Αριστοκρατικά φτωχοί, Ελευθεροτυπία, 1991

Ελάχιστοι κατέχουν το μυστικό να χρησιμοποιούν το χρήμα επ' αγαθώ, να το σκορπίζουν απαλά, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη αλλά ούτε και περιφρόνηση, να το σκορπίζουν όπου θέλουνε αυτοί κι όχι η μόδα

 

Daniel Baud Bovy, Fred Boissonas, Oλυμπία, 1913
Daniel Baud Bovy, Fred Boissonas, Oλυμπία, 1913

 

 

Ένας φίλος χάλασε όλο το χαρτζιλίκι του τις προάλλες στο νησί. Αγόρασε 5-6 φιάλες Ντομ Περινιόν, τις έριξε με σκοινί στο πηγάδι να παγώνουν, πήρε και πρώτης τάξεως χαβιάρι και κάλεσε τους «Φίλους του θρησκευτικού πένθους» (δηλαδή εμάς) να «νηστέψουμε όλη νύχτα».

 

Τώρα δεν έχει φράγκο, αλλά δεν τον νοιάζει καθόλου. Οι αφραγκιές δεν μπορούν να πτοήσουν έναν γεννημένο πλούσιο -οι αρτίστες τον χρήματος, θα το ξέρετε, παραμένουν αστέρια και με τα πολλά και με τα λίγα!

 

Δεν κρύβω το θαυμασμό μου γι’ αυτούς. Μ’ αρέσει η σχετική αποδέσμευσή τους από το χρήμα: ούτε οι αψιλιές τούς μειώ­νουν, ούτε τα πλούτη τούς παίρνουν τα μυαλά. Συμπεριφέρονται το ίδιο —είτε έχουν χρήματα, είτε δεν έχουν— κι ένας έμφυτος μποεμισμός τους αξιώνει να το χρησιμοποιούν σαν καλλιτέχνες!

 

Πάρτε παράδειγμα τον Φράνσις Μπέικον. Η ξαφνική επι­τυχία τού απέδωσε ιλιγγιώδη ποσά, αλλά αυτός εξακολούθησε να ζει σ’ ένα γυμνό σπίτι, δίχως έπιπλα — και να κερνάει κάθε μεσημέρι τους φίλους του σαμπάνια. Όταν μια φορά κέρδισε στη ρουλέτα ένα μυθώδες ποσό, διοργάνωσε ένα εκλε­πτυσμένο όργιο (μετά δωρεών) που κράτησε μέχρι να εξανεμιστεί κι η τελευ­ταία λίρα.

 

Η Γιουρσενάρ (επίσης αριστοκρατική ως προς το χρήμα) αναφέρει την περίπτωση μιας φιλικής της, φτωχής οικογένειας που όταν οι δουλειές «έκλεισαν» στο Mount Desert Island, την επισκέφτηκαν και με ένα απλό σήκωμα του ώμου τη φίλησαν χαμογελαστοί, ξεσπιτώθηκαν και πήγανε στη Νέα Υόρκη. «Να δούμε και λίγο παραπέρα» της είπαν!

 

Έχω συναντήσει και στην Ελλάδα τέτοια αρχοντική προσαρμοστικότη­τα σε απλούς, φτωχούς ανθρώπους. Έχω γνωρίσει όμως και μερικούς αστούς, μεγαλωμένους σε περιβάλ­λον ανοιχτόμυαλο, οι οποίοι έχουν μάθει να χρησιμοποιούν το χρήμα με φυσική άνεση, σαν ένα απλό μέσο ηδονής — και επι­πλέον έχουν διδαχθεί εγκαίρως την τέχνη του ξεκοκαλίσματος.

 

Είναι και οι δυο κατηγορίες ανθρώπων αξιαγάπητες, ιδανι­κές για φιλίες, χαλαρές ως προς τη ζωή, αληθι­νά εύθυμες και γοητευτικές.

 

Δείτε όμως το παράδοξο. Ο κόσμος στην Ελλάδα δεν γοη­τεύεται ούτε από τους μεν ούτε από τους δε — αλλά από τη μεζ χαίτη της «δυναστείας» Βαρδινογιάννη!

 

Έχοντας ως μοναδικές εικόνες πλούτου τη «χλιδή» των κοσμικών και τα αλαζονικά πρότυπα της διαφήμισης — πι­στεύει ότι οι αληθινά πλούσιοι ζουν τη γελοιογραφία του Dyn­asty και (το χειρότερο) επιθυμεί το χρήμα όχι ως μέσο ηδονής αλλά ως δείκτη επιτυχίας και επιθετικού look.

 

Η (σχεδόν κτηνώδης) εικόνα της νεόπλουτης, που φέρει σα γαλέρα πάνω της όλα τα σημαιάκια των logo — ακολουθώντας έναν κοιλαρά με πούρο, χρυσό ρόλεξ και ύφος upgrated τσιφλικά που επιθεωρεί τις Νεκρές Ψυχές του (σαν να ’ταν ο Φθόνος αυτοπροσώπως) είναι ένα καρτούν που έρχεται κατευθείαν από τα απωθημένα του Κωστόπουλου για να γεμίσει άγχος την ανυπεράσπιστη φτωχούλα.

 

Έχει τόση σχέση με τον πλούτο όσο κι η ηδονή με την οδύνη — είναι ένα είδος πληθωριστικής καταξίωσης που προϋποθέτει την αυτοϋποτίμηση του ανθρώπου.

 

Χωρίς δεύτερη σκέψη προτιμώ τους «Φίλους του Θρησκευτικού Πένθους». Ενδιαφέρονται περισσότερο για τη χρηστική αξία των πραγμάτων — οι ούγιες γι’ αυτούς δεν είναι οικόσημα!

 

Το ενδιαφέρον με τις Dom Perignon είναι ότι τις πίνουν, σαν ένα ακριβό δώρο της στιγμής·— καμιά ταξική «επέν­δυση» δεν γίνεται. Το ίδιο ωραία νιώθουν (αλλά με άλλο τρόπο) όταν ανοίγουν το βαρέλι με το νέο κρασί και πίνουνε τα άστρα (κι έχει παράξενα άστρα φέτος στο νησί!)

 

Σκεφτήκαμε μάλιστα να συμπτύξουμε τη φιλοσοφία της παρέας σε λίγες φράσεις, για όσα νέα μέλη ενδιαφέρονται:

 

«Αν είναι να ’ρθουν τ’ άσπρα ρόδα στο τραπέζι του Κλάριτζες, αν είναι να ’ρθουν οι χρυσές αυγές της Βιρμανίας, το ασυλλόγιστο χρήμα, τα ιστιοφόρα, εκείνη η ποιητική σούπα που φτιάχνουνε στην Ταϊλάνδη με σάλιο πετροχελίδονων... καλώς να ’ρθουν.

 

Θα τα δεχτώ με επικούρεια γλυκύτητα, αλλά δεν πρό­κειται να πάρουν τα μυαλά μου αέρα.

 

Αν είναι να ’ρθουν, να ’ρθουν μόνα τους (από τύχη, ή επειδή τ’ αξίζω) — εγώ δεν πρόκειται να προσπαθήσω ούτε στο παραμικρό, γιατί έχω και πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω!

 

Λυπάμαι όσους χάνουν τον εαυτό τους για να αποκτήσουν πράγματα που, ούτως ή άλλως, θα παραμείνουνε γι’ αυτούς πάντα ξένα.

 

Λυπάμαι όσους χρησιμοποιούν τις απολαύσεις σαν δηλητήριο.

 

Αλλά δεν λυπά­μαι όσους τσακίζουνε περιουσίες εν ριπή οφθαλμού — γιατί αυτοί τουλάχιστον αξιώνονται μιας γλυκυτέρας ύβρεως.

 

Ελάχιστοι κατέχουν το μυστικό να χρησιμοποιούν το χρήμα επ’ αγαθώ, να το σκορπίζουν απαλά, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη αλλά ούτε και περιφρόνηση, να το σκορπίζουν όπου θέλουνε αυτοί κι όχι η μόδα, να το προσέχουν επειδή έχει άσχημη επήρρεια στους πολλούς κι η έλλειψή του έχει κάνει πολλούς δυστυχισμένους — και την κατάλληλη στιγμή να το σκοτώνουν με μια ανάλαφρη, καλλιτεχνική χειρονομία...»

 

Εννοείται, ποτέ δεν έχουν διατυπωθεί αυτά γραπτώς. Είναι η πρώτη φορά. Κανείς δεν νοιάζεται! — ούτε καν για υστερο­φημία. Όλοι έχουν βυθιστεί, εδώ, στη νάρκη του ποτού, και των φιλιών — κι εγώ είμαι ο τελευταίος που έμεινα στην επικρά­τεια του Λόγου για να σας περιγράψω το ναυάγιο.

 

Ελευθεροτυπία, 1991, Στήλη «Επιλογές». Ψηφιοποιείται πρώτη φορά.