ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΖΩΗ. Σε δώδεκα χρόνια μπορούν να αλλάξουν τα πάντα σ' εσένα, γύρω σου, κι αν μιλάμε για χρόνια προ κρίσης, μιλάμε για άλλη ζωή. «Σε δώδεκα χρόνια μεγαλώνεις ένα παιδί» λέει ο Blend, σχολιάζοντας την τελευταία φορά που συναντήθηκε με τη Sugahspank!, σε έναν δίσκο-σταθμό για τη soul/funk στην Ελλάδα, το «The Invisible, The Incredible», που βγήκε το 2008, λίγο πριν σταματήσει απότομα η συνεργασία τους.

 

«Η ομάδα διαλύθηκε και "κάηκε" η φάση. Τελείωσε απότομα και δεν είχε απόηχο. Ήταν σαν να μην έγινε ποτέ» λέει σχολιάζοντας την τελευταία φορά που συνεργάστηκαν καλλιτεχνικά, αλλά και που συναντήθηκαν, γιατί για δώδεκα χρόνια δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα.

 

«Στο μεταξύ, περάσαμε κρίση –που τότε δεν την πιστεύαμε ως λέξη–, περάσαμε μνημόνια, αγωνία για το αύριο, κι ενώ αρχίσαμε να το ξεπερνάμε όλο αυτό και περιμέναμε να ηρεμήσουμε, ήρθε η επιδημία και τα ισοπέδωσε όλα. Όσα ζεις σε αλλάζουν ριζικά, σε ωριμάζουν σαν άνθρωπο και κάποια πράγματα τα βάζεις σε δεύτερη μοίρα. Το πιο πιθανό είναι ότι αν δεν είχε γίνει η καραντίνα ακόμα δεν θα μιλάγαμε, δεν θα είχε γίνει το νέο άλμπουμ».


Αναπάντεχα, τον Μάρτιο, συναντήθηκαν ξανά, έστω και μέσω μέιλ και chat, και ήταν «σαν να μην πέρασε μια μέρα». Το «Paint everything white», το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης, είναι ένα άλμπουμ που αποκαλούν «παιδί της καραντίνας» γιατί ξεκίνησε ως ιδέα και ολοκληρώθηκε την περίοδο του πρώτου lockdown.

 

«Είχαμε κλειδωθεί στο σπίτι και ήθελα να κάνω κάτι δημιουργικό» λέει η Sugahspank!. «Ήταν οι πρώτες μέρες της καραντίνας και μαγείρευα κάθε μέρα, έβγαινα για περπάτημα, αλλά ήθελα πολύ να φτιάξω μουσική και ήξερα ότι μπορούσα να το κάνω μέχρι ενός σημείου – δεν μπορούσα να φτιάξω μόνη μου άλμπουμ. Οπότε, μάζεψα ένα-δυο κομμάτια που είχα γράψει ήδη, έκανα κι έναν "οδηγό" της πλάκας και σκεφτόμουν "αυτά τώρα πώς μπορούν να γίνουν;". Είχα το κομμάτι "Paint everything white" με τη συγκεκριμένη στιχομυθία και κατευθείαν μού ήρθε στο μυαλό ο Γιώργος. Μου φάνηκε καλή ιδέα, του το έστειλα και του είπα "σε ψήνει να του βάλεις μουσικό χαλί";».

 

Στα social media εκτονώνεσαι πρόσκαιρα και πολύ ανούσια με το να σχολιάζεις τα πολιτικά θέματα που σε απασχολούν και αυτό σου μειώνει τη μαχητικότητα. Δεν θα βγεις να πας σε μια πορεία, ούτε θα γράψεις ένα τραγούδι γι' αυτά. Συμβαίνει μια μικρή εκτόνωση εκείνη την ώρα και ο δυναμισμός φεύγει. Είμαστε όλοι κάπως μουδιασμένοι, τα τελευταία χρόνια έχουν περάσει γενιές ολόκληρες στο freeze.


«Μου το στέλνει και παθαίνω πλάκα» λέει ο Blend. «Τη ρώτησα αν είχε να μου στείλει κι άλλα, και στα δύο-τρία κομμάτια καταλάβαμε ότι θα γινόταν άλμπουμ. Κι έγινε πάρα πολύ γρήγορα, πήρε νόημα όλη η καραντίνα, γιατί δουλεύαμε κάθε μέρα και βγήκε με πάρα πολλή όρεξη. Πέρασαν οι μέρες νερό με αυτό. Το ωραίο είναι ότι για μας είναι ακόμη φρέσκα αυτά τα κομμάτια. Αν δεν ήταν η καραντίνα, θα μας είχε πάρει έναν χρόνο να τελειώσουμε το άλμπουμ και έξι μήνες για να βγει, όπως γίνεται συνήθως. Ανυπομονούσαμε, όμως, να τελειώσει η καραντίνα για να το βγάλουμε. Και βγήκε σε ένα μικρό label που έχω εγώ, οπότε δεν περιμέναμε εταιρείες. Τώρα τυπώνουμε βινύλιο».

 

 

«Το "Paint everything white" είναι το πρώτο κομμάτι που έγραψα και έστειλα στον Blend» προσθέτει η Γεωργία. «Και σε αυτό, όπως και σε άλλα κομμάτια του άλμπουμ, είχα στο μυαλό μου κάτι από Curtis Mayfield, όλο αυτό το συναρπαστικό που έχουν οι μουσικοί που ακούω. Ήθελα να καταφέρω να γράψω κάτι που να μιλάει με πολύ απλά λόγια, να μπορέσω να προσεγγίσω έναν άνθρωπο που περνάει μια θλιμμένη περίοδο και να τον κάνω να νιώσει καλύτερα. Με απλό τρόπο, θεραπευτικά. Νομίζω ότι αυτό έχει επιτευχθεί στα κομμάτια του άλμπουμ και αισθάνομαι μεγάλη χαρά. Το "Paint everything white", που έδωσε τον τίτλο στο άλμπουμ, ήταν κάτι αισιόδοξο μέσα σε όσα ζούμε».

 

Το άλμπουμ βγήκε πριν από μερικές μέρες, προτού ξεκινήσει η νέα καραντίνα, και αυτό που κατάφεραν με την κυκλοφορία του ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Ο δίσκος είναι ό,τι καλύτερο έχουν κάνει μαζί, η αποδοχή είναι καθολική, οι πρώτες κριτικές ενθουσιώδεις και το ενδιαφέρον των ραδιοφωνικών σταθμών, παραδόξως, μεγάλο.

 

«Είναι ένα άλμπουμ που δεν μπορείς να το πεις ρέγκε, είναι ποπ» λέει ο Γιώργος, «και από το "Yummy Man" φάνηκε ότι θα έχει θερμή υποδοχή». Το «Yummy Man» ήταν το πρώτο single, με ένα βίντεο πολύ εντυπωσιακό, που φαίνεται ότι είναι γυρισμένο σε κάποιο τροπικό νησί, π.χ. στην Καραϊβική, αλλά στην πραγματικότητα γυρίστηκε ολόκληρο στην Αττική, στην παραλιακή, στη Βουλιαγμένη και στον καταρράκτη της Πεντέλης. Είναι ένα τραγούδι χαρούμενο, που σου φτιάχνει τη διάθεση, και είναι ήδη χιτ στο ραδιόφωνο.

 

Η μεγάλη έκπληξη ήρθε την Κυριακή το απόγευμα, που στο Radio One Xtra του BBC ο David Rodigan επέλεξε να παίξει το «Lost Cause» στην εκπομπή του. Είναι ένα κομμάτι με blues καταβολές, με τη φωνή της Sugahspank! ανατριχιαστική και ανατολίτικες μελωδίες να συνοδεύουν τον ρέγκε ρυθμό. Και τα οκτώ κομμάτια του δίσκου είναι εξαιρετικά, το καθένα με τη δική του δυναμική.

 

 

Το «Yummy Man» ήταν το πρώτο single, με ένα βίντεο πολύ εντυπωσιακό, που φαίνεται ότι είναι γυρισμένο σε κάποιο τροπικό νησί, π.χ. στην Καραϊβική, αλλά στην πραγματικότητα γυρίστηκε ολόκληρο στην Αττική.


Το «I grow» μιλάει για το ξεκίνημα μιας υγιούς, μη τοξικής σχέσης. «Μεγαλώνω πολύ με την παρέα σου, ωριμάζω όταν επικοινωνώ μαζί σου, δεν με νοιάζει ό,τι και να συμβεί / δεν το ξέρεις, αλλά μεγαλώνω τόσο πολύ με την παρέα σου, η καρδιά μου ανθίζει με τη μελωδία σου, δεν έχει σημασία ό,τι και να γίνει, δεν θα προσπαθούσα να σε αλλάξω» τραγουδάει η Sugahspank! σε μία από τις καλύτερες στιγμές της ever. «Στο "I'd be ready for you" ήθελα πολύ να υπάρχει ένα ερωτηματικό ως προς τον λόγο για τον οποίο γράφτηκε», λέει, «αν αναφέρεται σε κάποιο άλλο πρόσωπο ή σε έναν κατοπινό εαυτό μου».


«Στο άλμπουμ αυτό η Γεωργία έχει ανεβάσει πολύ το επίπεδο στιχουργικά» σχολιάζει ο Blend. «Συγκρίνοντάς τα θεματικά, το "The Invisible, The Incredible" είναι για παιδάκια. Ειδικά στο "I'd be ready for you" μπορώ να εντοπίσω πιάνο επιρροές από Κοέν ("my time will surely come / it was so, so I'd be ready for you"). Φαίνεται ότι η ενασχόληση με τα τραγούδια του την έχει επηρεάσει έστω και ασυναίσθητα».


Παρότι τα τραγούδια του άλμπουμ έχουν ροή, με τα συναισθήματα να κλιμακώνονται, είναι κατά βάση feel good κομμάτια που δικαιολογούν τον τίτλο που του έχουν δώσει. Ωστόσο, όταν φτάνεις στο «Daughter», η Sugahspank! γίνεται πιο μαχητική, η δυναμική γυναίκα που συνήθως είναι στο προφίλ της στο Facebook.

 

«Σκεφτόμουν ότι υποτίθεται πως κάνω κριτική. Ασχολούμαι με τα κοινά, μιλάω στους φίλους μου για όσα με ενοχλούν, σπάω το κεφάλι μου, δεν κοιμάμαι το βράδυ, αλλά στη μουσική δεν το έβγαζα αυτό» λέει. «Ήθελα το "Daughter" και το "Holy murdered virgin" να είναι πιο βιωματικά, πιο κοινωνικά κομμάτια. Το "Daughter" έχει, επιγραμματικά έστω, τα θέματα που αντιμετωπίζει μια σύγχρονη γυναίκα με φεμινιστικό λόγο». Και πραγματικά, μπαίνει δίπλα στα κορυφαία κομμάτια που εκφράζουν το women empowerment παγκοσμίως.

 

Ως μουσικός δεν προβλέπεται καν να μετακινείσαι λόγω δουλειάς, γιατί δεν έχουμε αφεντικό να υπογράψει το χαρτί. Και για να έρθουμε εδώ σήμερα, που είναι για δουλειά, στείλαμε μήνυμα ότι πάμε για περπάτημα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ως μουσικός δεν προβλέπεται καν να μετακινείσαι λόγω δουλειάς, γιατί δεν έχουμε αφεντικό να υπογράψει το χαρτί. Και για να έρθουμε εδώ σήμερα, που είναι για δουλειά, στείλαμε μήνυμα ότι πάμε για περπάτημα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Σε μια εποχή που δεν γράφονται πλέον ανάλογα κομμάτια, τα δυο τραγούδια αποκτούν μεγαλύτερη αξία, είναι συνειδητοποιημένη ελληνική ποπ, όπως θα έπρεπε να είναι το 2020. Τους ρωτάω γιατί με τόσα που ζούμε ο στίχος των νέων κομματιών δεν είναι τουλάχιστον πιο σύγχρονος και πιο μαχητικός. Είναι λες και τα προβλήματα που ζει ο καθένας μας παύουν να υπάρχουν όταν έρχεται η στιγμή να φτιάξει μουσική.

 

«Αυτό έχει να κάνει πάρα πολύ με τα social media» λένε. «Εκτονώνεσαι εκεί πρόσκαιρα και πολύ ανούσια με το να σχολιάζεις τα πολιτικά θέματα που σε απασχολούν και αυτό σου μειώνει τη μαχητικότητα. Δεν θα βγεις να πας σε μια πορεία, ούτε θα γράψεις ένα τραγούδι γι' αυτά. Συμβαίνει μια μικρή εκτόνωση εκείνη την ώρα και ο δυναμισμός φεύγει. Είμαστε όλοι κάπως μουδιασμένοι, τα τελευταία χρόνια έχουν περάσει γενιές ολόκληρες στο freeze.


Ακόμα και όταν αισθάνεσαι απόλυτη οργή επειδή σε αντιμετωπίζουν σαν παιδάκι και σε απαξιώνουν εντελώς ως καλλιτέχνη, δεν κάνεις τίποτα. Δεν μπορείς να δουλέψεις και σε κάνουν να αισθάνεσαι γραφικός, άχρηστος, ότι θα έπρεπε να έχεις μια άλλη δουλειά, γιατί ως καλλιτέχνης εκμεταλλεύεσαι τα πράγματα. Ως μουσικός δεν προβλέπεται καν να μετακινείσαι λόγω δουλειάς, γιατί δεν έχουμε αφεντικό να υπογράψει το χαρτί. Έστω ότι σε λίγο τελειώνει η καραντίνα και πρέπει να κάνουμε παρουσίαση του δίσκου, δεν προβλέπεται να κάνουμε πρόβες. Και για να έρθουμε εδώ σήμερα, που είναι για δουλειά, στείλαμε μήνυμα ότι πάμε για περπάτημα».

 

Μπορείς να ακούσεις και να αγοράσεις το «Paint everything white» εδώ. Το βινύλιο κυκλοφορεί σύντομα σε artwork του Exidas (του πρώτου Yummy Man στο βίντεο).

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.