μόλις είχε βγει εκτός κυβέρνησης, ενημέρωνε μέσω του OMFIF στελέχη hedge funds για τους λόγους που δεν υλοποιήθηκε το «plan B» που σχεδίαζε και για το οποίο στην Ελλάδα δεν γνώριζε κανείς, πλην ενός πολύ στενού κύκλου. Η είδηση αποκαλύφθηκε σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Καθημερινή» αλλά ο Βαρουφάκης το αρνήθηκε. Τελικά, παρά τους κανόνες μυστικότητας του OMFIF, το ηχητικό ντοκουμέντο δόθηκε στη δημοσιότητα και όλα ήρθαν στο φως

 

Μιλάει με πολύ καλά λόγια για τον επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι –με τον οποίο υποτίθεται βρισκόταν στα μαχαίρια– και λέει ότι πάντα τον εκτιμούσε.
Μιλάει με πολύ καλά λόγια για τον επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι –με τον οποίο υποτίθεται βρισκόταν στα μαχαίρια– και λέει ότι πάντα τον εκτιμούσε.

 

Η συζήτηση, την οποία άκουγαν μερικές δεκάδες πελάτες του OMFIF, ξεκινούσε ως εξής:


Νόρμαν Λάμοντ: ... Θα ήθελα να σου ζητήσω να σχολιάσεις το ζήτημα που μπέρδεψε πολύ κόσμο, και συγκεκριμένα, γιατί δεν είχατε σκεφτεί να εγκαταλείψετε την Ευρωζώνη, κάτι που θα μπορούσε να σας αφήσει να ελέγχετε περισσότερο την τύχη σας, ως χώρα, και να είστε σε θέση να διαμορφώσετε την πορεία σας με βάση τις δικές σας πολιτικές.

 

Γ.Βαρουφάκης: Νόρμαν, έχεις πολύ δίκιο. Το ζήτημα είναι, και αυτό οφείλω να το παραδεχτώ, ότι δεν είχαμε εντολή να βγάλουμε την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης. Αυτό που είχαμε εντολή να κάνουμε ήταν να διαπραγματευθούμε για ένα είδος διευθέτησης με το Eurogroup, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία θα καθιστούσε την Ελλάδα βιώσιμη εντός Ευρωζώνης. Η εντολή πήγαινε και λίγο πάρα πέρα, τουλάχιστον κατά την εκτίμησή μου: πιστεύω ότι ο ελληνικός λαός μας είχε εξουσιοδοτήσει να διεξάγουμε ενεργητικά και δυναμικά αυτήν τη διαπραγμάτευση μέχρι του σημείου να πούμε ότι αν δεν μπορούμε να έχουμε μία βιώσιμη συμφωνία, τότε θα πρέπει να εξετάσουμε την έξοδο. Το πρόβλημα ήταν πως, όταν βρίσκεσαι εντός μιας νομισματικής ένωσης, είναι το δυσκολότερο πράγμα να διαμορφώσεις το είδος εκείνο του δημοσίου διαλόγου ο οποίος είναι απαραίτητος ώστε να προετοιμάσεις τον λαό για το τι επίκειται, για τη διαδικασία αποχώρησης από τη νομισματική ένωση, και ταυτόχρονα να μην οδεύεις προς την κατάρρευση. Είναι περίπου σαν να είχες να προετοιμάσεις έναν πληθυσμό, ένα εκλογικό σώμα, για μια υποτίμηση, για μια πολύ μεγάλη υποτίμηση, 12 μήνες πριν αυτή λάβει χώρα, μέσω διαλόγου.  Καταλαβαίνετε ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Δεν έχουμε ένα νόμισμα το οποίο θα μπορούσαμε να υποτιμήσουμε έναντι του ευρώ. Έχουμε το ευρώ. Και αυτό που λέω συνεχώς στον κόσμο είναι ότι, κατά τους υπολογισμούς μας, θα έπαιρνε 12 μήνες...

 

Στην τηλεδιάσκεψη αυτή του OMFIF ο Βαρουφάκης λέει αυτά που πιστεύει –απελευθερωμένος από πολιτικές σκοπιμότητες– και δίνει με κάθε λεπτομέρεια πληροφορίες που από τον ελληνικό λαό είχε αποκρύψει. Σε πολλές εκτιμήσεις του βέβαια, εκ των υστέρων, μπορεί να διαπιστώσει κανείς με ευκολία ότι έπεσε εντελώς έξω. Θεωρούσε π.χ ότι η συμφωνία που δέχθηκε ο Τσίπρας (γ' μνημόνιο) δεν θα ήταν βιώσιμη και ένα Grexit εξακολουθούσε να είναι πιθανό για αυτόν. Εκτιμούσε επίσης, όπως ακούγεται να λέει, ότι αν η Ελλάδα δεν έμπαινε «στο βαγόνι της ποσοτικής χαλάρωσης κατά τους αμέσως επόμενους μήνες», τότε «δεν υπήρχε κανένας τρόπος να μπορεί να μείνει στην Ευρωζώνη». Ως γνωστόν, η Ελλάδα και στην ποσοτική χαλάρωση δεν μπήκε και στην ΕΖ παρέμεινε. Άλλη μια εκτίμηση του που δεν επιβεβαιώθηκε.

 

Κάτι άλλο που διαπιστώνει κανείς είναι ότι μιλάει με πολύ καλά λόγια για τον επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι –με τον οποίο υποτίθεται ότι βρισκόταν στα μαχαίρια– και λέει ότι πάντα τον εκτιμούσε. Στη συζήτηση αυτή, με κοινό τους καπιταλιστές-εκπροσώπους των funds, χρησιμοποιεί κανονικά τη λέξη τρόικα, την οποία θύμωνε όταν άκουγε επί θητείας του στην Ελλάδα και ζητούσε να την αντικαταστήσουμε με την λέξη «θεσμοί», καθώς υποστήριζε ότι η τρόικα είχε τελειώσει.


Μεγαλύτερη σημασία όμως, ακόμα και από αυτά που λέει, έχει το ποιος είναι ο λόρδος Νόρμαν Λαμόντ που συντονίζει (μαζί με τον Chairman του OMFIF, David Marsh) την παρουσίασή του σε διεθνείς επενδυτές και στελέχη hedge funds. Πρόκειται για πολιτικό τέκνο της Μάργκαρετ Θάτσερ, έναν σούπερ νεοφιλελεύθερο δεξιό πολιτικό των Βρετανών Συντηρητικών και πρώην υπουργό Οικονομικών επί πρωθυπουργίας Τζον Μέιτζορ. 


Ο ευρωσκεπτικιστής λόρδος Λαμόντ συνεργάζεται με το Official Monetary and Financial Institutions Forum (OMFIF) που κάνει αναλύσεις για τους κεφαλαιούχους που επιθυμούν να κερδοσκοπήσουν στις χρηματαγορές. Ο Νόρμαν Λαμόντ, πριν μεταπηδήσει στο βρετανικό Κοινοβούλιο, είχε κάνει καριέρα στην NM Rothschild & Sons και ήταν διευθυντής της Rothschild Asset Management.


Από την κυβέρνηση Μέιτζορ αναγκάστηκε να παραιτηθεί το 1993 μετά το σκάνδαλο της κερδοσκοπίας με τη βρετανική λίρα, που έμεινε γνωστό ως η «Μαύρη Τετάρτη» (στις 16 Σεπτεμβρίου 1992). Πρόκειται για τη μέρα που οι κερδοσκόποι (με βασικότερο τον γνωστό Τζορτζ Σόρος που κέρδισε πάνω από US$ 1.000.000.000 εκείνη τη μέρα) «έσπασαν» τη στερλίνα και ανάγκασαν τη βρετανική κυβέρνηση να την αποσύρει από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ). 


Ο ίδιος κατηγορήθηκε για πολλά, ενώ υπήρξαν καταγγελίες για πιθανή εμπλοκή του στο σκάνδαλο κερδοσκοπίας με τη βρετανική λίρα, εναντίον της χώρας του.


Μετά από αυτό, ο λόρδος Λαμόντ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πολιτική του καριέρα και επέστρεψε στον ιδιωτικό τομέα, κάνοντας τη δουλειά που ήξερε να κάνει καλά.


Ο Βαρουφάκης δεν έκρυψε ποτέ την προσωπική σχέση με τον Νόρμαν Λαμόντ. Αντιθέτως, έμοιαζε να επαίρεται για τη γνωριμία τους.

 

 

 

Στις 6 Φεβρουαριου του 2015, όταν στην Ελλάδα φούντωνε ο «αντιμνημονιακός αγώνας» της κυβέρνησης και του οικονομικού επιτελείου, οι Financial Times είχαν γράψει σε κάποιο σχόλιο ότι ο λόρδος Λαμόντ υποδέχθηκε στο Λονδίνο τον φίλο του και υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας, Γ. Βαρουφάκη. Εκεί, όπως ανέφερε το σχόλιο, ο Βαρουφάκης είχε εντυπωσιάσει τους καπιταλιστές του City που τον άκουσαν για τα άψογα αγγλικά του, αλλά και για το ότι δεν ήταν ο «δογματικός μαρξιστής» όπως νόμιζαν.

 

Στην συνάντηση των δύο φίλων όμως, δεν είχαν πάει όλα όπως είχαν σχεδιαστεί, καθώς όταν ο λόρδος Λαμόντ επιχείρησε την επόμενη μέρα να του προσφέρει πρωινό στην πριβέ λέσχη «Reform Club» του Λονδίνου, δεν επέτρεψαν στον Βαρουφάκη να μπει, καθώς δεν φορούσε γραβάτα. 

 

 

 

Μετά από εκείνη την επίσκεψη στο Λονδίνο πάντως, ο chairman του OMFIF και κοινός τους φίλος David Marsh, δημοσίευσε ανάλυση περί «ατού» των capital controls με τίτλο «Varoufakis still holds important cards». 


Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το νεοφιλελεύθερο think tank του OMFIF είχε αναδείξει το δημοψήφισμα ως λύση, όπως μπορεί να δει κανείς σε ανάλυση του στις 12 Μαρτίου 2015, με τίτλο «Why Greece needs a referendum»


Στο τέλος της συνομιλίας, στο ηχητικό του OMFIF, που βγήκε στη δημοσιότητα τον Ιούλιο του 2015, ο Ντέιβιντ Μαρς έλεγε στον Γιάνη Βαρουφάκη ότι όταν είχε έρθει στο Λονδίνο, τον Φεβρουάριο του 2015 «υπήρχαν περίπου 20» ενώ τώρα «ήταν 84 άνθρωποι στη γραμμή από όλο τον κόσμο» οι οποίοι ενδιαφέρονταν για να τον ακούσουν. Του επισήμαινε επίσης ότι είχε πει «ένα ή δύο πράγματα που ήταν αρκετά ευαίσθητα για διάφορα επεισόδια που έλαβαν χώρα όταν ήταν υπουργός» και για αυτό ζητούσε οι πληροφορίες που ακούστηκαν να μη χρησιμοποιηθούν με κανέναν τρόπο (κάτι που τελικά δεν τηρήθηκε).


«Παρακαλώ, μην τις περάσετε σε άλλους ανθρώπους, είναι μια ιδιωτική συζήτηση βάσει των κανονισμών του Chatham House (κανόνας που δίνει τη δυνατότητα στους συνομιλητές να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες που προκύπτουν από μια συζήτηση, χωρίς όμως να τις αποδίδουν σε κάποιον. Έχει σχεδιαστεί για να επιτρέπει στους συμμετέχοντες να δίνουν πληροφορίες, παρά την ιδιότητά τους ως επίσημοι εκπρόσωποι θεσμικών οργάνων)». 

 

«Ακούτε από πρώτο χέρι από τον Γιάνη Βαρουφάκη, και επίσης από το λόρδο Λάμοντ, για τις εμπειρίες τους – όμως δεν είναι μια δημόσια ακρόαση, δεν είναι εδώ το BBC» υπενθύμιζε ο Μαρς προς το τέλος, προσθέτοντας: «Επομένως, θα ήθελα να πω ευχαριστώ πολύ για αυτή την εμπιστοσύνη και την εχεμύθεια, και πιστεύω ότι μιλώ εκ μέρους μου και του Νόρμαν, Γιάνη, είναι ένα μεγάλο προνόμιο να μιλά κανείς σε έναν υπουργό Οικονομικών ο οποίος μπορεί, πράγματι, να έχασε μια προσωρινή μάχη εδώ, ωστόσο, παραμένει ότι τα έχει φιλοσοφήσει πολύ όλα αυτά – και ο οποίος έχει ένα τεράστιο βάθος πολιτικής και οικονομικής γνώσης για το ευρωσύστημα... Επομένως, χαρήκαμε πολύ που σου μιλήσαμε, είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι αυτό δεν θα είναι η τελευταία φορά που θα σε έχουμε στη γραμμή. Προσβλέπουμε να σε δούμε είτε στην Αθήνα, είτε στο Λονδίνο πολύ σύντομα...».

 

Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά σημεία εκείνης της ομιλίας του Βαρουφάκη στο OMFIF πάντως, ήταν όταν μετά το 8ο λεπτό λέει κάτι που θα μπορούσε να του δημιουργήσει πρόβλημα, αν διέρρεε, και ο Λαμόντ για να τον προστατεύσει τον διακόπτει, υπενθυμίζοντάς του ότι τον ακούνε πολλοί. Ιδού το χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον απομαγνητοφωνημένο διάλογο, όπως αυτός δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ο «Δρόμος της Αριστεράς»:


Βαρουφάκης: Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, από την άλλη, ελέγχεται από εμένα, ως υπουργό. Τοποθέτησα έναν καλό μου φίλο, από την παιδική ηλικία φίλο μου, ο οποίος είχε γίνει καθηγητής πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Τον τοποθέτησα εκεί γιατί τον εμπιστευόμουν για την ανάπτυξη του συστήματος. Κάποια στιγμή, μια εβδομάδα περίπου αφότου πήγαμε στο υπουργείο, με καλεί και μου λέει: "Ξέρεις τι, εγώ ελέγχω τα μηχανήματα, το hardware, αλλά όχι το λογισμικό (software). Το λογισμικό ανήκει στην ελεγχόμενη από την τρόικα Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων. Τι κάνουμε;". Έτσι είχαμε μια συνάντηση, οι δυο μας, κανείς άλλος δεν το γνώριζε. Και μου είπε "άκου, αν ζητήσω άδεια από αυτούς για να αρχίσω να εφαρμόζω αυτό το πρόγραμμα, τότε η τρόικα θα καταλάβαινε αμέσως ότι σχεδιάζαμε ένα παράλληλο σύστημα". Του είπα "Αυτό δεν πρέπει να γίνει, δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε τις κινήσεις μας σε αυτό το στάδιο". Και έτσι τον εξουσιοδότησα... και δεν μπορείτε να το πείτε πουθενά αυτό, είναι κάτι που απολύτως δεν πρέπει να γνωστοποιήσουμε... να χακάρουμε... (διακόπτεται για να του πουν ότι ακούν κι άλλοι).

 

Ντέιβιντ Μαρς: Σίγουρα και άλλοι ακούν αλλά [γελώντας] δεν θα το πουν στους φίλους τους...


Βαρουφάκης: Ξέρω, ξέρω, ξέρω πως υπάρχουν. Αλλά ακόμη και αν το πουν, θα αρνηθώ ότι το είπα [γελώντας]... Έτσι αποφασίσαμε να χακάρουμε το λογισμικό του ίδιου μου του υπουργείου, ώστε να είναι σε θέση να τα εφαρμόσει όλα αυτά, απλώς να αντιγράψει τον κώδικα, τον κώδικα της ιστοσελίδας του φορολογικού συστήματος, σε έναν μεγάλο υπολογιστή στο γραφείο του, ώστε να μπορέσει να βρει πώς να σχεδιάσει και να εφαρμόσει αυτό το παράλληλο σύστημα πληρωμών. Και ήμασταν έτοιμοι να πάρουμε το πράσινο φως από τον πρωθυπουργό, όταν έκλεισαν οι τράπεζες...

 

Ο Βαρουφάκης ωστόσο, παρά την ύπαρξη ντοκουμέντων, διέψευσε ότι είχε δώσει την συγκατάθεση του, ισχυριζόμενος ότι «Καμία συγκατάθεση δεν έδωσα στο οποιοδήποτε μνημονιακό μέτρο. Ούτε την 10η Ιουλίου ούτε ποτέ».
Ο Βαρουφάκης ωστόσο, παρά την ύπαρξη ντοκουμέντων, διέψευσε ότι είχε δώσει την συγκατάθεση του, ισχυριζόμενος ότι «Καμία συγκατάθεση δεν έδωσα στο οποιοδήποτε μνημονιακό μέτρο. Ούτε την 10η Ιουλίου ούτε ποτέ».

 

Ο Βαρουφάκης στο ηχητικό ακούγεται ξεκάθαρα να λέει ότι «ακόμη και αν το πουν, θα αρνηθώ ότι το είπα». Και δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα το έκανε. Στις 20 Φεβρουαρίου 2015 στις Βρυξέλλες, υπέγραφε ότι η κυβέρνηση του θα συνέχιζε τα μνημόνια και αναγνώριζε και εκείνα των προηγούμενων κυβερνήσεων και στο εσωτερικό της χώρας παρουσιαζόταν ως αγωνιστής του αντιμνημονιακού αγώνα. (www.consilium.europa.eu)


Με την ίδια ευκολία διέψευσε και κατηγόρησε τον περασμένο Ιούνιο και τον Ριζοσπάστη, που αποκάλυψε, μεταξύ άλλων, τη στήριξη που είχε δώσει στα μνημονιακά προαπαιτούμενα τον Ιούλιο του 2015, παρότι δεν είχε ψηφίσει το τρίτο μνημόνιο. Επρόκειτο για το νομοσχέδιο «Για τη διαπραγμάτευση και σύναψη δανειακής σύμβασης με τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας (ESM)». Ο Βαρουφάκης είχε στείλει στη Βουλή μια επιστολή, την οποία προφανώς επιθυμεί να ξεχάσει, στην οποία έγραφε: «Σας γνωρίζω ότι αδυνατώ να παρευρεθώ στη σημερινή ονομαστική ψηφοφορία. Επιθυμώ διά της παρούσης να δηλώσω ότι εάν ήμουν σε θέση να ψηφίσω στη σημερινή ονομαστική ψηφοφορία επί του σχεδίου νόμου του υπουργείου Οικονομικών "Για τη διαπραγμάτευση και σύναψη δανειακής σύμβασης με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM)" θα ψήφιζα ΝΑΙ». 


Το «ναι» στα προαπαιτούμενα ήταν «ναι» στην αύξηση του ΦΠΑ στο 23% από 13% σε όλα τα συσκευασμένα τρόφιμα, στον διπλασιασμό του φόρου εισοδήματος, στο 26% από το πρώτο ευρώ (από 13% που ήταν) στους αγρότες, στην αύξηση της εισφοράς αλληλεγγύης που ενσωματώθηκε στο φόρο εισοδήματος, στη μείωση στα επιδόματα θέρμανσης κ.ά. Ο Βαρουφάκης ωστόσο, παρά την ύπαρξη ντοκουμέντων, διέψευσε ότι είχε δώσει την συγκατάθεση του, ισχυριζόμενος ότι «Καμία συγκατάθεση δεν έδωσα στο οποιοδήποτε μνημονιακό μέτρο. Ούτε την 10η Ιουλίου ούτε ποτέ»

 

Ο κατάλογος των διαψεύσεων του Βαρουφάκη για όσα είπε και ξείπε θα μπορούσε να είναι πολύ μακρύς, αλλά πρέπει κάπου να μπει μια τελεία.


Αυτός είναι ο «Ιωάννης Βαρουφάκης» όπως εμφανίστηκε στα ψηφοδέλτια των εκλογών του 2015, αλλά απαιτούσε να γράφουν όλοι το μικρό του όνομα ανορθόγραφα, «Γιάνης», με ένα ν, παρότι ο ίδιος σε όλα τα επίσημα έγγραφα το διατηρεί κανονικά όπως γράφεται, με την ορθή γραφή.