Γιάννης Παπαϊωάννου: «Βλέπω τώρα τη Μαρινέλλα που τραγουδάει και κουνιέται και μου γυρίζουνε τ' άντερα, θέλω να ξεράσω»

Aλησμόνητες σελίδες από ένα λησμονημένο βιβλίο

ΤΖΙΤΖΙΦΙΕΣ, 1922: Η πρώτη παράγκα που έστησε στις Τζιτζιφιές η μάνα του μεγάλου ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊωάννου, μόλις ήρθε από τη Σμύρνη. «Πέντε παραγκες ήταν όλες κι όλες...»
ΤΖΙΤΖΙΦΙΕΣ, 1922: Η πρώτη παράγκα που έστησε στις Τζιτζιφιές η μάνα του μεγάλου ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊωάννου, μόλις ήρθε από τη Σμύρνη. «Πέντε παραγκες ήταν όλες κι όλες...»

 

 

ΔΙΑΒΑΣΑ πρόσφατα ένα παμπάλαιο βιβλίο. Την αυτοβιογραφία του Γιάννη Παπαϊωάννου «Ντόμπρα και σταράτα», σε επιμέλεια Χατζηδουλή. Δεν έχει το λαμπρό ύφος της αυτοβιογραφίας του Βαμβακάρη, είναι όμως κι αυτό τόσο πλούσιο σε αισθήματα και εμπειρίες και λέξεις που σε χτυπάνε σαν κομήτες ξαφνικά― μονόλιθοι ακατέργαστοι μιας γλώσσας που ήξερα μικρός αλλά δεν μιλιέται πια, πράγμα φυσικό, αφού έχουν εκλείψει σχεδόν όλα και τα σέα και τα μέα της περιβάλλουσας μαγκιάς εκείνης.

 

Δεν εχω νοσταλγία για εκείνη την εποχή. Διότι η μαγκιά πάει πακέτο με πράγματα, κοινωνίες και ήθη που καλώς ξεπεράστηκαν. Όμως θαυμάζω, εργαλειακά αν μπορώ να πω, την τολμηρή, λαγαρή και γάργαρη εκφορά της γλώσσας της.

 

Κι επίσης, νιώθω μια τρυφερότητα για την τρομακτική αφέλεια εκείνων των ανθρώπων. Περιγράφει ας πούμε ο έξοχος ρεμπέτης, δυό περιστατικά με τη μάνα του, Μικρασιάτισσα, που ήρθε στον Πειραιά το '22, που δείχνουν ότι σε 100 χρόνια, η Ελλάδα και η ανθρωπότητα έχουν αλλάξει τόσο γρήγορα, όσο ποτέ άλλοτε στην Ιστορία.

 

Τα παραθέτω:

 

ΣΟΥΡΩΜΕΝΟΣ ΘΑ'ΡΘΩ ΠΑΛΙ: Τσιτσάνης (με βλέμα ερωτικό), Παπαϊωάννου, Ζωή Νάχη, Χρηστάκης κ.α. (1956)
ΣΟΥΡΩΜΕΝΟΣ ΘΑ'ΡΘΩ ΠΑΛΙ: Τσιτσάνης (με βλέμα ερωτικό), Παπαϊωάννου, Ζωή Νάχη, Χρηστάκης κ.α. (1956)

 

Ο φωνόγραφος του 'παιρνε τη φωνή

 

'Οταν πήγα να πάρω τα πρώτα ποσοστά απ' το πρώτο μου τραγούδι, τρελλάθηκα, γιατί ήταν πολλά, πάρα πολλά, ρεκόρ για την εποχή εκείνη. Τα πήρα, πήγα στη μάνα μου όλο χαρά και της φώναξα: «ρε μάνα, σου 'φερα λεφτά, έξω φτώχεια». Έκείνη δεν τα 'παιρνε, έκλαιγε, δεν ήθελε τα λεφτά. Γιατί μιά γυναίκα που καθότανε στο σπίτι μου δίπλα, η κυρά Αντωνία, ζει ακόμη, τρέλλανε τη μάνα μου. Της είπε ότι τό μηχάνημα που τραγουδάει ο γιος σου, τού παίρνει τη φωνή και σε λίγο καιρό θα γίνει μουγκός! Παλιά Μικρασιάτικα κουτά μυαλά. Γι' αυτό η μάνα μου έκλαιγε και δεν έπαιρνε τα λεφτά.

 

 

Η φωτογραφική μηχανή του έκοψε τα χέρια 

 

Το 1940 ήρθε ο πόλεμος και ξαναπήγα φαντάρος, στην Αλβανία. Δεύτερη φορά φαντάρος. Είχα λοχαγό το Ζωΐτάκη, αυτόνε που 'ναι τώρα αντιβασιλιάς, κι ήτανε κλάνας. 'Αστα. Μετά από την Αλβανία ήθελα να φύγω για τη Μέση Ανατολή, αλλά είχα στείλει μιά φωτογραφία στη μάνα μου από την Κορυτσά και είχα τα χέρια πίσω. Επειδή, λοιπόν, στη φωτογραφία είχα τα χέρια πίσω, είχανε βγάλει βρώμα ότι μου κοπήκανε τα χέρια! Τρελλά πράματα! Το είχανε πει στη μάνα μου και η κυρά Χρύσα κόντευε να τρελλαθεί. Και μ' αυτή την αγωνία που είχε η μάνα μου δεν το αποφάσισα. Εγώ ήθελα πολύ να πάω στη Μέση Ανατολή. Αλλά είπαμε.

 

 

 

Βέβαια, στο βιβλίο μαίνεται το name dropping. Δεν χαρίζεται ο Μπάρμπα Γιάννης, που ήξερε εκ των ένδον πρόσωπα και πράγματα. Εντύπωση όμως κάνει η καθαρόαιμη αηδία που εκφράζει για την Μαρινέλλα - σήμερα δεν θα τολμούσε κανείς να εκφραστεί έτσι (και ίσως καλά θα έκανε):

 

Βλέπω τώρα τη Μαρινέλλα που τραγουδάει και κουνιέται και μου γυρίζουνε τ' άντερα, θέλω να ξεράσω

 

Εδώ θέλουνε οι εταιρίες να μας κάνουνε να πιστέψουμε ότι η Μαρινέλλα είναι τραγουδίστρια. Αλλά να προσκυνάει έναν άγιο Καζαντζίδη που την πήρε και την έμαθε να τραγουδάει και την έκανε νοικοκυρά και βεντέτα. Αλλιώς θάτανε στο χωριό της ακόμα και θα έφευγε από τη μια σκάφη να πάει στη άλλη. Και δεν ξηγήθηκε και ωραία στον Στέλιο, τα ξέρω εγώ αυτά καλά. Πιό μεγάλη άχαριστία δεν έχω δει από γυναίκα σε άντρα. Ξέρω τι λέω, αλλά δεν άνοίγω πιό πολύ το στόμα μου για να μη βρωμίσει ο κόσμος! Κι έκανε κιόλας ότι τονέ ζήλευε και τέτοια. Του κώλου τα ενιάμερα της Κίτσας τα σαράντα.Γράφτο αυτό. Τηνέ βλέπω τώρα που τραγουδάει και κουνιέται και μου γυρίζουνε τ' άντερα, θέλω να ξεράσω. Και να σκεφτείς ότι την είχε τόσα χρόνια μαζί του στο πάλκο ο Στέλιος. Δεν άρπαξε τίποτα αυτή η γυναίκα; Και θέλουν τώρα να μας πούνε ντε και καλά πως είναι φίρμα πρώτου μεγέθους. Γιατί πίσω από όλα αυτά βρίσκονται μερικοί που έτσι θέλουνε να είναι τα πράματα. Με το ζόρι δηλαδή, μεγάλη η Μαρινέλλα, για να καρφώνουμε το Καζαντζίδη και να του κάνουμε πλάκα. Για να λέμε ότι ο Στέλιος ήτανε η αιτία που δεν έγινε τόσα χρόνια αυτή φίρμα. Είναι καλή τραγουδίστρια, αλλά όχι μεγάλη, είναι όπως όλες. Τα εκατομμύρια θέλουνε να μας κάνουνε να πιστέψουμε ότι κάτι είναι κι αυτή, η Μαρινέλλα. Δηλαδή τα σκατά του μοιανού και του αλλουνού. Αυτά γίνονται στο τραγούδι.

Μεγάλες τραγουδίστριες ήτανε η Μπέλλου, η Χασκίλ, η Νίνου, η Ντάλλια, η Σακελλαρίου, πιό μεγάλη η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου. Πιό μεγάλη απ' όλες η Γκρέυ , αλλά χωρίς μυαλό. Μόνο αυτή με νταλκαδιάζει όταν την ακούω. Μεγάλη τραγουδίστρια, λέμε, κολοσσός! Αυτή μπορούσε να ήτανε η πρώτη, άλλα είπαμε. Πού Γκρέυ και πού Μαρινέλλα. Η νύχτα με τη μέρα. Οσο απέχει ο Καζαντζίδης από το Βοσκόπουλο και τους άλλους. Γράφτα αυτά.

______________

Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα, εκδ. Κάκτος, σελ. 320