Ο Fred Hersch είναι ένας τζάζμαν, πιανίστας, συνθέτης και αυτοσχεδιαστής με μεγάλη ιστορία, αλλά όχι ιδιαιτέρως γνωστός στην Ελλάδα.

 

Γεννημένος στο Σινσινάτι του Οχάιο το 1955, ο Hersch βρίσκεται στη σκηνή από τα μέσα προς τέλη των σέβεντις, παίζοντας στις σκηνές και ηχογραφώντας ακατάπαυστα. Έχει ταξιδέψει και εμφανιστεί σε όλο τον κόσμο, έχει γράψει δίσκους σόλο, με μικρά και μεγαλύτερα σχήματα, έχει προταθεί δεκατέσσερις(!) φορές για Grammy, έχει τιμηθεί από την Académie Charles Cros, έχει αναδειχθεί τρεις φορές (2011, 2016, 2018) Pianist of the Year από την Jazz Journalists Association, ενώ τον προηγούμενο Αύγουστο το τρίο του, ανακηρύχθηκε ως το Νούμερο #1 Jazz Group της φετινής μουσικής χρονιάς, από το 67ο δημοψήφισμα των International Critics του αμερικανικού τζαζ περιοδικού DownBeat.

 

Και όμως δεν ήταν πάντα εύκολα τα πράγματα για τον Fred Hersch.

 

Το 1993  o Αμερικανός πιανίστας δηλώνει δημοσίως πως είναι γκέι, πως είναι οροθετικός και πως υποβάλλεται σε θεραπεία ήδη από το 1984, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον ιό HIV. Τα καταφέρνει καλά για αρκετά χρόνια, αλλά το 2008, πέφτει σε κώμα, για δύο μήνες. Κινδυνεύει η ζωή του, χάνει κάθε ικανότητα μυϊκής λειτουργίας και παράλληλα τη δυνατότητά του να παίξει πιάνο.

 

Υπάρχουν τζαζ-φαν που λένε / γράφουν πως το Fred Hersch Trio είναι ένα από τα σημαντικότερα τζαζ-τρίο, που εμφανίστηκαν ποτέ στην Αμερική, εφάμιλλο, για παράδειγμα, του περίφημου τρίο του Keith Jarrett. Δεν είναι υπερβολή.

 

Σώζεται την τελευταία στιγμή. Καταφέρνει σιγά-σιγά και αναρρώνει, ξαναβρίσκει τη φόρμα του και μπαίνει πάλι στο jazz circuit. Βάζει σε κίνηση το περίφημο πια τρίο του με τον μπασίστα John Hébert και τον ντράμερ Eric McPherson, ενώ συνεχίζει να υποστηρίζει διάφορες καμπάνιες για την καταπολέμηση του AIDS (Classical Action: Performing Arts Against AIDS, Broadway Cares / Equity Fights AIDS), παίζοντας σε κονσέρτα για ιερό σκοπό και δίνοντας διαλέξεις σε διεθνή ιατρικά συνέδρια τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ευρώπη.

 

Τον προηγούμενο μήνα η εταιρία τού Fred Hersch, η Palmetto Records του Ελληνοαμερικανού Matt Balitsaris, κυκλοφόρησε ένα box-set, με πέντε άλμπουμ (έξι CD) του Fred Hersch Trio, προκειμένου να τιμήσει τον άξιο μουσικό, αλλά και τα δεκάχρονα του συγκροτήματός του. Τα άλμπουμ είχαν κυκλοφορήσει και παλαιότερα, αλλά συσκευάστηκαν ξανά σε μορφή κουτιού.

 

Παράλληλα το Fred Hersch Trio ήλθε στην Ευρώπη για εμφανίσεις, που συνέβησαν στο διάστημα 25 Οκτωβρίου έως 2 Νοεμβρίου. Πιο συγκεκριμένα έπαιξε στην Μπολόνια, στο Κορκ (Ιρλανδία), στο Αμβούργο, στη Μάλαγα, στη Σεβίλλη, στο Παρίσι...

 

Από αριστερά: Eric McPherson ντραμς, Fred Hersch πιάνο, John Hébert μπάσο
Από αριστερά: Eric McPherson ντραμς, Fred Hersch πιάνο, John Hébert μπάσο

 

Υπάρχουν τζαζ-φαν που λένε / γράφουν πως το Fred Hersch Trio είναι ένα από τα σημαντικότερα τζαζ-τρίο, που εμφανίστηκαν ποτέ στην Αμερική, εφάμιλλο, για παράδειγμα, του περίφημου τρίο του Keith Jarrett (με Gary Peacock και Jack DeJohnette). Δεν είναι υπερβολή. Πρόκειται για μία εκπληκτική τριάδα, που έχει καταπιεί χιλιόμετρα γνώσης και εμπειρίας. Ο μπασίστας John Hébert έχει παίξει με γίγαντες (Lee Konitz, Paul Bley, Paul Motian, John Abercrombie, Kenny Wheeler, Tomasz Stanko, Joe Maneri, Toots Thielemans, Maria Schneider...), όπως και ο ντράμερ Eric McPherson εξάλλου, που έχει βρεθεί σε πάλκο και στούντιο με τους Jackie McLean, Andrew Hill, Pharoah Sanders, Greg Osby, Jason Moran... Για δε τον Fred Hersch μιλάνε οι 100 πάνω-κάτω δίσκοι του, στους οποίους εμφανίζεται είτε ως leader είτε ως sideman.

 

Για πέντε απ' αυτούς τους δίσκους, για τα πέντε άλμπουμ του τιμητικού box-set The Fred Hersch Trio "10 Years / 6 Discs" της Palmetto Records θα γράψουμε στη συνέχεια...

 

1.

FRED HERSCH TRIO: Live in Europe

[Palmetto Records, 2018]

Έχοντας πάντα δίπλα τούς σταθερούς συνεργάτες του, τον μπασίστα John Hébert και τον ντράμερ Eric McPherson, ο πιανίστας Feed Hersch καταγράφεται σ' ένα live στο Flagey Studio 4 των Βρυξελλών, που είναι μια ξεχωριστή αίθουσα συναυλιών, τον Νοέμβριο του 2017.

 

Και σ' αυτό το live ο Hersch ακολουθεί την κλασική δική του συνταγή, όσον αφορά στο ρεπερτόριο. Δικά του απαιτητικά στη δομή τους tracks και βεβαίως versions, που φανερώνουν όχι μόνο τις διαχρονικές αναφορές του (Thelonious Monk), αλλά και κάποιους άλλους αγαπημένους του, που δεν τους πιάνει εύκολα το αυτί μας.

 

Διασκευές, λοιπόν, σε συνθέσεις του Monk ("We see", "Blue Monk") και του Wayne Shorter ("Miyako", "Black Nile"), αλλά και αφιερώσεις συνθέσεων (του Hersch) στον βρετανό πιανίστα John Taylor (από τις «εικόνες» τού Αμερικανού) και βεβαίως στον Sonny Rollins (μια παντοτινή, οπωσδήποτε, επιρροή του). Επίσης μια σύνθεση είναι αφιερωμένη στον συγγραφέα Tom Piazza, ο οποίος τυγχάνει και... hip jazz cat (κατά τον ίδιο τον Hersch).

 

Μ' αυτά και μ' εκείνα το "Live in Europe" κυλάει δίχως να το καταλάβεις.

 

Το τρίο βρίσκεται σε διαβολεμένη φόρμα (το ότι είναι ενωμένο και αδιάσπαστο για μια δεκαετία δεν είναι άσχετο του τελικού αποτελέσματος), η ηχογράφηση είναι εντυπωσιακή (η εγγραφή έχει γίνει στο Flagey Studio 4, το ξαναλέμε, που στεγάζεται σ' ένα ιστορικό κτήριο των Βρυξελλών από την δεκαετία του '30, ανακαινισμένο προφανώς), ενώ και το ρεπερτόριο συμβάλλει τα μάλα προς το οριστικό υψηλό επίπεδο της γενικότερης παραγωγής.

 

Ο Hersch έχει την ευκαιρία στο "Live in Europe" για μιαν ακόμη φορά, να καταδείξει την ιστορία της τζαζ, με τον δικό του συμπυκνωμένο, αλλά τόσο, επιστημονικά και αισθητικά, κατασταλαγμένο τρόπο, περνώντας από την Νέα Ορλεάνη (φοβερό το blues "The Big Easy"), τα calypsos ("Newklypso"), που τόσο σηματοδότησαν την πορεία τής μεγάλης μαύρης μουσικής (κυρίως στη δεκαετία του '50), τον Monk, τις μπαλάντες (με στοιχεία ρομάντζας κ.λπ., Keith Jarrett και πέρα), τις αυτοσχεδιαστικές τάσεις, έτσι όπως εκείνες εμφανίζονται στα διάφορα σόλι των οργάνων...

 

Εξαιρετικό CD. Προϊόν, και αυτό, ενός ήδη οριακού, αμερικανικού τζαζ τρίο.

 

The Big Easy (For Tom Piazza)

 

2.

THE FRED HERSCH TRIO: Sunday Night at The Vanguard

[Palmetto Records, 2016]

Ο Fred Hersch έχει (ωραίο) κόλλημα με το Village Vanguard ή απλώς Vanguard (τον ναό της τζαζ στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης), αλλιώς δεν εξηγείται η εμμονή του να μπαίνει και να ξαναμπαίνει εκεί, να ηχογραφεί και να ξαναηχογραφεί.

 

Προφανώς, ο χώρος τού ταιριάζει. Νοιώθει κάτι οικείο, θέλω να πω, που τον κάνει να αισθάνεται άνετα και περαιτέρω δημιουργικά, θέτοντας σε εφαρμογή τα εκάστοτε σχέδιά του... που είναι βασικά ένα. Να δώσει μια παράσταση πιανιστικής τζαζ, που να ακούγεται σαν να διαβάζεις την ιστορία. Τα προγράμματά του, εννοώ, καθώς αποτελούνται από δικές του συνθέσεις και αναγνωρισμένα στάνταρντ, είναι ικανά, όλα μαζί, να μεταφέρουν στον ακροατή σημαντικές πτυχές όχι μόνο της σχετικής (πιανιστικής) φιλολογίας, μα και της ίδιας τής τζαζ ιστορίας.

 

Επί του προκειμένου έχουμε να κάνουμε μ' ένα άλμπουμ ηχογραφημένο από τους Fred Hersch πιάνο, John Hébert μπάσο και Eric McPherson ντραμς, με τον Hersch να επανέρχεται στον «ναό» προκειμένου να στρώσει και ν' αναπτύξει ένα πρόγραμμα, βασισμένο στις γνωστές θα έλεγα αισθητικές απόψεις του.

 

Εξαιρετικά δικά του tracks μπροστά, καταγράφονται εδώ, όπως για παράδειγμα το 9λεπτο "Serpentine", που δείχνει συν τοις άλλοις και την αγάπη τού Hersch για την «κλασική» τής ρομαντικής περιόδου, και από 'κει και πέρα στάνταρντ των Richard Rodgers, Beatles ("For no one"), Kenny Wheeler, Jimmy Rowles και Thelonious Monk, ικανά να περιγράψουν ένα πρόγραμμα για όλες τις ανάγκες.

 

Αργά, μεσαία και γρήγορα groovy παιξίματα (έξοχη η version του "Everybody's song but my own" του Kenny Wheeler), μπαλάντες, bop και πάντα ένας Monk λίγο πριν το κλείσιμο (εδώ το "We see", το οποίον ο Hersch ηχογραφεί για πρώτη φορά), μοιάζουν ιδανικά για μιαν ακόμη τζαζ γιορτή, που εμπεριέχει υψηλό καλλιτεχνικό πνεύμα και πηγαία λαϊκότητα στον ίδιο (ανώτερο) βαθμό.

 

Serpentine

 

3.

FRED HERSCH TRIO: Floating

[Palmetto Records, 2014]

Μία καθολική καταγραφή του περιώνυμου τρίο του Fred Hersch (οι Hébert και McPherson πάντα δίπλα του) αποτελεί και το παρόν "Floating", αποτυπωμένο σ' ένα στούντιο της Yonkers (πόλη στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης).

 

Εδώ επιδιώκεται να αποκρυσταλλωθεί ένα πολύ συγκεκριμένο ηχόχρωμα, που περνά κυρίως πάνω από τις jazz ballads και το οποίο συχνά αφορά σε νοσταλγικές ή και θλιβερές καταστάσεις.

 

Έτσι, από την μια μεριά οι γενικώς αργές στροφές και από την άλλη ορισμένα συγκεκριμένα περιστατικά που εντείνουν ένα κλίμα «απώλειας», είναι εκείνα που δίνουν νόημα στην ηχογράφηση.

 

Παίρνω για παράδειγμα το στάνταρντ "If ever I would leave you", το οποίο οι φίλοι της τζαζ μπορεί να το θυμούνται από την φουριόζα εκτέλεση του Sonny Rollins στο "What's New?" [RCA Victor, 1962]. Ο Hersch «ανοίγει» την μελωδία, κατεβάζει το τέμπο και δίνει, εν τέλει, μία πολύ κομψή version, που ταιριάζει, αν θέλετε, και με την ουσία του κομματιού.

 

Επικεντρώνομαι στην συνέχεια στο "Far away", μια σύνθεση αφιερωμένη στην πιανίστρια Shimrit Shoshan, που πέθανε το 2012 στα 29 της. Εδώ, απολαμβάνουμε το συγκρατημένο παίξιμο τού Hersch σε συνδυασμό με την απέριττη συνοδεία των Hébert και McPherson (υποδειγματικό track, ικανό να περιγράψει δύσκολες και ψυχοφθόρες καταστάσεις).

 

Ένα άλλο κομμάτι, το "West Virginia rose" (αφιερωμένο στην μητέρα και την γιαγιά του πιανίστα), διαθέτει μιαν ισορροπημένη νοσταλγική χροιά, και βεβαίως μία ωραία (τραγουδιστική) μελωδία.

 

Στο "Floating", όμως, υπάρχουν και δυναμικά θέματα, που παρεμβάλλονται με τρόπο ανάμεσα σ' εκείνα των χαμηλών τόνων. Ένα τέτοιο είναι το "Home fries" (αφιερωμένο στον μπασίστα John Hébert) κι ένα άλλο το "Arcata" (γραμμένο για την τζαζ-μπασίστρια και τραγουδίστρια Esperanza Spalding), με τον Hersch να δημιουργεί έντονες, groovy σχεδόν καταστάσεις, με την βοήθεια τού πάντα στη θέση του rhythm section.

 

Και βεβαίως από το "Floating" δεν θα μπορούσε να απουσιάζει (και) το πνεύμα του Thelonious Monk, αφού ο Hersch δηλώνει παλαιόθεν θαυμαστής του (με θέματα του Monk να καταγράφονται σε πάμπολλα άλμπουμ του). Το "Let's cool one" που ολοκληρώνει το CD είναι συν τοις άλλοις κι ένα κατατοπιστικότατο μάθημα συγχορδιακής ανάλυσης και τεκμηρίωσης.

 

Home Fries

 

4.

FRED HERSCH TRIO: Alive at The Vanguard

[Palmetto Records, 2012]

Άρχων, πιανίστας μουσικός με έφεση στα σχήματα τρίο, ο Fred Hersch μπαίνει και ξαναμπαίνει, όπως προείπαμε, για να ηχογραφήσει στο Village Vanguard ή απλώς Vanguard (τον ναό της τζαζ στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης).

 

Εδώ, στο "Alive at The Vanguard", έχουμε να κάνουμε μ' ένα διπλό άλμπουμ (2CD) γραμμένο στο διάστημα 7-12 Φεβρουαρίου 2012 από τους Fred Hersch πιάνο, John Hébert μπάσο και Eric McPherson ντραμς, στο οποίο ο αμερικανός πιανίστας και συνθέτης παρουσιάζει δικά του θέματα, αλλά και κομμάτια των Charlie Parker, Ornette Coleman, Sonny Rollins, Thelonious Monk κ.ά., ενοποιώντας στυλ και διαφορετικότητες, προβάλλοντας ένα δικό του κράμα. Το αποτέλεσμα είναι ένα υπεράνω κριτικής τζαζ πρόγραμμα, το οποίο φέρουν εις πέρας πανάξιοι οργανοπαίκτες.

 

Το πρώτο track έχει τίτλο "Havana" είναι σύνθεση του Hersch, αλλά δεν είναι ένα στενά κουβανικό κομμάτι. Βασικά, πρόκειται για μία ρομάντζα, με κάποια λάτιν ρυθμικά στοιχεία, που αντανακλά περισσότερο ένα κλίμα και λιγότερο κάποια συγκεκριμένη αναφορά ή επιρροή.

 

Η "Tristesse" που ακολουθεί (επίσης σύνθεση του Hersch) είναι γραμμένη για τον Paul Motian (1931-2011). Ο Hersch είχε εμφανισθεί στο Village Vanguard, τον Ιανουάριο του 2010, με τον Motian στα ντραμς και τον Drew Gress στο μπάσο και αυτή η σύνθεση επέχει ρόλο μνημοσύνου.

 

Το "Segment" (του Charlie Parker) είναι η πρώτη διασκευή του άλμπουμ. Ένα μινόρε κομμάτι, που κολλάει ωραία με την προηγούμενη τριστέζα.

 

Σ' αυτό το πρώτο CD ο Hersch δεν παραλείπει βεβαίως να δείξει την αγάπη του ξανά για τον Monk (στο δικό του "Dream of Monk"), αλλά κυρίως για τον Sonny Rollins, αποδίδοντας το "Doxy", αλλά και το "Softly as in a morning sunrise" (Romberg / Hammerstein II), ένα κομμάτι που το είχε ηχογραφήσει και ο Rollins στο ίδιο μέρος με τον Wilbur Ware στο μπάσο και τον Elvin Jones στα ντραμς, στο ιστορικό LP "A Night at Τhe Village Vanguard" [Blue Note, 1957].

 

Το δεύτερο CD ανοίγει με το "Opener", μια σύνθεση του Hersch για να τιμήσει τον ντράμερ του Eric McPherson, ο οποίος αναλαμβάνει τα ηνία.

 

Το "Jackalope" είναι μία από τις ωραιότερες συνθέσεις του Hersch (και του άλμπουμ). Ένα up-tempo με μαεστρικό παίξιμο στο πιάνο, κάπου μεταξύ hard-bop και piano-rolling, που σε παρακινεί να το ακούσεις... όρθιος.

 

Και αν στο πρώτο CD ο Sonny Rollins ήταν ένα τιμώμενο πρόσωπο, εδώ, στο δεύτερο, ο Hersch φυλάει τα καλύτερα για τον Ornette Coleman. Το "Sartorial (for Ornette)" είναι το πιο «ελεύθερο» κομμάτι του άλμπουμ, ένας φόρος τιμής στην τέχνη και την τεχνική ενός μέγιστου τζαζ καινοτόμου.

 

Στο έσχατο "The song is you" των Hammerstein / Kern (που διπλασιάζεται με το "Played twice" του Monk) ο Hersch κατεβάζει εντελώς ταχύτητα, «ανοίγοντας» το κομμάτι και αναδεικνύοντας την ωραία μελωδία του. Ένα τέλειο κλείσιμο.

 

 

Havana

 

5.

FRED HERSCH TRIO: Whirl

[Palmetto Records, 2010]

Το "Whirl" υπήρξε το πρώτο άλμπουμ του Fred Hersch Trio (Fred Hersch πιάνο, John Hébert μπάσο, Eric McPherson ντραμς). Κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2010 και σηματοδότησε την ουσιαστική επαναφορά στα τζαζ πράγματα για τον Fred Hersch, μετά από την σκληρή περιπέτεια της υγείας του – λέμε και πάλι πως είχε πέσει σε κώμα για δύο μήνες, το 2008, λόγω επιπλοκών από το AIDS, έχοντας απολέσει κάθε μυϊκή λειτουργία. Ευτυχώς για τον ίδιον πρώτα-πρώτα, όπως και για όλους εμάς από 'κει και πέρα, θα επανέλθει συν τω χρόνω σε μια φυσιολογική κατάσταση, την οποία ανακτούσε ακόμη και στην εποχή της ηχογράφησης του "Whirl", ενός άλμπουμ που αποτελεί ένα ακόμη κομψοτέχνημα στην σπουδαία και πολυκύμαντη καριέρα του.

 

Εδώ ο Hersch ερμηνεύει κυρίως δικό του υλικό, ως συνήθως, συμπληρώνοντας και με μερικές ιδιαίτερες διασκευές, όπως εκείνες στα "You're my everything" (Harry Warren), "Blue midnight" (Paul Motian) και "Mrs. Parker of K.C." (Jaki Byard).

 

Από τα δικά του κομμάτια το φερώνυμο "Whirl" θα αποτελέσει μία από τις πιο αγαπημένες του συνθέσεις τα επόμενα χρόνια – ένα θαυμάσιο λυρικό κομμάτι, με άψογη μελωδική γραμμή, που περιγράφει όλην αυτή τη διαδικασία μετάβασης προς την τζαζ ξανά ή, ακόμη καλύτερα, προς την ίδια τη ζωή, με το "Snow is falling" να επαναφέρει στη μνήμη μας εκείνο το μαγικό του άγγιγμα στα πλήκτρα, το καταγραμμένο μοναδικά στις παλαιότερες ηχογραφήσεις του.

 

Ήταν η αρχή. Η βάση για ένα νέο ξεκίνημα, που φθάνει μέχρι τις μέρες μας, με τον Fed Hersch ακμαίο όσο ποτέ, τόσο πάνω στη σκηνή, όσο και στα στούντιο ηχογραφήσεων.

 

 

Whirl