Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Όταν ο ηπειρώτης κλαρινίστας Τάσος Χαλκιάς άφησε άφωνο τον Αμερικάνο συνάδελφό του, της τζαζ, Benny Goodman

Μια ιστορία για το μεγαλείο της παραδοσιακής μας μουσικής, στη Νέα Υόρκη στα μέσα του ’60
Τάσος Χαλκιάς

Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε άκουσα για πρώτη φορά το κλαρίνο του Τάσου Χαλκιά (1914-1992). Μπορεί στους τίτλους αρχής της «Αναπαράστασης» (1970) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μπορεί σε κάποιο δίσκο του Γιάννη Μαρκόπουλου («Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους... και άλλα τραγούδια» του 1973, «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του 1977), μπορεί και κάπου αλλού. Το σημειώνω, γιατί όσοι δεν μεγαλώσαμε αναγκαστικά με τα δημοτικά τραγούδια και με τους κορυφαίους σολίστες τους, το πράξαμε κάποια στιγμή στην πορεία και από σπόντα. Γιατί πάντα θα υπάρχουν οι «σπόντες», που θα μας πηγαίνουν παρακάτω.

 

Τώρα, καθώς προσπαθώ να πιέσω τη μνήμη μου για να θυμηθώ, μπορεί να ήταν και το ροκ, το ελληνικό ροκ εννοώ, εκείνο που με οδήγησε να ανακαλύψω τον Τάσο Χαλκιά. Ο Σαββόπουλος π.χ., που είχε καλεσμένο τον Χαλκιά στο Κύτταρο το 1972, μα ακόμη και ο Γιάννης Σπάθας (από τους Socrates), που από παλιά δήλωνε σε συνεντεύξεις του πως ο Χαλκιάς είχε υπάρξει μία από τις μεγαλύτερες επιρροές του. Εξάλλου το κλαρίνο του Χαλκιά ήταν εκείνο που προσπαθούσε να μεταφέρει στην κιθάρα του ο Σπάθας σε κομμάτια όπως το "Mountains" και σε άλλα διάφορα (πιο πριν).

 

Όπως είχε πει ο ίδιος ο ηπειρώτης κλαρινίστας στο μνημειώδες βιβλίο τού Αντρέα Χρονόπουλου «Θύμησες και Σημειώσεις Τάσου Χαλκιά» [Απόπειρα, 1985]:

«Νέους ανθρώπους γνώρισα όταν κάποτε ήρθε και μου μίλησε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Άνοιγε ένα μαγαζί κι ήρθε, με βρήκε και μου είπε:
– Χαλκιά σε θέλω να 'ρθεις στο μαγαζί. Θα κάνουμε έναρξη την τάδε του μήνα.
Με ευχαρίστησε η προτίμησή του, αλλά δεν πίστευα ότι θα πέρναγε η δική μου εργασία μέσα στον κόσμο, όπου τα είχε αυτός. Ήτανε άλλος ο κόσμος του και συγκεκριμένα του είπα – επί λέξει:
– Ποιος να με καταλάβει από αυτούς τους ακούρευτους κι αξύριστους;
Μου συνέχισε τότε ο Σαββόπουλος:
– Εσένα δε σ' ενδιαφέρει κύριε Χαλκιά. Μόνο να 'ρθεις να μιλήσουμε και να συμφωνήσουμε.
Όντως, επήγα. Συμφωνήσαμε κι έπαιξα δυο χρόνια. Ερχότανε αλήθεια αυτή η νεολαία, αυτοί όλοι που ονόμασα ακούρευτους, μαλλιάδες και αξύριστους και δε με άφηναν να φύγω από την πίστα. Με αγαπούσαν αυτά τα παιδιά. Έπρεπε να γυρίσω το λιγότερο δυο φορές απ' τα καλέσματά τους για να τους παίξω λίγο ακόμη και να φύγω.(...) Αυτά τα παιδιά μου 'δωσαν μεγάλη ζωή. Μ' αγαπήσανε πάρα πολύ κι όπου πήγαινα κατόπιν, σε εκδηλώσεις, έρχονταν να με δουν».

 

Να παίξω, είπα, αλλά επειδή ήξερα για τον άνθρωπο αυτόν, επήγα πρώτα στο μπαρ κι έσφιξα δυο-τρία ουίσκι και κατόπιν ανέβηκα επάνω. Μόλις τελείωσα ήρθε στο πάλκο και με ρώτησε αν διαβάζω νότες.

 

Πριν γίνει μέλος της παρέας του Κυττάρου ο Τάσος Χαλκιάς είχε ήδη μια ζωντανή καριέρα πίσω του, αφού από το 1930 βρισκόταν στο δρόμο της μουσικής δίπλα στ' αδέλφια του, στο συγκρότημα Μαύρα Πουλιά, γνωρίζοντας τους «μύθους» του κλαρίνου (Νίκος Τζάρας, Κώστας Καραγιάννης), για να φθάσει κάποια στιγμή να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα (1951), μπαίνοντας και στις ηχογραφήσεις (για λογαριασμό του Λαμπρόπουλου).

 

 Στην Αμερική ο Χαλκιάς θα βρεθεί για πρώτη φορά στις αρχές του '60. Στη Νέα Υόρκη φυσικά και στο μαγαζί Κηφισιά, στους 27 δρόμους. Όπως λέει ο ίδιος (πάντα από το βιβλίο του Χρονόπουλου):

«Ωραίο μαγαζί το Κηφισιά. Ήμουνα παρέα με το μακαρίτη τον Παπαϊωάννου το Γιάννη, τον Τζουανάκο, τον Καλλέργη. Όλοι μια παρέα. Παίζαμε μαζί, αλλά και κοιμόμαστε επίσης σε ένα δωμάτιο που μας είχε δώσει η μπόσενα. Όμως, δεν έμεινα για πολύ καιρό στο ίδιο δωμάτιο. Αυτοί τραβάγανε το χασίσι, ντουμάνιαζε το δωμάτιο, γινότανε της πουτάνας. Δε μου άρεσε αυτό το πράμα. Φτιάχνανε κάτι τσιγάρα φουγάρα και δεν μπορούσα εκεί μέσα γι' αυτό μονάχα το λόγο. Κατά τ' άλλα με τα παιδιά τα πήγαινα πολύ καλά. Χρυσά παιδιά. Ωραίες ψυχές. Σκεφτόμουνα για πολύ καιρό τι να κάνω, διότι κοντά στ' άλλα είχα και τους βρόγχους. Με έπιανε ο βήχας».

 

 

 

Στις αρχές του 1963 ο Τάσος Χαλκιάς θα επιστρέψει στην Ελλάδα, θα ηχογραφήσει το θρυλικό κομμάτι του «Βορειοηπειρώτικο μοιρολόι», που είχε εμπνευστεί στην Αμερική και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς θα ξαναφύγει για το Νέο Κόσμο, καθώς είχε σοβαρές προτάσεις για ηχογραφήσεις με την εταιρεία Alector (ελληνοαμερικάνικο label που είχε τυπώσει «Γύφτο» Αθανασίου, Μπέμπη κ.ά.). Σ' αυτή τη δεύτερη επίσκεψή του στην Αμερική ο Χαλκιάς θα γνωριστεί με τον άσσο του τζαζ κλαρίνου Benny Goodman (1909-1986). Αληθινή γνωριμία δηλαδή – όχι σαν εκείνη του Χιώτη με τον Hendrix, που δεν έγινε ποτέ (καθώς δεν έφταιγε γι' αυτό ούτε ο Χιώτης, ούτε ο Hendrix).

 

«ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ που επήγα στην Αμερική γραμμοφώνησα πολλά ελληνικά, αλλά και τούρκικα τραγούδια για την εταιρεία Αλέκτωρ. Συνάμα ήμουν λεύτερος. Αυτό το κατάφερα από την αρχή. Ήξερα τι γίνεται εκεί από την πρώτη φορά και όταν μου έγινε η πρόταση το ζήτησα. Να είμαι λεύτερος δηλαδή κι αυτό περισσότερο για να μπορέσω να δουλέψω σωστά.

 

Μια μέρα κατέβηκα στα στέκια τα γνωστά μου από την πρώτη φορά. Πήγα στην 8η άβενιου, την 8η λεωφόρο, όπου βρίσκονταν τα ελληνικά κέντρα. Δεν ξέρω αν είναι ακόμα εκεί σήμερα... (σ.σ. το 1984, όταν μιλάει στον Χρονόπουλο). Με είδανε. Είχαν ανάγκη μεγάλη. Δεν είχανε όργανα. Η μπόσενα είχε βάλει κάτι όργανα, αλλά δεν είχε καθόλου δουλειά αν και το μαγαζί ήτανε πολύ ωραίο. Πρωτότυπο μαγαζί τότες το Αλή Μπαμπά για την εποχή του.

 

Όταν με είδανε στα στέκια τους με πήρανε αμέσως στο μαγαζί τους, καθίσαμε, τα ήπιαμε για να λυθεί η γλώσσα μας, μιας και λέγονται όλα πιο εύκολα όταν έχεις πιει, επειδή έτσι νομίζουν μερικοί, πράμα που θα πει και πως και άπιοτος να είσαι και τα πεις, πάλι για πιομένο θα σε περάσουν, γιατί υπάρχει και κουτός κόσμος που τα εννοεί έτσι. Κι έτσι, τι άλλο να έκανα. Ήπια. Έτσι κι αλλιώς μ' άρεσε το πιοτί και δεν υπήρχε λόγος να τους κάνω δυσκολίες. Το είχανε με τις κάσες στο μαγαζί τέτοιο που ήτανε. Είχανε πολύ από δαύτο κι έτσι, πιοτί στο πιοτί, αρχίσανε οι ερωτήσεις "Για πού είσαι, τέλος πάντων, που ήρθες εδώ πέρα" και τέτοια. Αρχίσανε να ρωτάνε κι εκείνοι αμοίραστα. Εγώ όμως ήμουνα λεύτερος. Κι έχει σημασία για μένα η αξία της λευτεριάς. Δύσκολα κατακτιέται κι όποιος δεν τη σεβαστεί δεν μπορεί να λέει κι ό,τι θέλει η ψυχή του. "Ήρθα να σας δω και να φύγω". Αυτό είπα πρώτα κι έπειτα "Δεν είμαι δεσμευμένος πουθενά". Αυτό ήτανε όλο. Με πλήρωσαν πάρα πολύ καλά. Διακόσια δολάρια την εβδομάδα, αλλά και τη χαρτούρα. Από διακόσια δολάρια δεν πληρώθηκε κλαρίνο την εποχή εκείνη. Λένε πως το κασέ του καλλιτέχνη είναι η αξία του. Αυτό δεν το πιστεύω, αλλά αφού έτσι πηγαίνει αξίζει να πω πως την εποχή εκείνη τότε, το καλύτερο μπουζούκι, που ήτανε για εκείνους που κρατούσαν μαγαζιά το πρώτο όργανο, έπαιρνε εκατόν πενήντα βαριά μέχρι εκατόν εβδομήντα πέντε δολάρια. Το καλύτερο μπουζούκι. Δεν ξέρω τι γίνεται σήμερα. Μπορεί τα παιδιά, οι μουσικοί, να παίρνουν πολλά. Τότε πάντως έτσι είχε.

 

Στο Αλή Μπαμπά μου δώσανε το "Οκέυ", που λένε, να φτιάξω συγκρότημα. Έβαλα αμέσως μπροστά. Πήρα τον Τζουανάκο μπουζούκι, ένα παλιό φίλο και συνεργάτη από την προηγούμενη φορά που ήμουνα με τον Παπαϊωάννου και ο οποίος πέθανε εκεί στην ξενητιά ο φουκαράς (σ.σ. ο σπουδαίος Σταύρος Τζουανάκος πέθανε το 1974 στην Αμερική, στα 49 του). Έφτιαξα ένα δυνατό συγκρότημα και μόλις μπήκα μέσα στο μαγαζί αρχίσανε να έρχονται με λεωφορεία από παντού. Από τη Βοστώνη, τη Φιλαδέρφεια. Ήμουνα αρκετά γνωστός».

 

 

 

Η συνάντηση του Τάσου Χαλκιά με τον Benny Goodman

«Μια μέρα ήρθε η μπόσενα και μου είπε πως στο μαγαζί βρίσκονται καμιά δεκαριά άτομα με τον κύριο Γκούτμαν. Τους είχε φέρει το ενδιαφέρον τους για ένα σκοπό που έπρεπε να παιχτεί πάνω σε μοιρολόι και οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούσαν να το παίξουν, η ορχήστρα του Μπέννυ Γκούτμαν. Επρόκειτο για κινηματογραφικό έργο του Ρίτσαρντ Σεραφιάν. Το Άντυ (σ.σ. ταινία του 1965), όπου μια μάνα χάνει την κόρη της και τρελαίνεται (σ.σ. δεν είμαι σίγουρος αν η ταινία έχει να κάνει με κάτι τέτοιο – άλλα έχω διαβάσει). Για εκείνη τη στιγμή θέλαν' ένα σκοπό μοιρολόι. Ρώτησαν και τους είπαν να έρθουν στη Νέα Υόρκη, στο κέντρο Αλή Μπαμπάς, όπου παίζει κάποιος, που είναι σε θέση να εξυπηρετήσει και ονομάζεται Τάσος Χαλκιάς.

Όταν μου είπε η μπόσενα ότι "Κύριε Χαλκιά, σήμερα φιλοξενούμε στο μαγαζί τον Μπέννυ Γκούτμαν", είναι αλήθεια πως γνωρίζοντας ποιος είναι, δεν μπορούσα να παίξω αυτό που θέλανε. Βέβαια, κατόπιν συνεννόησης, με την μπόσενα, διότι εκείνη έκανε το διερμηνέα –εγώ δεν ήξερα να μιλήσω– ο Γκούτμαν της είπε:
– Θέλω να παίξει ένα μοιρολόι. Τι είναι αυτό το πράγμα;
– Να παίξω, είπα, αλλά επειδή ήξερα για τον άνθρωπο αυτόν, επήγα πρώτα στο μπαρ κι έσφιξα δυο-τρία ουίσκι και κατόπιν ανέβηκα επάνω. Μόλις τελείωσα ήρθε στο πάλκο και με ρώτησε αν διαβάζω νότες.
– Δε διαβάζω κύριε.
– Και περνάς τόσα πράματα; Εγώ να ήμουνα, χωρίς να διάβαζα δε θα τα κατάφερνα ποτέ.

Είναι! Σαν βυζαντινή μουσική. Έπαιξα ωραία. Του φάνηκε παράξενος ο ήχος του μοιρολογιού. Ο τρόπος. Οι τραβηχτές φωνές σε μόρια. Πολύ τραβηχτές. Κι αυτό ίσως δεν το είχαν στη μουσική που έπαιζε ο Γκούτμαν. Στην Τζαζ. Βγάζουν καθαρές φωνές στην Τζαζ. Δεν έχουν κλεισάντα. Δεν έχουν μόρια μέσα στις φωνές τους και τους εντυπωσίασα φαίνεται. Τους άρεσε πολύ. Τρελάθηκε ο Γκούτμαν. Ανέβηκε στο πάλκο και κοντά στις ερωτήσεις με φίλησε κι ύστερα όταν καθίσαμε στην παρέα του μου έδωσε μια μπουκαδούρα (σ.σ. επιστόμιο) δώρο που έγραφε πάνω το όνομά του. Μου έδωσε επίσης και καλάμια (σ.σ. τα γλωσσίδια που τοποθετούνται πάνω στο επιστόμιο και αφού σφιχτούν πάλλονται κατά το φύσημα). Δεν ξέρω πώς, αλλά έβγαζε και δικά του καλάμια. Έπαιξα τελικά με την ορχήστρα του, μ' αυτόν τον μεγάλο κλαρινίστα της Αμερικής μετά από το παίξιμο που έκανα στο μαγαζί, όπου κάθισα έξι μήνες. Έκαναν καλά λεφτά τα αφεντικά. Ήτανε ωραίοι άνθρωποι, αλλά και το μαγαζί τους πολύ σωστό για την εποχή».

 

 

 

Δυστυχώς οι ηχογραφήσεις του Τάσου Χαλκιά στην Αμερική, στην εταιρεία Alector βασικά, δεν είναι κάπου συγκεντρωμένες. Μισόν αιώνα μετά παραμένουν σκόρπιες σε διάφορα LP ("Concerto for Bouzoukee Volume II", "Greek Town, USA", "Greek Town, USA Volume II", "Bouzoukee Boulevard, Vol.1"...) περιμένοντας μια «συνολική» έκδοση (ή και περισσότερες, γιατί το υλικό είναι πολύ), προκειμένου να διασαφηνιστούν, όπως πρέπει εκείνα τα εκπληκτικά παιξίματα.

 

Να μια ισχυρή δόση...

 

Τάσος Χαλκιάς - Βορειοηπειρώτικο Μοιρολόι

 

 

ALECTOR 1961 στην Αμερική, ΟΓΛΑΝ ΟΓΛΑΝ
Κλαρίνο σολο: Τάσος Χαλκιάς

Κάποτε τελείωσα το Πολυτεχνείο. Δημοσιεύω κείμενα (για τη μουσική κυρίως) από τα τέλη του ’80. Το 1996 έγραψα ένα βιβλίο για το Ελληνικό Ροκ. Για 17 χρόνια (1996-2013) ήμουν αρχισυντάκτης στο περιοδικό Jazz & Τζαζ. Από το 2009 τρέχω το on line Δισκορυχείον και από το 2014 γράφω για το LiFO.gr…
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

O Πετρολούκας Χαλκιάς κάποτε είδε άλογο να σηκώνεται όρθιο, ακούγοντας το κλαρίνο του
Κλαριντζής. Γεννήθηκε στο Δελβινάκι Ιωαννίνων. Δεν έχει τελειώσει το σχολείο, αλλά ξέρει ότι το κλαρίνο είναι ο απόγονος του αρχαίου αυλού, που έχει μέσα του όλα τα συναισθήματα του ανθρώπου

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Alex Kostel κάνει βίντεο τις ραπ επιτυχίες
Ο Θεσσαλονικιός νεαρός σκηνοθέτης έχει φτιάξει μερικά από τα πιο ξεχωριστά βίντεο στο ελληνικό YouTube.
Μία εκπομπή με τον Saske να σχολιάζει ολόκληρο το άλμπουμ του Saskepticism Volume 1
Ο νεαρός ράπερ μιλάει για όλα στο M.Hulot’s Greek Rap Show.
O Κίμων Φραγκάκης και ο Pepper 96.6 επιλέγουν το soundtrack του Σαββατοκύριακου
7 τραγούδια με φθινοπωρινό spleen γι' αυτό τον Νοέμβρη.
Ο Γιάννης Νιάρρος σε ένα πρωτότυπο, χιουμοριστικό, μουσικό stand-up comedy show
Ο πολυτάλαντος και βραβευμένος ηθοποιός υποδύεται έναν εκκεντρικό, ψωνισμένο, ευαίσθητο και ξεκαρδιστικό μουσικό, κάθε Δευτέρα στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο
Φίλιππος Τσαλαχούρης: «Γράφω τη μουσική που θέλω να ακούω»
Ο πολυγραφότατος συνθέτης, που πρόσφατα ανέλαβε τη διεύθυνση των Μουσικών Σχολείων του Ωδείου Αθηνών, παρουσιάζει στο Μέγαρο Μουσικής το νέο του έργο «Ο Θάνατος του Λόρδου Βύρωνα»
Snik: «Δεν έχω πει σε κανέναν ούτε "πάρε ναρκωτικά" ούτε "πάρε ένα όπλο στο χέρι"»
Ο πρωτοπόρος της νέας ελληνικής ραπ σκηνής μιλά για την τεράστια επιτυχία που απολαμβάνει, εξηγεί πώς κατάφερε να φτάσει ως εδώ και δίνει τον δικό του ορισμό στην ευτυχία.
10+1 σημαντικοί ελληνικοί ροκ δίσκοι από την ανεξάρτητη B-Other Side Records
Μίμης Πλέσσας, Νικόλας Άσιμος, Stress, Παρθενογένεσις, αγόριαstonilio, Nurse of War και άλλες κυκλοφορίες της αθηναϊκής εταιρείας που καταγράφει το παρελθόν και το παρόν του ελληνικού ροκ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο,
40 χρόνια London Calling: Οι φωτογραφίες που έκαναν τους Clash αιώνια είδωλα
Μια μεγάλη έκθεση στο Λονδίνο για τα 40χρονα του ιστορικού άλμπουμ παρουσιάζει τις φωτογραφίες που τους είχε τραβήξει στη θρυλική αμερικανική περιοδεία του 1979 η σπουδαία ροκ φωτογράφος Pennie Smith, ανάμεσά τους και εκείνη που κοσμεί το πιο εμβληματικό ίσως ροκ εξώφυλλο όλων των εποχών.
100 gecs: Ένα συγκρότημα με πραγματικά νέο ήχο, που δεν ξέρεις αν πρέπει να το πάρεις στα σοβαρά
Πειραματικό σκα ραπ ή η νέα queer ποπ;
Ο Τζoν Λένον και η Γιόκο Όνο στην Αθήνα, τέτοιες μέρες πριν από 50 χρόνια
Με κρουαζιέρα στον Αργοσαρωνικό, βόλτα στο κέντρο της πόλης, εμφάνιση στην τηλεόραση, μα και «συνομιλίες» με πνεύματα
Γιατί όλοι ακούνε ραπ σήμερα;
Ο διάσημος Έλληνας ράπερ FY, ο αναπληρωτής καθηγητής του ΑΠΘ, Βασίλης Βαμβακάς, και ο 17χρονος Σωτήρης Τζoβάρας προσεγγίζουν την απόλυτη κυριαρχία του μουσικού φαινομένου στην Ελλάδα.
Η Ματούλα Κουστένη και ο Pepper 96.6 επιλέγουν τραγούδια για την Πτώση του Τείχους
7 τραγούδια που αξίζει να ακούσετε
Η μυστική ιστορία της ηρωικής πανκ σκηνής του Ανατολικού Βερολίνου που έστρωσε τον δρόμο για την πτώση του Τείχους
Παρά τις διώξεις, τις φυλακίσεις - εξέτιαν πολύ μεγαλύτερες ποινές από οποιαδήποτε άλλη ομάδα αντιφρονούντων στα ‘70s και στα ‘80s - και την βίαιη καταστολή, οι πανκς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας δεν το έβαλαν ποτέ κάτω ως το τέλος.
«Όταν έπεφτε το Τείχος ήμασταν απασχολημένοι δύο βήματα πιο πέρα και δεν καταλάβαμε τίποτα»
Στις 9 Νοεμβρίου του 1989, η μπάντα βρισκόταν «εγκλωβισμένη» για μια τελευταία φορά στα έγκατα του θρυλικού στούντιο Hansa, ενώ απ’ έξω συνέβαινε μια κοσμογονία
Sillyboy's Ghost Relatives: Ωμό, soft rock μέχρι το κόκαλο
Ο Sillyboy, μαζί με την καινούργια του μπάντα, συνεχίζει να γράφει λαμπερά, ατμοσφαιρικά κομμάτια που πλέον κυκλοφορούν και από την εκλεκτική «Claremont 56» του Paul Murphy.
2 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Νεαντερταλ Νεαντερταλ 15.5.2017 | 18:23
Ποτε ο Χεντριξ, ποτε ο Γκουντμαν, ποτε ο Einstein και το συμπλεγμα μας παει συννεφο.
ημίθεος ημίθεος 15.5.2017 | 21:36
και αφίσα με τον Udi Hrant - απλώς υπέροχο!
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή