Διάφορες αναλύσεις διεθνώς συνδέουν το ξενέρωμα των νέων με το Facebook με την είσοδο των γονιών τους σε αυτό. Σε κάποια φάση, από εναλλακτικό μέσο για απόψεις, γνώμες και τραγούδια το Facebook έγινε συνέλευση γονέων και κηδεμόνων. Οι 45+ μπήκαν μαζικά και ετεροχρονισμένα και νόμισαν ότι συνάντησαν την ίδια τη δημοκρατία, την ελευθερία και το δέσιμο της κοινότητας. Είναι έτσι; Φοβάμαι πως όχι.


Νομίζω, ποτέ άλλοτε το μέσο δεν έδινε τόσο έντονη την εντύπωση ότι κάνει (και) κακό στη δημοκρατία εκτός από καλό. Δεν αμφισβητώ το καλό. Κάνει φθηνή και πανεύκολη την επικοινωνία γνωμών. Οποιοσδήποτε μπορεί να κοινοποιεί περιεχόμενο. Ομάδες οργανώνονται και πετυχαίνουν αποτελέσματα με τη χρήση του μέσου. Το καλό είναι δεδομένο.

 

Όμως, τίποτε δεν εγγυάται ότι το καλό δεν είναι κυρίως πίσω μας. Πολύ γνωστές κατηγορίες συνδέουν το Facebook με βλάβες σε λειτουργίες, ατομικές και συλλογικές, που παίζουν ρόλο σε μια δημοκρατία. Ενδέχεται να επηρεάζει αθέμιτα εκλογείς, στήνει το νοσηρό περιβάλλον «διαλόγου» ανάμεσα σε «γίδια», «προδότες», «ζώα» και τρολ, δίνει χώρο στα εύκολα, βρόμικα σχόλια των nonlifers και σε όσους διαδίδουν ψεύτικες ειδήσεις, βιντεάκια, συνωμοσίες και σαχλά memes, που υποστηρίζουν τη «θέση» τους, ενώ οι αντιδημοκρατικές, ανατριχιαστικές γωνίες του Facebook δεν είναι πια καθόλου γωνίες.

 

Η έξοδος των νεότερων έκανε το Facebook πιο βαρετό και μίζερο, ενώ ανατροφοδότησε ό,τι προκάλεσε την έξοδο: λιγότερη ζωντάνια, λιγότερες εναλλακτικές απόψεις, λιγότερες φρέσκες ιδέες. Όμως το Facebook το νοιάζει να μαζεύει δεδομένα, όχι πώς θα είναι, άρα συνέχισε να δουλεύει, εξασφαλίζοντας την προσοχή που το κρατάει στη ζωή, συν δεδομένα.


Δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας ανθεί σ' αυτό το κακοσχεδιασμένο site που δημιουργήθηκε για να αντλεί διαφημιστικά κρίσιμη πληροφόρηση. Κι όμως, όλοι κάποτε το είχαμε πιστέψει.

 

Άλλωστε, εμείς, οι χρήστες, δίνουμε στο Facebook περιεχόμενο (κυριολεκτικά). Όταν, όμως, οι μεγαλύτεροι νόμισαν ότι βρήκαν το new thing, αυτό είχε αποδείξει ήδη έμπρακτα ότι δεν είναι καθόλου ο παράδεισος της εναλλακτικής γνώμης και της οριζόντιας πληροφόρησης. Είχε παλιώσει. Η χρήση είχε συρρικνωθεί ήδη για τους νεότερους και είχαν ξεπηδήσει άλλοι τόποι ανταλλαγής γνωμών-κειμένων (π.χ. medium), ενώ για το απολαυστικότατο τάισμα της αυταρέσκειας επικράτησε το true thing, το Ιnstagram.

 

Η έξοδος των νεότερων έκανε το Facebook πιο βαρετό και μίζερο, ενώ ανατροφοδότησε ό,τι προκάλεσε την έξοδο: λιγότερη ζωντάνια, λιγότερες εναλλακτικές απόψεις, λιγότερες φρέσκες ιδέες. Όμως το Facebook το νοιάζει να μαζεύει δεδομένα, όχι πώς θα είναι, άρα συνέχισε να δουλεύει, εξασφαλίζοντας την προσοχή που το κρατάει στη ζωή, συν δεδομένα.

 

Το Facebook δουλεύει αναπαράγοντας την εικόνα του κόσμου που έχουμε ήδη. Είναι καλό αυτό για μια κοινή ζωή που περιλαμβάνει πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους και διάφορες διαδρομές; Έχοντας ακριβή μνήμη, σε προτρέπει να κοιτάζεις συνέχεια στιγμές σου. Τίποτε δεν δημιουργεί τόσο έντονα τη θλιβερή αίσθηση ότι είμαστε σημαντικοί όσο αυτή η συνεχής αναμόχλευση του δικού μας παρελθόντος.

 

Ταυτόχρονα, η ακριβής μνήμη μιας εφαρμογής ασκεί αλλόκοτη επίδραση πάνω μας, αφού δεν είμαστε σχεδιασμένοι για να θυμόμαστε με ακρίβεια. Επιβιώνουμε και ευτυχούμε επειδή δεν θυμόμαστε καλά, λέμε μια ιστορία για μας, την πιστεύουμε και πορευόμαστε, αναπροσαρμόζοντας τη μνήμη, την ιστορία και τους στόχους μας. Νιώθουμε περίεργα στο ενδεχόμενο να θυμόμαστε με ακρίβεια, αφού έχουμε φτιαχτεί για να ανακαλούμε θολά και με υγιείς στρεβλώσεις.

 

Το Facebook δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη, φυσικά, ούτε αυτή την παράδοξη αίσθηση. Φτιάχνει βίντεο και κολάζ με τις φωτογραφίες μας, μας υποδέχεται με ανασκόπηση κάθε μέρα, μ' ένα «σαν σήμερα» και μιλάει για εμάς και όσους μας μοιάζουν. Τελικά, είμαστε σπουδαίοι.

 

Προσωποποίησε το σύμπαν μας, για να μας μοιάζει τόσο πολύ που δείχνει μόνον εμάς. Ακολούθησε μια διαδεδομένη και επιτυχημένη εμπορική πρακτική σχεδιασμού καταναλωτικών αγαθών: από μας για σας κάτι που σχεδιάστηκε με βάση εσάς!

 

Όμως, το σύμπαν δεν είναι καφές, σαλάτα, μεσημεριανό ή ρούχο, ώστε να έχουμε την απαίτηση να γίνει στο δικό μας μέτρο. Και τα αληθινά προβλήματα δεν είναι προβλήματα που απαιτούν αντίδραση «λυπάμαι» - «χαχαχα». Γίνεται πόλεμος, μπαίνουν φωτιές, βυθίζονται βάρκες με μετανάστες, λέμε «λυπάμαι» και ξεμπερδεύουμε με ένα κακοσχεδιασμένο κίτρινο ανθρωπάκι που κλαίει, υποτίθεται.


Δίπλα σε όλες τις κατηγορίες ότι το Facebook κάνει (και) κακό στις δημοκρατίες προσθέτω κι αυτό: μου φαίνεται αφύσικο και επικίνδυνο να γίνει το βλέμμα μας το βλέμμα μιας τεχνολογίας που μας κάνει να παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο πολύ στα σοβαρά και να «αντιδρούμε» προδιατυπωμένα και οριοθετημένα με «χαχαχα» -«λυπάμαι» στα όντως σοβαρά, μετατρέποντάς τα αυτομάτως σε σαχλαμάρα ή δράμα. Δεν είναι αθώο που ρουφάμε την προσοχή μας συνεχώς προς τα μέσα μας και μάλιστα προς τις πιο άσχετες στιγμές των εαυτών μας, προς την ανατριχιαστικά ακριβή, δημόσια και εσωστρεφή αναψηλάφηση του παρελθόντος μας. Είναι εύκολο να νομίσουμε ότι είμαστε νησιά, αυτόνομα, ασύνδετα και ασφαλή.


Ενώ κοιτάμε αλλού, συμβαίνουν αυτά που υπονομεύουν τις κοινωνίες που με την ευημερία και τον πλούτο τους μας επέτρεψαν να σαχλαμαρίζουμε στο Facebook, στο Ιnstagram, στο Τinder. Οι νεότεροι φαίνεται πως είμαστε σε θέση να το καταλάβουμε αυτό, ακόμα κι αν μειώνουμε τη χρήση της πλατφόρμας για λόγους εντελώς άλλους (βαρετό, uncool) από την αγωνία μας για τις συνέπειες μιας ζωής σε φούσκα. Ίσως επειδή το Ίντερνετ και οι τεχνολογίες που αγαπάμε είναι πολύ περισσότερα από το Facebook και δύο κακά sites με ειδήσεις. Τι γίνεται, όμως, με τους γονείς μας και τους συνομηλίκους τους;

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO