H άτιμη η σκάλα του Καβάφη και τα μοναχικά παιδιά του παρταόλα

Για μια αιφνίδια, ανώνυμη συνεύρεση, ένα φάσωμα στα όρθια, μια εκτόνωση ηλεκτρική (ή ψηφιακή)...

 

Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

Στες σκάλες


Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,

από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή

είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.

Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ

πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,

και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα

όπου την ηδονή δεν θά 'βρες, καθώς δεν την βρήκα.


Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ' τον δώσω·

τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το 'παν

τα κουρασμένα και ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.

Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·

το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.
Aλλά κρυφθήκαμε κ' οι δυο μας ταραγμένοι.

 

(Από τα «Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923», Ίκαρος 1993)

 



Αυτό το Κρυμμένο Ποίημα του Καβάφη τα λέει όλα για το ανώνυμο σεξ και τα dating apps. Δεν έχει τη μονοσήμαντη, σχεδόν στρατευμένη ορμή που έχει το «Σύνταγμα της Ηδονής», ούτε τον αποφασισμένο τόνο που έχουν ορισμένα ποιήματα της ωριμότητάς του που δοξάζουν την «έκνομη» ηδονή.

Σε όλα αυτά τα ποιήματα υφέρπει πάντα ένας καταλαγιασμένος θυμός, διότι ο Καβάφης ποτέ δεν συγχώρησε την κοινωνία για το ηθικολογικό στρίμωγμα που δέχτηκε.

 

Όμως αυτό το ποίημα δεν είναι θυμός ούτε αναπόληση ούτε μελαγχολία ακριβώς. Εκφράζει μια γνώση σχεδόν σωματική –και την παραδοχή ότι στα άτιμα σπίτια μέσα δεν βρίσκεις εύκολα την ηδονή που θα 'βρισκες στα χείλη κάποιου συγκεκριμένου άλλου– πόσω μάλλον τον έρωτα.

Ο ποιητής που εξύψωσε την ηδονή (ακόμα και την αγορασμένη) σε κάτι ποιητικό (στον έκδοτο βίο της νεότητάς του «σχεδιάζονταν της τέχνης του η περιοχή») παραδέχεται πλαγίως ότι το κυνήγι της είναι κάτι λίγο, λειψό, και μάλλον αγωνιώδες.

 

Αλλά έτσι είναι τα πράγματα. Γύρω από την ορμή του σεξ, αφότου ο άνθρωπος άρχισε να συναλλάσσεται, γεννήθηκε το εμπόριό του.

Και στο εμπόριο αυτό αναζήτησαν ηδονή, λήθη ή απλή συντροφιά όχι μόνο οι μονομανείς κι οι εθισμένοι αλλά κι οι ποιητές, οι φιλόσοφοι, οι ζωγράφοι, οι οικογενειάρχες.

 

Γιατί όλοι, κάπου, κάποτε θέλουν ένα σώμα και δεν μπορούν να το έχουν.

 

Αυτή η στρατιά, οι μοναχικοί, από επιλογή ή από ανάγκη, ανέκαθεν αναζητούνε κάθε βράδυ στη μεγάλη πόλη μιαν άλλη μοναξιά, εξημμένη κι άπληστη. Για μια αιφνίδια, ανώνυμη συνεύρεση, ένα φάσωμα στα όρθια, μια εκτόνωση ηλεκτρική (ή ψηφιακή).

 

Είναι καταδικασμένοι να μένουν αξεδίψαστοι. Αλλά αυτό δεν τους αποκλείει, από το να γίνουν πρόσωπα ποιητικά ― αντιθέτως!

  

Τα ζευγάρια ας βάλουν το μαχαίρι στο θηκάρι...