«Η μουσική δεν είναι μαστίχα για το στόμα εφήβων που επιδεικνύουν τα αθλητικά τους κορμιά σε σκοτεινά νυχτερινά στέκια, ούτε η μουσική είναι κάτι για τους επαγγελματίες της νύχτας που θέλουν κάτι για παρέα, για να αποφύγουν τον ύπνο που τους κυριεύει. Η μουσική είναι τελετή αποκάλυψης που απαιτεί αθωότητα και μνήμη. Η μουσική είναι ασκήσεις με στόχο την αποκάλυψη» είχε πει σε συνέντευξή του ο μεγάλος Μάνος Χατζιδάκις. «Ναι, αλλά τότε ήταν αλλιώς» είναι μια φράση που ακούς συχνά στις περισσότερες συζητήσεις που αφορούν τη μουσική. Πολλοί θα θυμηθούν τις σχολικές τσάντες, τότε που ήταν γραμμένες παντού με ονόματα από αγαπημένα συγκροτήματα, αλλά και την ιεροτελεστία να κατεβαίνεις στο κέντρο για να ψωνίσεις βινύλια. Θα νοσταλγήσουν τα χρόνια που το εξώφυλλο ενός δίσκου γινόταν το κύριο θέμα σε πολλά κυριακάτικα τραπέζια, αλλά και θρυλικές ραδιοφωνικές εκπομπές στις οποίες ανακάλυπτες τις νέες τάσεις, όπως αυτή του Γιάννη Πετρίδη.

 

Σήμερα, οι συνήθειες έχουν αλλάξει. Ζούμε στην εποχή της εικόνας, της άφθονης πληροφορίας και της μαζικής κατανάλωσης. Όλοι, με δύο ακουστικά στ’ αυτιά, μπορούν να ακούσουν μουσική παντού και όποτε το θελήσουν, καθώς και να «κατεβάσουν» σε ελάχιστα λεπτά όποιον δίσκο επιθυμούν. Ο αριθμός των συγκροτημάτων που δημιουργούνται καθημερινά αυξάνεται συνεχώς, ενώ ο καθένας μπορεί να φτιάξει τη δική του μουσική και να τη δουν εκατομμύρια χρήστες στο Διαδίκτυο. Πόσο έχει επηρεάσει, λοιπόν, η τεχνολογία την επιρροή της μουσικής;  Μήπως ευνόησε τη μαζική διάδοσή της, αλλά αλλοίωσε το περιεχόμενο; Γιατί δεν υπάρχει ένα μεγάλο σάουντρακ που να ξεχωρίζει και ακούμε hits της μιας μέρας με μόνο εφόδιό τους τις χιλιάδες επισκέψεις στο YouTube; Χάθηκε στη μετάφραση της ψηφιακής κυριαρχίας το νόημα της μουσικής ή την ταυτίσαμε πλήρως με τη διασκέδαση αντί για την ψυχαγωγία; Στα ερωτήματα αυτά ζητήσαμε απαντήσεις από πέντε πρόσωπα που γνωρίζουν τις διαχρονικές διαδρομές της μουσικής. 

 

Δημήτρης Ν. Μανιάτης

Δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Τα Νέα»

«Υπήρχε μια εποχή που το τραγούδι για τον Έλληνα ήταν ό,τι και το νερό ή το ψωμί. Σχεδόν εγγενές στη ζωή και στην καθημερινότητά του. Η πληροφορία δεν είχε κατακερματίσει τον χρόνο και ο χρόνος δεν είχε κατακερματιστεί σαν τα παράλληλα παράθυρα που ανοίγεις στο PC, αλλά στην ουσία δεν συγκεντρώνεσαι σε κανένα. Ο μετανάστης, πριν φύγει για το Μόναχο ή τον Καναδά, έβαζε πρώτα τον δίσκο ή την κασέτα του Καζαντζίδη στην τσάντα. Δεν θέλω να παρελθοντολογήσω άκοπα, αλλά η περιγραφή της σχέσης του Έλληνα με τη μουσική περνάει από την ίδια τη σχέση του με τη ζωή. Μέσα στους μετασχηματισμούς που ακολούθησαν, με κορύφωση τα '90s ή τα '00s, η μουσική και το τραγούδι έλαβαν χαρακτηριστικά δευτερεύουσας ανάγκης. Η σταδιακή απουσία φωτισμένων παραγωγών και η σταδιακή υποχώρηση των εταιρειών από τον "δίσκο ως γεγονός" στο "hit ως airplay" έσπασε την ενότητα της δημιουργίας "συνθέτης-στιχουργός-ερμηνευτής-ορχήστρα-εξώφυλλο-ηχοληψία". Το Ίντερνετ διευκόλυνε την ταχύτητα, απλοποίησε τα μέσα, αλλά δεν αποτελεί πόλο του νέου ήχου ή μιας νέας, μεγάλης μουσικής αφήγησης. Διέδωσε, βέβαια, εργασίες, έκανε ενιαία και ανακάτεψε τα είδη, έδωσε την ευκαιρία να συναντηθούν άνθρωποι, αλλά δεν κατάφερε να γίνει ο νέος ιμάντας αναπαραγωγής ή παραγωγής της ενότητας των κοινωνιών μέσα από το θαύμα του τραγουδιού. Ως πολύ ελπιδοφόρα βλέπω την επιστροφή της τάσης, πολύ προσφάτως, της έκδοσης μουσικών εργασιών σε βινύλιο. Κυρίως στο εξωτερικό, αλλά και εδώ, όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες και δημιουργοί επιλέγουν την κλασική φόρμα των 33 στροφών. Το άλμπουμ ως αισθητικό γεγονός. Και τη μουσική, ξανά, ως ιεροτελεστία ακρόασης και αισθήματος. Η Ιστορία θα ξαναγεννήσει την ανάγκη για δημιουργία. Το θέμα είναι να υπάρχουν εκείνες οι υποδοχές και οι φόρμες που θα ξαναγειώσουν το τραγούδι στο χώμα της καθημερινότητας. Και η καθημερινότητα θα ξαναέχει ανάγκη το τραγούδι».

 

Το Ίντερνετ διευκόλυνε την ταχύτητα, απλοποίησε τα μέσα, αλλά δεν αποτελεί πόλο του νέου ήχου ή μιας νέας, μεγάλης μουσικής αφήγησης. Διέδωσε, βέβαια, εργασίες, έκανε ενιαία και ανακάτεψε τα είδη, έδωσε την ευκαιρία να συναντηθούν άνθρωποι, αλλά δεν κατάφερε να γίνει ο νέος ιμάντας αναπαραγωγής ή παραγωγής της ενότητας των κοινωνιών μέσα από το θαύμα του τραγουδιού.

 

Χάρης Συμβουλίδης

Αρχισυντάκτης avopolis.gr & «Sonik»

«Στα μέσα πια της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα διαθέτουμε επίγνωση του πόσο άλλαξε το Ίντερνετ τη σχέση μας με τη μουσική, δεν είμαστε σίγουροι όμως για το τι ακριβώς έχει συμβεί. Δεν είναι, άλλωστε, ποτέ εύκολο να αποφανθείς για την Iστορία όσο τη ζεις – ακριβώς γιατί είσαι απασχολημένος να τη ζεις, δεν γίνεται και να τη μελετάς ταυτόχρονα. Αν βρεθείτε, πάντως, σε κουβέντες μουσικογραφιάδων και καλλιτεχνών, το πιθανότερο είναι να ακούσετε πόσο μαζική είναι πια η πληροφορία, πόσο γρήγορα τρέχουν όλα ή να συγκρίνεται η παλιά “τελετουργία” της ακρόασης δίσκων με τα ήθη της γενιάς του YouTube. Μερικοί μιλάνε ευθέως για “αλλοίωση”, αν και η λέξη ηχεί βαριά και καλύτερα να αφήσουμε να το κρίνει ο χρόνος κάτι τέτοιο. Γεγονός είναι, όμως, ότι ορισμένα φαινόμενα δείχνουν ανησυχητικά. Οι περισσότεροι μουσικόφιλοι δεν τσακώνονται πια για δίσκους και για καλλιτέχνες, οι συζητήσεις συνήθως εξαντλούνται στο “μου άρεσε/δεν μου άρεσε”. Δεν ασχολούνται επίσης με τις κριτικές, γιατί ο καθένας έχει πια τη δική του άποψη (αποψάρα;), πολλοί μάλιστα τις γράφουν και στα μπλογκ τους, θεωρώντας ότι είναι καλύτεροι από τους επαγγελματίες. Και έχουν όλοι, επίσης, τους δικούς τους μικρούς ήρωες, που στα μάτια τους είναι μεγάλοι, με αποτέλεσμα να μην έχει βγει κανένας “μεγάλος καλλιτέχνης” τα τελευταία χρόνια με την έννοια που επιβιώνει σε ονόματα τύπου U2 ή Bruce Springsteen. Tο τελευταίο διεθνές πρόσωπο που έφτασε κάπως κοντά σε κάτι τέτοιο ήταν η Amy Winehouse. Είναι άγνωστο πού θα οδηγήσουν όλα αυτά και σίγουρα δεν τα βλέπουμε όλοι οι άνθρωποι της μουσικής με τον ίδιο τρόπο. Ορισμένοι λ.χ. επιχαίρουν, ίσως γιατί αισθάνονται ότι έτσι πάει καλύτερα το πράγμα, ίσως από μια στρεβλή θεώρηση περί “εκδημοκρατισμού”, σύμφυτη με μεταμοντέρνα αριστερά ή και νεοφιλελεύθερα πιστεύω, τα οποία ευαγγελίζονται την απελευθέρωση του πολίτη/ιδιώτη/ακροατή από θεσμικές, παραδοσιακές δομές τύπου “μεγάλοι καλλιτέχνες” ή “κριτική αυθεντία”. Ή, ίσως, γιατί απλώς πάντα ήθελαν να είναι οι Butthole Surfers (τυχαίο παράδειγμα) καλύτεροι των Pink Floyd και παλιά δεν μπορούσαν να λένε τέτοιες βλακείες, ενώ τώρα δεν θα αντιδράσει κανείς. Η δική μου γνώμη, που ίσως βέβαια κάποτε αποδειχθεί συντηρητική, είναι πως κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο αυτής της “bigger, better, faster, more!” κουλτούρας της ακρόασης. Όσο, δηλαδή, δεν βλέπω γύρω μου να δημιουργούνται καλύτεροι ακροατές και καλύτεροι γραφιάδες (πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία), προσωπικά θα προτιμώ να καταχωρίζομαι σε όσους τους ανησυχούν τέτοια πράγματα, παρά να καβαλήσω στα λογιών-λογιών “if it makes you happy, it can’t be that bad” άρματα από φόβο μήπως βρεθώ να πίνω το ποτό μου στο ιστορικό κέντρο και δεν με χαρακτηρίσουν κουλ».

 

Οι περισσότεροι μουσικόφιλοι δεν τσακώνονται πια για δίσκους και για καλλιτέχνες, οι συζητήσεις συνήθως εξαντλούνται στο "μου άρεσε/δεν μου άρεσε". Δεν ασχολούνται επίσης με τις κριτικές, γιατί ο καθένας έχει πια τη δική του άποψη (αποψάρα;), πολλοί μάλιστα τις γράφουν και στα μπλογκ τους, θεωρώντας ότι είναι καλύτεροι από τους επαγγελματίες.

 

Γιώργος Σκίντσας

Δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Το Βήμα»

«Ας γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. Όχι πολύ, καμιά τριανταριά χρόνια μόνο. Και ας επικεντρωθούμε στη μουσική. Η ενημέρωση σε σχέση με τις σημερινές συνθήκες ήταν στο μηδέν. Μετρημένες στα δάχτυλα των χεριών οι εκπομπές σε ραδιόφωνο, τηλεόραση και περιοδικά. Παρ’ όλα αυτά, οι δίσκοι έκαναν θραύση όλοι ή, τέλος πάντων, συζητούσαμε για το τι νέο υπάρχει ή έρχεται στον χώρο της μουσικής, αναζητούσαμε δίσκους (βινυλίου εννοώ) και τους ακούγαμε μέχρι να λιώσουν. Ο καθένας από μας άρχιζε να “χτίζει” το σάουντρακ της ζωής του ή οι γενιές να “χτίζουν” τα δικά τους σάουντρακ και αυτά μας συνοδεύουν έως σήμερα. Τι τα θες όμως…  Τα χρόνια περνούν, η ενημέρωση από το ναδίρ έπιασε ζενίθ, τα βινύλια υποχώρησαν, τη θέση τους πήραν τα CD, κάποια στιγμή τράβηξαν και αυτά χειρόφρενο, ανέλαβαν τα mp3, εισέβαλε το YouTube, προσθέστε το download, υποχώρησε κι αυτό, μπήκε το streaming, μουσικές πλατφόρμες σε υπολογιστές και κινητά (κυρίως σε αυτά) και κάπου εκεί το παιχνίδι με την ουσία της μουσικής είτε χάθηκε είτε παίζεται πλέον με νέους όρους. Οι μουσικές πλατφόρμες, όπως το spotify, είναι εδώ για να μας… λύσουν τα χέρια. Έτοιμες λίστες τραγουδιών, λίστες που ανανεώνονται συνεχώς με νέα προϊόντα, ενώ παρέχεται παράλληλα η δυνατότητα να φτιάξεις τις δικές σου για κάθε στιγμή και κάθε mood με βάση τα μουσικά προϊόντα που έχεις στη δεξαμενή σου. Και κάπου εδώ χάθηκε ο έρωτας του ακροατή με τη μουσική. Έγινε καταναλωτής. Η μουσική μετατράπηκε όχι μόνο σε προϊόν αλλά σε εφήμερο προϊόν. Άμεση κατανάλωση κυρίως μέσω των ευκολιών της τεχνολογίας, άμεση κατανάλωση, ώστε πριν προλάβουμε να αποστηθίσουμε τους στίχους του τραγουδιού, αυτό να έχει αντικατασταθεί με άλλο. Οι νεότερες γενιές, αυτές που κυρίως πιάνουν κινητό τηλέφωνο στα χέρια τους στα 11-12 χρόνια τους, είναι οι νέοι αδηφάγοι καταναλωτές που πρέπει, πριν βαρεθούν το αγαπημένο τους κομμάτι, αυτό να έχει αντικατασταθεί με κάποιο άλλο. Σε αυτήν τη νέα προεφηβική μουσική βιομηχανία δεν ξέρω αν έχουν σημασία καν τα hits αλλά η κατανάλωση. Ο Ραούλ Βανεγκέμ στη “Βίβλο των Ηδονών” έγραφε ότι “… αν ο έρωτας είναι τυφλός, ο λόγος είναι ότι δεν βλέπει τίποτα με τα μάτια της εξουσίας...”. Η μουσική βλέπει σήμερα με ακτίνες X. Αν δεν είναι και αυτές ξεπερασμένες…».

 

Και κάπου εδώ χάθηκε ο έρωτας του ακροατή με τη μουσική. Έγινε καταναλωτής. Η μουσική μετατράπηκε όχι μόνο σε προϊόν αλλά σε εφήμερο προϊόν. Άμεση κατανάλωση κυρίως μέσω των ευκολιών της τεχνολογίας, άμεση κατανάλωση, ώστε πριν προλάβουμε να αποστηθίσουμε τους στίχους του τραγουδιού, αυτό να έχει αντικατασταθεί με άλλο.

 

Χίλντα Παπαδημητρίου

Συγγραφέας

«Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα είναι κυρίως καταναλωτής εικόνων. Η είσοδος του Διαδικτύου στην καθημερινή ζωή εκπαίδευσε το ανθρώπινο μάτι να αναζητά όλο και περισσότερες, πιο γρήγορες και πιο εντυπωσιακές εικόνες – τις οποίες αποδέχεται χωρίς να προλαβαίνει να τις αποκωδικοποιήσει ή να τις αφομοιώσει. Η ακρόαση μουσικής είναι μια πιο σύνθετη και εσωστρεφής διαδικασία. Απαιτεί από τον ακροατή χρόνο, που δεν διαθέτει, αφοσίωση, κάτι που στην εποχή της πολυδιάσπασης από τον αδυσώπητο όγκο των πληροφοριών δυσκολεύει τον μέσο άνθρωπο, και ηρεμία. Από την άλλη πλευρά, σήμερα παράγεται περισσότερη μουσική από ποτέ, εκατομμύρια νέοι φτιάχνουν και ανεβάζουν τη μουσική τους στο Διαδίκτυο, χωρίς να προσβλέπουν σε οποιοδήποτε κέρδος. Ο ακροατής έχει στη διάθεσή του πολυποίκιλα μέσα για να ακούσει την αγαπημένη του μουσική: εκτός των στερεοφωνικών και του ραδιοφώνου, υπάρχουν τα iΡods και iΡads, τα κινητά. Ωστόσο, ο όγκος της πληροφορίας ίσως λειτουργεί τελικά εις βάρος της απόλαυσης. Η αγωνία της ενημέρωσης συχνά δεν μας επιτρέπει να αφιερώσουμε ουσιαστικό χρόνο στην ακρόαση. Θέλουμε να ερωτευτούμε έναν δίσκο με την πρώτη ακρόαση, δεν του δίνουμε δεύτερη ευκαιρία να μας κερδίσει, όπως γινόταν την εποχή που τον πληρώναμε – άρα, ήταν πιο πολύτιμος. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι νέοι καλλιτέχνες μάς κερδίζουν αμέσως, όπως η Courtney Barnett. Κάποτε ακούγαμε 100 δίσκους τον χρόνο και ξεχωρίζαμε 10, σήμερα ακούμε 1.000 – και πάλι 10 ξεχωρίζουμε! Τα εύκολα χιτάκια υπήρχαν πάντοτε, αυτά κυριαρχούσαν ανέκαθεν σε όλα τα ραδιόφωνα και στα πάρτι. Στα τέλη των ’70s, οι σταθμοί έπαιζαν περισσότερο Boney M παρά Tim Buckley και Suicide. Η διαφορά είναι ότι σήμερα δεν υπάρχει πια ένα εναλλακτικό ραδιόφωνο το οποίο να ενημερώνει και να παρουσιάζει τις λιγότερο εμπορικές κυκλοφορίες δίσκων. Η επιβολή των playlists αποξένωσε περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους κέρδισε. Αυτές οι playlists μπορεί να είναι το ψευδο-σάουντρακ της εποχής μας. Μήπως είναι λάθος, τελικά, να αναζητούμε ένα μεγάλο, ενιαίο σάουντρακ; Ίσως το σάουντρακ της εποχής μας είναι η πληθώρα των μουσικών που ξεπηδούν απ’ όλα τα μέρη του κόσμου ίσως ο τελευταίος σούπερ-σταρ να είναι ο Manu Chao με το μήνυμα της ανάμειξης ειδών, φυλών και πολιτισμών που έφερε στην παγκόσμια μουσική σκηνή».  

 

Σήμερα δεν υπάρχει πια ένα εναλλακτικό ραδιόφωνο το οποίο να ενημερώνει και να παρουσιάζει τις λιγότερο εμπορικές κυκλοφορίες δίσκων. Η επιβολή των playlists αποξένωσε περισσότερους ανθρώπους απ' όσους κέρδισε. Αυτές οι playlists μπορεί να είναι το ψευδο-σάουντρακ της εποχής μας.

 

Δημήτρης Πολιτάκης

Δημοσιογράφος LiFO

«Μπορεί να πει κανείς (και το έχουν πει ήδη πολλοί) ότι η μουσική εδώ και καιρό είναι παντού και πουθενά. Υπάρχει ψηφιακή πρόσβαση στα πάντα, οι νεότεροι αλλάζουν γούστα και μουσική “φυλή” κάθε εβδομάδα, όλα τα είδη ανακυκλώνονται διαρκώς, “διαμάντια” ανακαλύπτονται συνέχεια και φαίνεται να απουσιάζει το Μεγάλο Τώρα: το καίριο σχήμα ή το απόλυτα σημαντικό άλμπουμ που καθορίζει μια γενιά ή μια εποχή. Επιστροφή δεν υπάρχει από την ψηφιακή κατάσταση, παρόλο που αυξάνονται οι πωλήσεις πικάπ και βινυλίων, λόγω μιας λαχτάρας για το χειροπιαστό, το αυθεντικό, το πρωτόλειο, αυτό που έχει αρχή και τέλος και δεν ακούγεται σαν αιώνια λούπα. Έτσι θα πάει μάλλον η κατάσταση, με μοναδική διέξοδο από τη μουσική ως καλόγουστο (ή κακόγουστο, όλα είναι cool, εξάλλου, μέχρι να τα βαρεθεί κανείς) wallpaper τις συναυλίες, που κι αυτές όμως γενικά φαίνονται να έχουν χάσει την απρόβλεπτη και “επικίνδυνη” διάσταση που είχαν κάποτε». 

 

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο LIFO.gr το 2016.