«Είμαστε αντιμέτωποι με έναν νέο ιό, στον οποίο δεν έχουμε χτίσει ανοσία, για τον οποίο δεν υπάρχει ακόμα προφυλακτικό εμβόλιο και το μόνο φάρμακο που έχουμε στα χέρια μας είναι η κοινωνική αποστασιοποίηση». Με αυτήν τη φράση περιγράφει τη μάχη που δώσαμε και δίνουμε με τον κορωνοϊό ο καθηγητής Παθολογικής Φυσιολογίας Λοιμώξεων του ΕΚΠΑ Νίκος Σύψας, συνοψίζοντας σε λίγες γραμμές τα πολύπλοκα παγκόσμια δεδομένα για τον ιό SARS-CoV-2. Φυσικά, αυτή είναι μια κατάσταση δυναμική, που αλλάζει από μέρα σε μέρα, αλλά όχι με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, καθώς η ανάπτυξη εμβολίων και φαρμάκων είναι επίπονες διαδικασίες και οι ερευνητές δεν διαθέτουν το μαγικό ραβδάκι του Χάρι Πότερ.

 

Στα φάρμακα, η κατάσταση είναι λίγο πιο αισιόδοξη απ' ό,τι στο φλέγον θέμα του εμβολίου για την Covid-19, με αρκετές πειραματικές θεραπείες να αναπτύσσονται στα ερευνητικά εργαστήρια της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής, αξιοποιώντας τη γνώση που είχαν αποκρυσταλλώσει οι επιστήμονες κατά τις προγενέστερες επιδημίες με τους ιούς Sars και Mers το 2002 και το 2012 αντίστοιχα, οι οποίοι είναι «ξαδελφάκια» του κορωνοϊού SARS-CoV-2. Γι' αυτό, άλλωστε, τα βασικότερα «όπλα» που επιστρατεύουν οι φαρμακευτικές εταιρείες αφορούν αντιρετροϊκά φάρμακα σαν κι αυτά του AIDS και αντιικά που είχαν δοκιμαστεί στις προηγούμενες επιδημίες ή στη μεγάλη έξαρση του ιού Ebola.

 

Μαζί στα κουλουάρ αυτής της ξέφρενης επιστημονικής κούρσας τρέχουν αντιικά φάρμακα και αρκετά ανοσοτροποποιητικά που σταματούν την εμφάνιση της λεγόμενης «καταιγίδας κυττοκινών», αυτής της υπερ-φλεγμονώδους αντίδρασης που οδηγεί πολλούς ασθενείς στον θάνατο.

 

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής στον αγώνα δρόμου για τη δημιουργία στοχευμένου φαρμάκου για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της Covid-19 και των επιπλοκών της είναι ένα φάρμακο που αναπτύχθηκε για τον Ebola, το αντιικό Remdesivir, το οποίο ωστόσο δεν φάνηκε δραστικό σε αυτή την περίπτωση. Όμως στις πρώτες μελέτες που έγιναν για τον νέο κορωνοϊό, το Remdesivir μείωσε κατά 4 ημέρες τον χρόνο ανάρρωσης και τη θνητότητα σε όσους ασθενείς βρέθηκαν με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια στη μονάδα εντατικής θεραπείας και πέρασε τις εξετάσεις, κερδίζοντας την πρώιμη έγκριση του Αμερικανικού Οργανισμού Φαρμάκων (FDA) για ασθενείς που νοσηλεύονται σε μέτρια ή βαριά κατάσταση.

 

Μαζί στα κουλουάρ αυτής της ξέφρενης επιστημονικής κούρσας τρέχουν αντιικά φάρμακα και αρκετά ανοσοτροποποιητικά που σταματούν την εμφάνιση της λεγόμενης «καταιγίδας κυττοκινών», αυτής της υπερ-φλεγμονώδους αντίδρασης που οδηγεί πολλούς ασθενείς στον θάνατο. Τα περισσότερα ανοσοτροποποιητικά είναι ήδη εγκεκριμένες θεραπείες για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, ενώ ταυτόχρονα τρέχουν για να κόψουν το νήμα (της έγκρισης από τον FDA και τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό ΕΜΑ) ανθελονοσιακά, όπως η υδροξυχλωροκίνη και το ξαδελφάκι της, η χλωροκίνη, το καρδιολογικό σκεύασμα κολχικίνη και κάποια φάρμακα που χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια σε ογκολογικούς ασθενείς, π.χ. μερικές ανοσοθεραπείες και κάποιοι αντι-αγγειογενετικοί παράγοντες.

 

Πάντως, ο καθηγητής Καρδιολογίας, Χριστόδουλος Στεφανάδης, επικεφαλής της μελέτης για την κολχικίνη, έχει εκφράσει την άποψη ότι ο κορωνοϊός θα θεραπεύεται όπως και ο ιός HIV (του AIDS), με κοκτέιλ φαρμάκων, και όχι με μία και μόνη θεραπεία.

 

Τα αντισώματα όχι μόνο ως τεστ αλλά και ως θεραπεία για τον κορωνοϊό

Η πανδημία της Covid-19 δίδαξε σε όλο τον κόσμο μία λέξη: «αντισώματα». Τα τεστ αντισωμάτων, άλλωστε, αποτελούν το μεγάλο στοίχημα των επιστημόνων για την επιδημιολογική επαγρύπνηση των χωρών για τον κορωνοϊό και τη διερεύνηση του σταδιακού χτισίματος της ανοσίας της αγέλης, ενώ, ειδικά τώρα, που αναμένουμε το άνοιγμα του τουρισμού, τα τεστ αντισωμάτων θα μας βοηθήσουν να ελέγχουμε και τους τουρίστες.

 

Όμως τα αντισώματα δεν αξιοποιούνται μόνο ως τεστ αλλά και ως θεραπεία. Ως ορός αντισωμάτων (ορός πλάσματος αίματος) μπορούν να ληφθούν από ασθενείς που νόσησαν και ανέρρωσαν, ώστε να δοθούν σε άλλα, βαριά περιστατικά τα οποία δεν ανταποκρίνονται καλά στα χορηγούμενα φάρμακα. Όμως η χορήγηση ορού αντισωμάτων έχει περιορισμούς, καθώς είναι βιολογικό υλικό που λαμβάνεται από ασθενή και μετά δέχεται επεξεργασία στο εργαστήριο.

 

Αντίθετα, μια θεραπεία με μονοκλωνικά υψηλής εξειδίκευσης εναντία στον SARS-CoV-2, τον ιό που προκαλεί την Covid-19, που αναπτύσσεται και παράγεται χωρίς την ανάγκη λήψης ανθρώπινου πλάσματος από ασθενείς που έχουν αναρρώσει από τη νόσο, μέσω μιας πλατφόρμας, μπορεί να αποτελέσει την απάντηση στην ανάγκη για μαζική ζήτηση.

 

Μια τέτοια πλατφόρμα με την ονομασία DiversitAb ανέπτυξαν οι εταιρείες SAΒ και CSL Behring που ένωσαν τις δυνάμεις τους για να παραγάγουν το αντίσωμα SAB-185 το συντομότερο, με τις κλινικές δοκιμές να ξεκινούν στη Βόρεια Αμερική μέσα στο καλοκαίρι.

 

Στην ερώτηση του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, πού υπερτερεί μια θεραπεία μονοκλωνικών αντισωμάτων σε σύγκριση με μία που παρασκευάζεται από ορό πλάσματος, οι ειδικοί μάς απαντούν: σε αντίθεση με την υπεράνοση θεραπεία, η τεχνολογία δύναται να παράγει αντισώματα χωρίς να χρειαστεί να συλλέξει ανακτηθέν πλάσμα από ασθενείς που έχουν αναρρώσει από τη νόσο Covid-19.

 

H ανοσοθεραπεία ενδέχεται να είναι πιο δραστική από την υπεράνοση θεραπεία από ανακτηθέν πλάσμα ασθενών που ανέρρωσαν από τη νόσο Covid-19. Η προσέγγιση αυτή προσφέρει τη δυνατότητα παραγωγής μεγάλων ποσοτήτων προϊόντος σε σχέση με τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής ανθρώπινων αντισωμάτων από πλάσμα. Τέλος, σε μελλοντικές πανδημίες η πλατφόρμα της SAB μπορεί να προσφέρει τη δυνατότητα γρηγορότερης εύρεσης θεραπευτικών λύσεων προς όφελος των ασθενών.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Το νέο τεύχος της LIFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ