DAPHNE AND THE FUZZ

S/T [Inner Ear, 2016]

Γενικώς το παίξιμο είναι ομαδικό στους Daphne And The Fuzz… και μ’ αυτό υπονοώ πως θα μπορούσε να ήταν και κάπως λιγότερο. Χρειαζόμαστε και τις προσωπικές κιθαριές… να μην το υποτιμούμε αυτό...
Γενικώς το παίξιμο είναι ομαδικό στους Daphne And The Fuzz… και μ’ αυτό υπονοώ πως θα μπορούσε να ήταν και κάπως λιγότερο. Χρειαζόμαστε και τις προσωπικές κιθαριές… να μην το υποτιμούμε αυτό...

 

Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τους Daphne And The Fuzz από τη συλλογή “Inn Pop”, που είχε τυπώσει η Inner Ear στις αρχές του 2014. Είτε συμβαίνει το ένα είτε το άλλο (είτε τους θυμόμαστε, είτε όχι) η ουσία είναι πως δύο χρόνια αργότερα έχουμε ένα πλήρες δικό τους άλμπουμ (LP, CD και digital), από μιαν εταιρεία που καταγράφει με σθένος τη σύγχρονη ελληνική (κυρίως αγγλόφωνη) σκηνή, κόβοντας μαύρα βινύλια σε σωστές ποσότητες και με σωστές τιμές, δίχως τις συνεχείς συλλεκτικούρες και τα τοιαύτα…

 

Οι Daphne And The Fuzz είναι πέντε: η Δάφνη Λάζου φωνή, μουσικές, αγγλικοί στίχοι, ο Γιάννης Ράλλης κιθάρες, φωνητικά, ο Ορέστης Μπενέκας πιάνο, keys, ο Βασίλης Νισόπουλος μπάσο, κρουστά, ukulele, φωνητικά και ο Δημήτρης Δουμουλιάκας ντραμς, κρουστά. Τα τραγούδια, όπως ήδη αντιληφθήκατε, είναι όλα της Δάφνης, με την μπάντα να κινείται σε χαλαρούς ποπ δρόμους, απ’ αυτούς που λέμε όμως… νεοψυχεδελικούς (Tame Impala και τα συναφή), αν και δεν υπάρχει λόγος να δώσουμε και πολλή σημασία στη λέξη…

 

Από πλευράς συνθέσεων η Δάφνη γράφει συμπαθητικά κομμάτια, και όπως είναι λογικό, όπως συμβαίνει πάντα, κάποια απ' αυτά ξεχωρίζουν... εν σχέσει με κάποια άλλα.

 

Ας ακούσουμε, λοιπόν, τα κομμάτια της Δάφνης και ας πούμε μερικά λόγια γι’ αυτά, γιατί πέραν των «ενδυμάτων» εκείνο που μετράει είναι το… μεδούλι. Οι μελωδίες και οι στίχοι εννοώ, που ορίζουν τα ολοκληρωμένα τραγούδια.

 

Όσον αφορά στους στίχους έχουμε αυτά τα θέματα των σχέσεων που απασχολούν όλο τον κόσμο –και ιδίως ένα νέο κορίτσι που είναι λίγο πάνω από τα είκοσι–, κάτι το οποίο συμβαίνει εδώ αβίαστα, με τρόπο σοβαρό και όχι χαζοχαρούμενα αισιόδοξο. Περιγράφονται κι άλλες καταστάσεις, όμως, που σχετίζονται με τη μοναξιά, που μπορεί να είναι προσωπική/συναισθηματική ή κοινωνική, όπως επίσης και κάποιες τάσεις φυγής, με την προσδοκία, στους «άλλους τόπους», τα πράγματα να είναι πιο «γεμάτα» και πιο ελπιδοφόρα. Αυτά σε γενικές γραμμές.

 

Από πλευράς συνθέσεων η Δάφνη γράφει συμπαθητικά κομμάτια, και όπως είναι λογικό, όπως συμβαίνει πάντα, κάποια απ’ αυτά ξεχωρίζουν… εν σχέσει με κάποια άλλα. Κανένα όμως δεν είναι φτηνό ή αδιάφορο. Από την πρώτη πλευρά ξεχωρίζω το… blues “I’ll shine”, ένα θαυμάσιο, πλήρες και ολοκληρωμένο άσμα, που ξεπερνά εγχώρια ή λιγότερο εγχώρια στάνταρντ. Ακόμη και με λίγες λέξεις η Δάφνη κατορθώνει να φτιάξει ένα ρεφρέν που μένει… και κρατάει για ώρες. Επίσης μου αρέσει ιδιαιτέρως και το τελευταίο track της πρώτης πλευράς, το “Happy”, που είναι σε κάπως γρήγορο τέμπο, με ωραία ρέουσα μελωδία και μερικά σχήματα, φωνητικά και κιθαριστικά, που το πάνε παραπέρα ή μάλλον παραπάνω. Προσωπικά μού έφερε στο νου μιαν ιδέα από τους καλύτερους Dire Straits (περίεργο)… κι αυτό δεν το λέω έτσι.

 

Η δεύτερη πλευρά ανοίγει μ’ ένα ακόμη blues, το “Unexistable” (εξαιρετικό κομμάτι!), που είναι εξ ίσου καλό αν όχι καλύτερο από το “I’ll shine”, με τη Δάφνη να τραγουδά απολύτως πειστικά και με τα πλήκτρα να κάνουν ωραία δουλειά (πότε μπροστά και πότε back). Η Δάφνη «το έχει» στα αργά και mid κομμάτια και κάπως έτσι το “Purple lightning” που ακολουθεί είναι, κι αυτό, ένα απ’ τα τραγούδια της που ξεχωρίζουν. Πολύ ωραίο, απλωμένο track, που περιγράφει λιτά αλλά με δύναμη την πορεία μιας… ευάλωτης παρουσίας μέσα στην πόλη. Το “Journey to Mars” είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του άλμπουμ, αφού αγγίζει τα επτά λεπτά. Τα χρειάζεται; Έτσι όπως είναι καταστρωμένο και διατυπωμένο αναμφίβολα ναι. Υπάρχουν ρυθμικές αλλαγές, ωραία «κοψίματα», δυναμικό ρεφρέν, ενδιαφέροντα αλλά σύντομα στο χρόνο σολιστικά μέρη.

 

Γενικώς το παίξιμο είναι ομαδικό στους Daphne And The Fuzz… και μ’ αυτό υπονοώ πως θα μπορούσε να ήταν και κάπως λιγότερο. Χρειαζόμαστε και τις προσωπικές κιθαριές… να μην το υποτιμούμε αυτό.

 

Το LP θα ολοκληρωθεί με το “I lost my inspiration”, που είναι επίσης αργό, με ωραίες και πάντα συγκρατημένες πενιές, και το οποίο κάπως «καντρίζει» (εκ του country). Όλο και περισσότεροι (νεότεροι) ανακαλύπτουν αυτού του τύπου τα κλασικά αμερικανικά ηχοχρώματα (που για χρόνια έμεναν πίσω – τουλάχιστον στη χώρα μας) και αυτό μόνο σε καλό μπορεί να βγει.

Επαφή: https://www.facebook.com/DaphneAndTheFuzz/

 

 

 

EVRIPIDIS AND HIS TRAGEDIES

Futile Games in Space and Time [Snap! Clap!/ Canada/ Inner Ear/ Jigsaw, 2016]

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ευχάριστο ποπ άλμπουμ, στο οποίο στριμώχνονται μεσογειακές, όσο και αγγλοσαξονικές αναφορές και ακόμη παραθαλάσσιοι ελαφρο-τζαζ υπαινιγμοί, ανακατεμένοι με ψηφίδες τής sunshine pop των sixties...
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ευχάριστο ποπ άλμπουμ, στο οποίο στριμώχνονται μεσογειακές, όσο και αγγλοσαξονικές αναφορές και ακόμη παραθαλάσσιοι ελαφρο-τζαζ υπαινιγμοί, ανακατεμένοι με ψηφίδες τής sunshine pop των sixties...

 

Το “Futile Games in Space and Time” είναι το τρίτο LP των Evripidis and His Tragedies – να υπενθυμίσουμε το πρώτο φερώνυμο από το 2007 και το “A Healthy Dose Of Pain” του 2011. Είχα γράψει παλαιότερα κάτι για τα τραγούδια του Ευριπίδη, το οποίο ισχύει μέχρι κεραίας και σήμερα, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θέλω να το επαναλάβω προσαρμοσμένο στο “Futile Games in Space and Time”…

 

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ευχάριστο ποπ άλμπουμ, στο οποίο στριμώχνονται μεσογειακές, όσο και αγγλοσαξονικές αναφορές και ακόμη παραθαλάσσιοι ελαφρο-τζαζ υπαινιγμοί, ανακατεμένοι με ψηφίδες τής sunshine pop των sixties. Η επεξεργασία είναι γενικώς επιτυχής, όσο και αν ένα τέτοιο τύπου τραγούδι οφείλει να στηρίζεται, πρωτίστως, στον μελωδικό διάκοσμο, ώστε και η ενσωμάτωση να… εξαργυρώνεται 100%. Δύσκολο; Χωρίς αμφιβολία. Παρά ταύτα, ορισμένες φορές, ο Ευριπίδης βρίσκει τον τρόπο να περάσει από την τρύπα της βελόνας βγαίνοντας στο ξέφωτο.

 

Δείχνει πώς αν το θελήσει, και το βάλει σαν στόχο του, ο Ευριπίδης θα μπορέσει να γράψει τραγούδια που να μας αφορούν άμεσα, και τούτο δίχως να αλλοιώνονται, σώνει και καλά, τα βασικά χαρακτηριστικά τής τέχνης και τής τεχνικής του.

 

Το νέο άλμπουμ είναι ηχογραφημένο στη Βαρκελώνη, τη Νέα Υόρκη και την Αθήνα και αυτό φαίνεται. Φαίνεται, εννοώ, ο καλώς εννοούμενος κοσμοπολιτισμός του. Περαιτέρω… η μίξη έγινε στη Νέα Υόρκη από τον Charles Newman (Magnetic Fields, The Davenports), το mastering στη Σουηδία από τον Philip Granqvist (Jens Lekman, Taken By Trees, Jose Gonzalez), ενώ στις «συμμετοχές» συναντάμε τους Uncle LD (Magnetic Fields) και Sarah P. (Keep Shelly In Athens), όπως διαβάζουμε στο site και το bandcamp της Inner Ear. Τ’ αναφέρω όλα τούτα επειδή δεν είναι λόγια για να λέγονται, μα η εξωτερική ουσία εκείνου που φθάνει στ’ αυτιά μας. Το “Futile Games in Space and Time” είναι μια ευρωπαϊκού ή αμερικανικού επιπέδου τέλεια τεχνικώς παραγωγή, που κυκλοφορεί ήδη από διαφορετικά labels σε τρεις χώρες (Ελλάδα, Ισπανία, ΗΠΑ).

 

Παρ’ όλα αυτά –και χωρίς να θέλω να υποτιμήσω την αγγλόφωνη τραγουδοποιία τού Ευριπίδη– το πιο ενδιαφέρον κομμάτι τού LP του είναι το ένα και μοναδικό ελληνόφωνο, που έχει τίτλο «Η πόλη φάντασμα». Πρόκειται για μιαν αναφορά στην Αθήνα της «κρίσης» και στον τρόπο που μπορείς να ξεπεράσεις, σε προσωπικό επίπεδο, την ασχήμια και το χάλι. Αυτό κάτι δείχνει. Δείχνει πώς αν το θελήσει, και το βάλει σαν στόχο του, ο Ευριπίδης θα μπορέσει να γράψει τραγούδια που να μας αφορούν άμεσα, και τούτο δίχως να αλλοιώνονται, σώνει και καλά, τα βασικά χαρακτηριστικά τής τέχνης και τής τεχνικής του. Εξάλλου, οι πάσης φύσεως ιδέες δεν λείπουν (“He dances in the shadows”, “It’s always you”, Fifteen again”…).

Επαφή: https://www.facebook.com/evripidisandhistragedies/

 

 

 

ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

Καλλιθέα [Inner Ear, 2015/16]

Η «Καλλιθέα» είναι ένας (διπλός) δίσκος μνήμης, ου μην αλλά και νοσταλγίας (το τι ακριβώς… είναι κάτι το οποίο μόνον ο ίδιος ο τραγουδοποιός θα μπορούσε να μας το επιβεβαιώσει)... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η «Καλλιθέα» είναι ένας (διπλός) δίσκος μνήμης, ου μην αλλά και νοσταλγίας (το τι ακριβώς… είναι κάτι το οποίο μόνον ο ίδιος ο τραγουδοποιός θα μπορούσε να μας το επιβεβαιώσει)... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Τον Νοέμβριο του 2015 κυκλοφόρησε σε CD η «Καλλιθέα» του Φοίβου Δεληβοριά, ενώ πριν λίγο καιρό είδε το φως και το βαρύ double LP (που εμπεριέχει και κάρτα για download). Επειδή δεν μας δόθηκε η αφορμή να γράψουμε τα σχετικά την πρώτη φορά, ας το πράξουμε τώρα λόγω της βινυλιακής έκδοσης. Ποτέ δεν είναι αργά να πει κάποιος μια γνώμη, όταν πρόκειται για ένα άλμπουμ του Φοίβου Δεληβοριά.

 

Η «Καλλιθέα» είναι ένας (διπλός) δίσκος μνήμης, ου μην αλλά και νοσταλγίας (το τι ακριβώς… είναι κάτι το οποίο μόνον ο ίδιος ο τραγουδοποιός θα μπορούσε να μας το επιβεβαιώσει). Υπάρχει κάποια διαφορά σ’ αυτό; Το αν είναι «μνήμης» ή «νοσταλγίας» εννοώ; Συνήθως υπάρχει. Στην πρώτη περίπτωση θυμάσαι, με κάποιαν αφορμή, και ενδεχομένως προσπαθείς να τοποθετήσεις στα μέτρα του εκείνο που συνέβη. Στη δεύτερη… δεν ψάχνεις αναγκαστικά την αφορμή. Τρέφεσαι, κάπως σαν εγκλωβισμένος, από το παρελθόν και επιστρέφοντας τακτικά εκεί αρχίζεις να εξιδανικεύεις.

 

Από μουσικής πλευράς τα πράγματα ακολουθούν το δρόμο τους. Εννοώ πως η «Καλλιθέα» είναι μια ηχητική συνέχεια του «Αόρατου Ανθρώπου» [Inner Ear, 2010], που για τη δική μου γνώμη ίσως είναι ο πιο «δεμένος» έως σήμερα δίσκος τού Φοίβου Δεληβοριά.

 

Ο Φοίβος Δεληβοριάς έχει πλέον μεγαλώσει (είναι 43 ετών) και ως αντιλαμβάνομαι νοιάζεται, πλέον, κι αυτός για να μπει στο λούκι – στον… σωλήνα εννοώ, που θα τον βγάλει πίσω στη δική του παιδική και εφηβική ηλικία. Και να οι… αναστάσεις! Απ’ αυτές αντλεί το υλικό του για να πλέξει, συχνά με ευφυΐα, τα στιχάκια του, να σκαρφιστεί τις μελωδίες του.

 

Την «Καλλιθέα» –δήμος της Αθήνας, συνοικία, πόλη, πείτε την όπως θέλετε– την περπατώ κι εγώ από εικοσαετίας (αν και δεν μένω εκεί) και μου αρέσει σαν περιοχή. Ανδρομάχης, Δοϊράνης, Χαροκόπειο, Θησέως, Δαβάκη, Σιβιτανίδου, σταθμός ηλεκτρικού, πιο κάτω μέχρι τον Οίκο Τυφλών και τη θάλασσα και πιο πάνω μέχρι το «Ελ Πάσο»… Η Καλλιθέα γλιστράει προς τον Σαρωνικό σιγά-σιγά χωρίς να είναι γούβα, έχει σύγχρονη ρυμοτομία, ωραίες πλατείες, φαρδιά πεζοδρόμια για να περπατήσεις (τουλάχιστον στους κεντρικούς δρόμους της), αγορά… Είναι μια όμορφη μεσοαστική περιοχή δηλαδή, απ’ αυτές που θ’ απέκτησαν ξεχωριστή αίγλη στα χρόνια του ’80, όταν το ΠΑΣΟΚ μοίραζε ξένα λεφτά και ο κόσμος άφηνε πουρμπουάρ μέχρι και στα πρόστιμα…

 

Σ’ αυτή την πόλη έχει ζήσει παιδικά και εφηβικά χρόνια ο Δεληβοριάς (μιλάμε πάντα για τη δεκαετία του ’80) και καθώς γνωρίζει τον τρόπο να πλάθει ιστορίες γυρίζει, τώρα, πίσω κάνοντας τις αναμνήσεις του τραγούδια.

 

Ο Δεληβοριάς είναι πρώτον απ’ όλα στιχουργός. Πλέκει λόγια δηλαδή –αυτό είναι το κυρίαρχο ταλέντο του– δημιουργώντας ένα πολύ προσωπικό… ποιητικό εργόχειρο. Σ’ αυτό το είδος της στιχουργίας δεν θυμάμαι πολλούς που να έχουν διαπρέψει… και ο μόνος που μου έρχεται τώρα στο μυαλό είναι ο από χρόνια χαμένος Βασίλης Νικολαΐδης – αν και ο Δεληβοριάς είναι μια διαφορετική περίπτωση. Θέλω να πω πως ο λόγος του είναι μεν ιδιοσυγκρασιακός, σίγουρα σπιρτόζος, ακόμη και μέσα στη λεπτή του θλίψη, αλλά δεν είναι πάντα πολύ βαθύς. Μένει ενίοτε στον αφρό – δίχως τούτο να σημαίνει πως και τότε χάνει τη σημασία του. Ιδίως όταν ανιχνεύεται μια πίκρα στο διάστημα, όπως π.χ. στα στιχάκια του «Ξένου» και του «Περιπτέρου» (από το πρώτο LP) ή του «Διονυσίου Φοίβου» (από το δεύτερο), τούτος (ο λόγος) ταυτίζεται με την ουσία.

 

Από μουσικής πλευράς τα πράγματα ακολουθούν το δρόμο τους. Εννοώ πως η «Καλλιθέα» είναι μια ηχητική συνέχεια του «Αόρατου Ανθρώπου» [Inner Ear, 2010], που για τη δική μου γνώμη ίσως είναι ο πιο «δεμένος» έως σήμερα δίσκος τού Φοίβου Δεληβοριά. Ο Χρήστος Λαϊνάς (παραγωγή κ.λπ.) έχει κάνει πολύ καλή δουλειά και παρότι έχει περιπλέξει την ενορχήστρωση (πολλά όργανα, πολλά σύνθια, ήχοι, κιθάρες, φωνητικά…) εντούτοις το άκουσμα δεν είναι βαρύ, καθώς «κουμπώνει» μια χαρά με τη φωνή του Φοίβου και βεβαίως με τις ιστορίες του.

 

Ο Φοίβος Δεληβοριάς έχει πολλά χρόνια στη σκηνή (ακριβώς 27) και αυτό δεν κρύβεται. Αν σκεφτούμε πως μέσα σε 27-28 χρόνια ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε κυκλοφορήσει σχεδόν όλη τη δισκογραφία του (από το «Φορτηγό» του ’66 εννοώ μέχρι και το «Μη πετάξεις τίποτα!» του ’94), τότε δεν μπορεί παρά να μένει κανείς ικανοποιημένος από έναν δίσκο σαν την «Καλλιθέα», που διατηρεί στις… πιο κρυφές γωνιές του/γωνιές της μερικά πράγματι ξεχωριστά τραγούδια.

Επαφή (για όλα τα LP): www.inner-ear.gr