Το 1973 το χωριό μου ήταν ένας μικρός μυστικός τόπος καλοκαιρινής ανάπαυλας για μερικούς μετέπειτα γνωστούς καλλιτέχνες. Λειτουργούσε τότε η Σχολή Καλών Τεχνών και ίσως η παρουσία τόσων εικαστικών προσέλκυε κι άλλους καλλιτέχνες όχι μόνο από την Ελλάδα.

 

Η αλήθεια είναι ότι στον Μόλυβο του ’73 υπήρχαν ελάχιστοι που μπορεί να τους γνώριζαν και οι περισσότεροι από τους ντόπιους τους κοιτούσαν με γνήσια περιέργεια κι ένα μικρό, κρυφό δέος. Κατά καιρούς έχω ακούσει διάφορα ονόματα, πριν χρόνια έμαθα για τον Νόρμαν Μέιλερ και τη σύντομη γνωριμία του με τη μαμά μιας φίλης.

 

Εγώ προσωπικά με τη θολή μνήμη του πεντάχρονου τότε κοριτσιού θυμάμαι τον Γουίλιαμ Νταφόε και τον Λέοναρντ Κοέν. Τον Λιουνάρντου όπως τον αποκαλούσε με την ντοπιολαλιά της η οικογένειά μου. 

 

Είχα τη «τύχη» να μεγαλώσω στο καφενείο του παππού μου του Κομνηνού που βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς του χωριού. Ένα απ’ αυτά τα κλασικά παλιά καφενεία που σήμερα χαζεύουμε στα coffee table books του σαλονιού μας και που συνοψίζουν σε σελίδες ένα κομμάτι παλιάς Ελλάδας. Δερμάτινοι καναπέδες, μαρμάρινα τραπέζια και κλασικές ψάθινες καρέκλες, μπαλκόνι με αποσβολωτική θέα στο Αιγαίο και απ’ τη μεριά της αγοράς, δίπλα στον Αριστείδη και κάτω από το σαλκίμι, δύο χαμηλά τραπεζάκια για τάβλι. Στα τραπεζάκια αυτά έπαιζε το τάβλι του ο Λιουνάρντους. 

 

Μια συνηθισμένη μέρα στο καφενείο του Κομνηνού
Μια συνηθισμένη μέρα στο καφενείο του Κομνηνού

 

Το μεσημέρι έπαιζε τάβλι και διάβαζε και το βράδυ με τη παρέα του έπιναν κονιάκ ή ούζο, έπαιζαν μουσική ή τραγουδούσαν και χόρευαν από τη μουσική του τζουκ μπόξ. Αμυδρά θυμάμαι και τη κοπέλα του μια ψηλή, αεράτη Γερμανίδα με την οποία όπως έλεγαν στο καφενείο ήταν πολύ ερωτευμένος και είχαν συχνά- πυκνά τα καυγαδάκια τους.

 

Τον θυμάμαι αμυδρά. Μια ευγενική παρουσία, όχι πολύ όμορφος όπως έλεγαν κάποιες γυναίκες που τον σχολίαζαν, που εμένα προσωπικά με εντυπωσίαζε με την αβρότητά του. Ήταν τακτικός θαμώνας του καφενείου. Το μεσημέρι έπαιζε τάβλι και διάβαζε και το βράδυ με τη παρέα του έπιναν κονιάκ ή ούζο, έπαιζαν μουσική ή τραγουδούσαν και χόρευαν από τη μουσική του τζουκ μπόξ.

 

Αμυδρά θυμάμαι και την κοπέλα του, μια ψηλή, αεράτη Γερμανίδα με την οποία όπως έλεγαν στο καφενείο ήταν πολύ ερωτευμένος και είχαν συχνά-πυκνά τα καυγαδάκια τους. 

 

Ένα μόνο περιστατικό -ταυτόχρονα αστείο και άβολο- θυμάμαι. Ήταν βράδυ και μια μεγάλη παρέα από ντόπιους, ξένους και μερικούς φαντάρους από το φυλάκιο ήταν μαζεμένη και ο Λιουνάρντους έπαιζε τη κιθάρα του και τραγουδούσε. Κάποια στιγμή ο παππούς μου ολοφάνερα δυσαρεστημένος από τη μουσική που έπαιζε ο Κοέν του αρπάζει απ’ τα χέρια τη κιθάρα και του λέει: «Άσι Λιουνάρντου ισί δεν ξερς να παιζς κιθάρα, δώστη στου Νίκου που ξερ». Και αυτό ακριβώς έγινε

 

Λίγα χρόνια αργότερα μια οικογενειακή φίλη Αυστραλέζα που δούλευε στη δισκογραφική εταιρεία CBS του Λονδίνου μας έστειλε μία κούτα γεμάτη δίσκους-διαμάντια. Μεταξύ αυτών ήταν και το συμβολικό Death of a Ladies’ Man με τον Κοέν να φιγουράρει στο εξώφυλλό του ανάμεσα σε δύο κυρίες.

 

Ο παππούς μου κοιτάζει το δίσκο και σαστισμένος μας λέει: «Καλέ η Λιουνάρντους…». Γιατί μάλλον για τον παππού μου ο ήδη τότε διάσημος Κοέν ήταν απλώς ο Λιουνάρντους που δεν ήξερε να παίζει κιθάρα και τραγουδούσε παράξενα και μελαγχολικά τραγούδια.  

 

Ο Λιουνάρντους δεν ξαναήρθε στον Μόλυβο μετά από εκείνο το καλοκαίρι. Και σιγά σιγά με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις του ’74 και την απόβαση στην Κύπρο αυτός ο μικρός μαγικός κόσμος του Μολύβου διαλύθηκε. 

 

Στο καφενείο του Κομνηνού
Στο καφενείο του Κομνηνού