Ο φίλος που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Λουνάρντο μάς άντεξε μόνο για τρία τεύχη. Ακόμα έχουμε απαγορευτικό να αποκαλύψουμε το αληθινό του όνομα, όμως εγώ μπορώ να πω δυο-τρία πράγματα γι' αυτόν τον πολύ ωραίο τύπο, που μας χάρισε τρία από τα πιο καλογραμμένα (θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος μιας συλλογής από short stories σε βιβλίο που εκδόθηκε από τον καλύτερο εκδοτικό οίκο του κόσμου), που έχουμε δημοσιεύσει ποτέ.

 

Ο Λουνάρντο ζει δεκαετίες στην Αθήνα. Πολυταξιδεμένος, διαβασμένος, καλοπερασάκιας, καλός μάγειρας, υπήρξε μεγάλος εραστής, αυτό που λέμε έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι. Τώρα ζει κάπου στο κέντρο, πάει παντού με τα πόδια ή με ταξί, αγαπά τα αδέσποτα και περνά λιγότερο χρόνο με την κόρη του απ' όσο θα 'θελε. Τότε που έγραφε ο Λουνάρντο, εμείς δουλεύαμε είκοσι ώρες τη μέρα, και μέσα στον θόρυβο αυτής της σχεδόν τρικυμιώδους πρώτης περιόδου, τα ήσυχα «κεντήματα» του Λουν δεν τα καταλαβαίναμε. Δώσαμε λίγο χώρο και στερήσαμε τις σελιδοποιητικές ανάσες από αυτά τα κείμενα που ζουν μόνο όταν στηρίζονται από ωραίες γραμματοσειρές, όμορφες φωτογραφίες και μοστράρουν μόνα τους στη σελίδα.

 

Τότε που έγραφε ο Λουνάρντο, εμείς δουλεύαμε είκοσι ώρες τη μέρα, και μέσα στον θόρυβο αυτής της σχεδόν τρικυμιώδους πρώτης περιόδου, τα ήσυχα «κεντήματα» του Λουν δεν τα καταλαβαίναμε.

 

Από την άλλη, καλός γραφιάς ο Λουνάρντο, αλλά έγραφε και γράφει με το σταγονόμετρο. Φτύναμε αίμα κάθε βδομάδα μέχρι να 'ρθει το κείμενο. Τόσο, που από τα νεύρα, δεν το διαβάζαμε μέχρι να 'ρθει η Κυριακή! Ανεβάζω ξανά αυτά τα διαμάντια από το αρχείο της LiFO, εύχομαι να τα αγαπήσετε όσο τα αγαπώ κι εγώ. Λουν, σε πεθύμησα.

 

Υ. Γ. Εννοείται πως στη φωτό δεν είναι ο Λουν. Είναι ο φωτογράφος Jacques-Henri Lartigue, που οι εικόνες του από τη Γαλλική Ριβιέρα είναι σίγουρα ένα στοιχείο που ο Λουν έχει στο υποσυνείδητο του. Του χαρίζω ένα φιλί με φόντο τα στραφταλιστά νερά της Ριβιέρας, μια promenade με ήλιο, λίγο μετά τη βροχή, και ξέρω πως θα εκτιμήσει δεόντως αυτή την ιδρωμένη πλάτη.

― Μ.Μ.

 

Στην τούρλα του Σαββάτου

Φωτ.: Jacques-Henri Lartigue
Φωτ.: Jacques-Henri Lartigue

 

Η γάτα που καθόταν στα γόνατά μου ξαφνιάστηκε, όπως κι εγώ, όταν μέσα στην κάλμα, απόγευμα Σαββάτου, τα φυτά του μπαλκονιού αναταράχτηκαν γιατί φύσηξε απότομα και δυνατά. Τα μάτια της πήραν φως από το παράθυρο και πέταξαν πράσινες αναλαμπές. Χωρίστηκε η άσπρη γούνα στο λαιμό της. Είχαμε την ίδια αντίδραση: ανησυχία για τον καιρό. Συλλογίστηκα, αυτό είναι λογοτεχνία.

 

Σάββατο βραδάκι, σκάνε στην τηλεόραση τα χαμπέρια για το διαπρεπή ποινικολόγο και βουλευτή Πέτρο Μαντούβαλο. Τον βλέπω να διαψεύδει, να εγγυάται, να εξανίσταται, να ξιφουλκεί. Το αριστερό του βλέφαρο όμως παίζει νευρικά. Μάταια προσπαθούν να χαμογελάσουν τα πικραμένα μανιάτικα χείλη του. Kι ένα παιδάκι θα καταλάβαινε ότι λέει ψέματα, πόσο μάλλον εγώ που είμαι πατέρας. Έτσι είναι η πολιτική, στοχάστηκα (εκτός κι αν πρόκειται για δημιουργική).

 

Μεσάνυχτα Σαββάτου, συναντήθηκα σε μια γιορτή μ' έναν παλιόφιλο, που τώρα με πολεμάει και, ει δυνατόν, μου σκάβει το λάκκο. Χαιρετηθήκαμε και τον χτύπησα στους ώμους, ένιωσα τα δάχτυλά μου να πιάνουν κόκαλα. Αδυνάτισε, σκέφτηκα. Kάτι χρειάζεται. Του έτριψα την πλάτη, τον καλόπιασα, ακούστηκε το γέλιο του ευχαριστημένο σαν άλλοτε. Να, λοιπόν, τι είναι η αγάπη, σκέφτηκα. Αγάπη είναι να με κάνεις να σου κάνω καλό.

 

Kυριακή πρωί, Πολωνοί, Ρουμάνοι και Αλβανοί κατεβάζουν σκαλωσιές και τουλπάνια από το νεοκλασικό γωνία Μητροπόλεως και Φωκίωνος. Για δεκαετίες ήταν ερείπιο, τώρα ξεπροβάλλει μια λαμπρή πρόσοψη: γκριζογάλανο της τσιπούρας, μαργαριταρένιο ωχρό, λευκό του σύννεφου. Kαι με τα κουφώματά του τα ξύλινα και τα ξύλινα παντζούρια του. Μπράβο, βρε πολυκατάστημα, που δεν του ξύρισες τα ματόκλαδα, μπράβο κι εσύ αρχιτέκτονα, που δεν το ακρωτηρίασες το κόσμημα του περασμένου αιώνα. Η καλαισθησία είναι χλιδή, συμπέρανε το κουρασμένο μου μυαλό.

 

Άντε bye, γεια!

 

Θα γίνεις δικιά μου

Φωτ.: Jacques-Henri Lartigue
Φωτ.: Jacques-Henri Lartigue

 

Έχω μια κορούλα είκοσι χρονών, τη Λουτσέττα, που τη μεγάλωσα μη στάξει και μη βρέξει μετά το θάνατο της γυναίκας μου, και δεν πολυβγαίνω τα βράδια, για να της δίνω το καλό παράδειγμα. αλά, εντάξει! Στη δεξίωση των παλιών συμμαθητών όμως πήγα.

 

"King George", όνειρο η αίθουσα, όλα σε ανεβάζουν, από τα μαχαιροπίρουνα μέχρι τους μύλους μεσαιωνικού μεγαλείου που αλέθουν το πιπέρι. Δίπλα μου έκατσε ο ουρανός με τ' άστρα και παραδίπλα ο Θεμιστοκλής, ο πιο μαλάκας άντρας στην τάξη, διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Γιάννη Παλαιοκρασσά μια ζωή. Πριν ακόμαμε συστήσει στη γυναίκα του είχα ανταλλάξει δυο ματιές μαζί της στο μπαρ και φλογίστηκα ολόκληρος από τη γοητεία. Έμοιαζε μ' αυτήν που χρόνια τώρα γλείφει το παγάκι και διαφημίζει το Disaronno στην τηλεόραση, με ποιο αποτέλεσμα κανείς δεν ξέρει. Το ξανθιά δεν είναι ανάγκη να το πω, το λεπτή σαν ελάφι εξυπακούεται, το ροδαλή και άσπρη και κιτρινωπή σαν γινωμένο ροδάκινο πρέπει να τονιστεί, το νέα, και αναπάντεχα σοβαρή, και να τα υπόσχεται όλα, σας το ομολογώ. Ο φίλος μου, το τέρας του υπονόμου της γειτονιάς, ένα χαρακτηριστικό του αρκεί: τα μάτια του κλείνουν σακουλωτά από κάτω προς τα πάνω, όπως της κότας. Περάσαμε μοναδικά, εκείνη φάνηκε να τη βρίσκει μαζί μου. "Kαληνύχτα, Θεμιστοκλή!" "Kαληνύχτα, κυρία μου! Αλήθεια, το όνομά σας;" "Διαπλοκή, κύριε Λουνάρντο, χάρηκα! Δεν ήξερα ότι ο άντρας μου έχει τόσο καλούς φίλους! Σας περιμένουμε μια βραδιά στο Λαγονήσι!"

 

Τρέχα στη Συγγρού, σκέφτηκα, να σε φυσήξει ο αέρας. Η Συγγρού είναι σαν το νερό της θάλασσας, όταν βουτάς, ξέρεις ότι θα βγεις, θ' ανασάνεις. Μαρσάρω το συλλεκτικό μου Kουπεράκι, βρυχιέμαι μαζί με τα τραγούδια που βάζει ο Ψαριανός στον Best, κούκλα μου, σκέφτομαι, πόσο θα 'θελα να 'μαι στη θέση αυτού του σκαντζόχοιρου. Τραγανή μου Διαπλοκή, θα γίνεις δικιά μου, τα χλομά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα (Dulce Pontes, στήριξέ τον τον Νταλάρα, κάνει σωστές επιλογές, ο πονηρούλης χτυπάει διάνα, κουλτούρα κι αριθμός το σύνθημά του). Αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Διαπλοκή, ομορφιά μου, με το παράξενο όνομα, πόσο ξανθό θα 'ναι στον αφαλό σου το χνούδι, το είδα στο ριζαύτι που παραλίγο ν' αγγίξω με τα χείλη μου. Φουλάρω, αλλά χτυπάει στο κινητό η κόρη μου, "μπαμπά, πεινάω, πέρνα από τον Αρμένη να φέρεις κανένα κεμπάπ". Το παλιόπαιδο τώρα βρήκε να μου θυμίσει την ύπαρξή της. Kόβω αριστερά για Νέο Kόσμο, πιάνω τη Σαρκουδίνου, παρκάρω αλά Έλβις Πρίσλεϊ και αντικρίζω τη στρογγυλή φάτσα του Θωμά μπροστά στις απαστράπτουσες λαμαρίνες του, πλατύ χαμόγελο, υγρά μαύρα διαμάντια τα μάτια του, οι σουβλίτσες αραδιασμένες να ψήνονται χαρούμενα, οι μπίρες κυλάνε χρυσές, ουρά οι μερακλήδες - ένας κόσμος αδιανόητος για τη διοίκηση μιας ΜΕΤKΑ, μιας ΑΕΓΕΤ, μιας KΡΑΞΙ-KΡΑΞΙ, μιας ΤΡΙΝΙΤΡΟΤΟΛΟΥΟΛΗΣ. Εδώ ήταν κάποτε το Δουργούτι, εδώ γεννήθηκαν πρίγκιπες κι επαναστάτες, ανάμεσα σ' αυτούς κι εγώ, που τώρα, το Δεκέμβρη 2005, στην Αθήνα, είμαι μια Μονάδα Μάζας και δεν με λογαριάζει κανείς!

 

Το γιαουρτλού πιάσε, Θωμά, με περιμένει το παιδί!

 

Φιλάκια, φιλαράκια, άιντε bye, γεια!

 

Eυαισθησίες

Φωτ.: Jacques-Henri Lartigue
Φωτ.: Jacques-Henri Lartigue

 

Μαγικά που βρίσκω στην καθημερινή μου ζωή για αντίδοτο στην πολλή πραγματικότητα. Άηχα κινούνται τα ζωγραφιστά ξύλινα αλογάκια σ' ένα καρουσέλ στη βιτρίνα του Πάλλη: πάνω, κάτω και γύρω καλπάζουν, κι ας είναι καρφωμένα, και ο παλμός τους, οι ανακατεμένες χαίτες, τα καλογραμμένα πόδια, όλα υποβάλλουν την τέλεια φυγή. Στο χειμωνιάτικο απόγευμα κάτι αχτίνες ήλιου φωτίζουν κόντρα τα μεγάλα, όρθια ακόμα πάνω στα κλαριά, κατακίτρινα φύλλα μιας μουριάς και αυτά μοιάζουν σαν να ψήνονται πολλαπλασιάζοντας το φως. Το γκρίζο χρώμα των βράχων κάτω από την Ακρόπολη έχει την ίδια ποιότητα γκρίζου με τα τσαπράζια των οπλαρχηγών και με τις ασημένιες πόρπες στις λαϊκές φορεσιές των γυναικών. Πραξιτέλους, λίγο πριν βραδιάσει, κι όπως είναι ερημική συνήθως τέτοια ώρα, μοιάζει σαν να βλέπεις τους φωτισμούς στις παραστάσεις του "Θεάτρου Τέχνης" όταν σκηνοθετούσε ο Κάρολος Κουν και το θέατρο δεν χρωστούσε στο ΙΚΑ. Στα χλοερά πλατώματα της αρχαίας αγοράς βλέπω ένα ζωηρό κόκκινο σημαδάκι, πω, πω, λέω, μπέρδεψε τις εποχές κάποια παπαρούνα, τρέχω να τη δω από κοντά, τη νιώθω σαν ερωμένη, φίλη κι αδερφή, φτάνω, κι είναι πλαστικό καπάκι από Κόκα Κόλα. Το ίδιο κάνει, η χαρά ήταν σύντομη μα δυνατή. Μια σελίδα φρεσκοτυπωμένη βγαίνει από τα δόντια του πιεστηρίου και γυαλίζει το μελάνι, τα στοιχεία σημαδεύουν με ρυθμό το χαρτί, διαβάζω, κανένα λάθος! Αντίθετα απ' ό,τι συνηθίζεται, βλέπω τους κανόνες της ορθογραφίας σαν μια μυστική ομορφιά, μια φιλική προς τον άνθρωπο κοσμοθεωρία. Οδός Ποικίλης 4 βρίσκεται το ωραιότερο σπίτι του κόσμου, πάντα κλειστό, πάντα ακατοίκητο, πάντα φρεσκοβαμμένο, ίσως μόνο για χάρη της χουρμαδιάς που έχει στον κήπο του και είναι η πιο ψηλή απ' όλες στην Πλάκα. Σαν βεγγαλικά κρέμονται από τα κλαριά της κόκκινα τσαμπιά με καρπούς, αζήτητα κι αυτά εκεί ψηλά, εκτός κι αν το μάτι του περαστικού υψωθεί κατά τύχη και τ' ανακαλύψει. Τα νεράντζια που πορτοκαλίζουν, χρωματιστά κρύσταλλα στις βιτρίνες της Βουκουρεστίου, οι ανηφόρες όταν φυσάει και δεν έχει νέφος, η βαβούρα όταν ανοίγεις και μπαίνεις σ' ένα γεμάτο καφενείο, ο αχνός πάνω από το φλιτζάνι του καφέ, η ψύχρα στο ποτήρι με το ουίσκι.

 

Μην κωλώνετε, παιδιά, άιντε bye, γεια.