Στο σπίτι του, στην Ιπποκράτους, είχε πάντα μια στημένη σκακιέρα. Στο βλέμμα του πάντα έπαιζαν σκάκι η αγωνία της φθοράς και η υπέρβασή της μέσα από την τέχνη, μέσα από την ποίηση και τη μουσική και τη ζωγραφική. (Φωτ.: Giannis Tomtsis / LIFO.gr)
Στο σπίτι του, στην Ιπποκράτους, είχε πάντα μια στημένη σκακιέρα. Στο βλέμμα του πάντα έπαιζαν σκάκι η αγωνία της φθοράς και η υπέρβασή της μέσα από την τέχνη, μέσα από την ποίηση και τη μουσική και τη ζωγραφική. (Φωτ.: Giannis Tomtsis / LIFO.gr)

 

Ο Θάνος Ανεστόπουλος, με την υπέροχη παρέα του, τα Διάφανα Κρίνα, πρωτοστάστησε στην ανανέωση του ελληνικού ροκ, και στην σωτηρία της ψυχής και της τιμής αυτού του μουσικού ρεύματος που ξέρει να μιλάει στην καρδιά και στο κορμί των αγέραστων και αγέρωχων ρομαντικών. Ακριβώς, ο ρομαντισμός ήταν ο σκληρός πυρήνας του Θάνου και της μπάντας του, και μάλιστα στην εποχή, την τόσο αντιρομαντική, της καθέλκυσης του ταχύπλοου νεοκυνισμού.

 

Ο Ανεστόπουλος επέμενε, με ωραίο πείσμα, στην περιπέτεια της ποίησης και στην ποίηση της περιπέτειας. Μονίμως είχε για συντροφιά του την Ανθολογία του Αποστολίδη, σκάλιζε σ᾽ αυτό το ορυχείο της γλώσσας, ανακάλυπτε λησμονημένα διαμάντια, μας τα δώριζε ντύνοντας τα με μουσική. Θυμόμαστε όλοι και πάλι, χάρη στον Θάνο, τον Κλέανδρο Καρθαίο, ηρωικό μεταφραστή του Δον Κιχώτη και το σαιξπηρικό του αριστούργημα (Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα/ Καπνοί ᾽ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα/ καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε/ Βάλτε να πιούμε). Θυμόμαστε όλοι και πάλι, χάρη στον Θάνο, τον Κώστα Ουράνη και τον όλο πίκρα, αλλά και χιούμορ, πρόλογο στον χαμό του (Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι/ σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι/ και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι᾽ άλλην,/ θα μου γράψει ένα γράμμα, και νεκρό θα με βρίσει). Θυμόμαστε όλοι και πάλι, χάρη στον Θάνο, τον Ιωάννη Πολέμη και την απάντηση του κάπελα στο παράπονο του πότη που δεν μεθάει (Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα, που απελπισμένος χύνεις,/ πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές, και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;/ Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαίς;).

 

Τον είδε ο Κωνσταντίνος Τζούμας και με τον μοναδικό, πάντα αναπάντεχο τρόπο του, του είπε χαμογελώντας, "Μήπως είστε ο Τόμας Πύντσον;". Ο Θάνος άπλωσε το ηδύ μειδίαμά του και απάντησε, "Όχι τόσο συχνά όσο θα ήθελα".

 

Αλλά ο Θάνος φρόντιζε να ντύνει με τη μουσική του και νέους ποιητές, τον Διονύση Καψάλη και τον Λίνο Ιωαννίδη, τον Ηλία Λάγιο και τον Νίκο Φατούρο, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, κι εμένα που σας τα ιστορώ.

 

Στο σπίτι του, στην Ιπποκράτους, είχε πάντα μια στημένη σκακιέρα. Στο βλέμμα του πάντα έπαιζαν σκάκι η αγωνία της φθοράς και η υπέρβασή της μέσα από την τέχνη, μέσα από την ποίηση και τη μουσική και τη ζωγραφική. Επέμενε να αναζητάει στην τέχνη ό,τι ήταν πιο γνήσιο, ό,τι ήταν πιο αυθεντικό, ό,τι ήταν πιο ανοξείδωτο. Τις ωραίες μέρες της γιορτής, μου ῾῾παράγγειλε᾽᾽ να του γράψω ένα ποίημα γι᾽ αυτή την επιμονή στο γνήσιο, για την αντιμαχία με το κάλπικο.

 

Του το έγραψα: Κι αυτά που δεν μπορείς να κάνεις/ Κι αυτά που δε στέργεις να τα πεις/ Και όλα τα πολλά που χάνεις/ Στο στοίχημα της κρίσιμης καμπής// Κι εκείνα που στην ώρα τους δεν πήρες/ Και όσα σου γαμήσανε οι Μοίρες/ Και τ' άλλα που σ' τα πνίξανε σε μπίρες/ Και όλες σου οι κάλπικες οι λίρες// Κι εκείνα που 'ριξες στου Χρόνου το Πηγάδι/ Και τόσα που άρπαξε η Μέρα από το Βράδυ/ Το χαστούκι που δεν γύρισε σε χάδι/ Το παλάτι που σ' το κάνανε ρημάδι// Θα 'ρθει και έρχεται και φτάνει η στιγμή/ Που σμίγεις μ' όσα ήσουν και θα είσαι/ Μ' εκείνα που έκρυβες στου ψεύδους τη στολή/ Μ' αυτά που τώρα αλήθεια ζεις και πια δεν τα μιμείσαι.

 

(Φωτ.: Giannis Tomtsis / LIFO.gr)
(Φωτ.: Giannis Tomtsis / LIFO.gr)
 

Συναντιόμασταν τακτικά, από το 2002 έως το 2010, και αφηνόμασταν σε πολύωρες συζητήσεις για την ποίηση, τη μελαγχολία, την αγάπη (έμμονη εμμονή του Θάνου, η αγάπη), για τη δημουργικότητα, για τη ζωγραφική, για τη χαριστικότητα. Τα στέκια μας ήταν, με χρονολογική σειρά, το Closer στη Σίνα, το Pop Eleven στην Πινδάρου, ο Καπετάν Μιχάλης στη Φειδίου, ο Μύλος στη Ναυαρίνου, το Booz στην Κολοκοτρώνη, το Κούσκο στην Κωλέττη, το νέο Closer στην Ιπποκράτους. Μου σύστησε τον Λίνο Ιωαννίδη, του σύστησα τον Νίκο Φατούρο. Ανταλλάσσαμε συμβολικά δώρα πολύ συχνά — δίσκους, αναπτήρες, στυλογράφους, χειρόγραφα, ζωγραφιές. Πήγαμε να κάνουμε παρέα εκπομπή στον ῾῾Εν Λευκώ᾽᾽,  τον είδε ο Κωνσταντίνος Τζούμας και με τον μοναδικό, πάντα αναπάντεχο τρόπο του, του είπε χαμογελώντας, ῾῾Μήπως είστε ο Τόμας Πύντσον;᾽᾽. Ο Θάνος άπλωσε το ηδύ μειδίαμά του και απάντησε, ῾῾Όχι τόσο συχνά όσο θα ήθελα᾽᾽.

 

Ισχύει για τον Θάνο το ῾῾θανάτῳ θάνατον πατήσας᾽᾽, καθώς και η απόφανση για τον άλλο γενναιόψυχο δότη ελπίδας, τον Λένυ Μπρους: ῾῾Πέθανε από υπερβολική δόση ζωής᾽᾽.