Είναι αυτή η εποχή του χρόνου που κάθε περιοδικό και μέσο που σέβεται τον εαυτό του δημοσιεύει άρθρα που προτείνουν βήματα για να αποκτήσουμε το «τέλειο κορμί παραλίας». Βέβαια, εδώ που τα λέμε, είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας η ανασφάλεια για το πώς μοιάζει το σώμα μας και για τη στιγμή που θα ξεχυθούμε στις παραλίες, που, ακόμα κι αν ξαφνικά μια μέρα δεν υπήρχε ούτε ένα άρθρο στο Διαδίκτυο που να προτείνει άλλη μια γρήγορη δίαιτα ή εκείνες τις «πολύ εύκολες ασκήσεις για γυμναστική ακόμα και στο γραφείο», εμείς πάλι θα ανησυχούσαμε, γιατί τέτοιου είδους άρθρα, αλλά, πολύ περισσότερο, τα πρότυπα ομορφιάς που θέτουν τα ίδια ακριβώς περιοδικά που (πλέον σήμερα) θα σου πουν ότι όλα τα σώματα είναι όμορφα και μοναδικά, μας έχουν μάθει να σκεφτόμαστε έτσι. Α, και γιατί έχουμε καθρέφτη στο σπίτι. Και ζυγαριά. Κι εκείνο το boyfriend τζιν, που πλέον έχει γίνει εφαρμοστό, δεν κουμπώνει μέχρι πάνω. Ή, έστω, κουμπώνει με ζόρι.


Πέρα, όμως, από τα bodylove κινήματα και τις body-shaming εξάρσεις, καθώς και τη βιομηχανία που στηρίζεται σε αυτά τα δύο (η συνάδελφος Χριστίνα Γαλανοπούλου σε παλαιότερο ρεπορτάζ της έχει αναφερθεί σχετικά), το θέμα είναι πώς αισθάνεται καλύτερα ο καθένας με το σώμα του. Μια δίπλα στην κοιλιά μας που δεν ήταν πριν εκεί, λίγη κυτταρίτιδα πάνω από το γόνατο, ένα πρήξιμο στα μπράτσα, είναι αρκετά για να μας κάνουν να νιώσουμε δυσάρεστα με το σώμα μας και να ξανασκεφτούμε τις διατροφικές μας συνήθειες. Άλλοι ξεκινούν γυμναστήριο χωρίς να περιορίσουν το φαγητό. Μερικοί πειραματίζονται μόνοι τους, κόβοντας για παράδειγμα τους υδατάνθρακες, που είναι και από τα πιο δαιμονοποιημένα κομμάτια της διατροφή μας. Τι γίνεται όμως όταν κάποιος προσπαθεί για αρκετό καιρό και δεν μπορεί να ξεφορτωθεί τα κιλά που θέλει να χάσει; Τι μπορεί να κάνουμε λάθος και ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν;

 

Πίσω από τη φράση "το στρες με παχαίνει" υπάρχει κάποια αλήθεια. Το στρες βραχυπρόθεσμα μπορεί να μειώσει την όρεξη. Αν όμως το στρες είναι χρόνιο και επιμένει, μπορεί να αυξήσει την όρεξη αλλά και να επηρεάσει την κινητοποίησή μας γενικά.


Ο κλινικός διαιτολόγος-διατροφολόγος Γιάννης Δημακόπουλος κλήθηκε να λύσει μερικές από τις μεγαλύτερες απορίες μας αναφορικά με τη δυσκολία στην απώλεια βάρους, να καταρρίψει, αν χρειαστεί, «μύθους» σχετικά με συγκεκριμένες τροφές ή και διατροφικές συνήθειες και να μας πει μερικά ακόμα, πολύ σημαντικά πράγματα.


Πρόσφατα, σε μια απρόσμενη φιλική μάζωξη σε μπαρ του Ψυρρή, δυο καλοί μου φίλοι έλεγαν ότι κάνουν διατροφή, αλλά μόνοι τους, χωρίς τη συνδρομή κάποιου ειδικού. Έχουν κόψει συγκεκριμένες τροφές που θεωρούν ότι έχουν θερμίδες και φροντίζουν να τρώνε μικρότερα γεύματα, περισσότερες φορές τη μέρα. Τότε αναρωτήθηκα πόσο σωστό είναι να πειραματιζόμαστε μόνοι μας. Μήπως δεν βλέπουμε αποτελέσματα γιατί έχουμε αποκλείσει τις λάθος τροφές; Επίσης, μήπως αυτό έχει κάποια συνέπεια στην υγεία μας; «Το πρόβλημα είναι ότι ίσως κανείς δεν ξέρει τι και πώς να το κόψει. Όταν κάποιος κάνει δίαιτα, πεινάει και νιώθει πιεσμένος. Κάνοντας δραματικές και απότομες αλλαγές στη διατροφή του, εντείνει την πείνα και την πίεση, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις βλάπτει και την υγεία του. Γιατί αυτό είναι αρνητικό; Πρώτον, γιατί δημιουργούνται οι συνθήκες ώστε να μην αντέξει και να εγκαταλείψει τη δίαιτα. Δεύτερον, γιατί ακόμα και αν χάσει κάποια κιλά, με αυτό τον τρόπο η εμπειρία δείχνει ότι γρήγορα θα τα ξαναπάρει. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν έχουμε αποτέλεσμα. Οι τροφές που μπορούμε να αποφύγουμε τελείως είναι ελάχιστες κι εκείνες που περιέχουν υδατάνθρακες δεν περιλαμβάνονται σε αυτές. Μειώνοντας αργά, αλλά σταθερά την ποσότητα και βελτιώνοντας την ποιότητα της διατροφής μας μπορούμε να χάσουμε βάρος και, το σημαντικότερο, να το διατηρήσουμε. Η μέθοδος "αργά, αλλά σταθερά" έχει αποτέλεσμα γιατί μας δίνει το περιθώριο να αλλάξουμε συνήθειες» ξεκαθαρίζει ο κ. Δημακόπουλος και βάζει τα πράγματα –και τους υδατάνθρακες– στη θέση τους.

 
Έχουν γίνει πολλές έρευνες που αναλύουν τους παράγοντες οι οποίοι «δικαιολογούν» τη δυσκολία στην απώλεια βάρους. Ένας από αυτούς είναι και η ηλικία. Όλοι έχουμε έναν φίλο που μας λέει: «Ε, μετά τα 30, ό,τι έχεις φάει κι έχεις πιει το παντρεύεσαι!». Ρωτήσαμε τον κ. Δημακόπουλο να μας πει αν ισχύει. «Το σχήμα του σώματός μας αλλάζει όσο μεγαλώνουμε. Κάποιες από αυτές τις αλλαγές δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε, όμως οι κατάλληλες συνήθειες μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον ρυθμό της αλλαγής. Το σώμα μας αποτελείται από νερό, οστά, μυς, ιστούς και λίπος. Μετά τα 30 έτη υπάρχει μια τάση για μείωση των μυών, ενώ τα οστά μπορεί να χάσουν σταδιακά κάποια από τα μέταλλά τους και να γίνουν λιγότερο πυκνά. Η απώλεια σε ιστούς πραγματοποιείται ταυτόχρονα και με μια μικρή μείωση του νερού στο σώμα μας. Το λίπος έχει την τάση να αυξάνεται. Ακόμη, υπάρχει η τάση να χάνουμε περίπου 1 εκατοστό ύψους κάθε 10 χρόνια μετά τα 40 έτη. Πέρα από αυτά, πρέπει να αναλογιστούμε και πόσο αλλάζουν οι συνήθειές μας μετά τα 30. Περπατάμε κι έχουμε την ίδια δραστηριότητα όπως στα 20; Η διατροφή μας έχει αλλάξει και αν ναι, πώς; Ασχολούμαστε με τις ίδιες δραστηριότητες στον ελεύθερο χρόνο μας ή η έξοδος για φαγητό έχει γίνει πιο συχνή; Θα δούμε πως πέρα από τις αλλαγές στο σώμα, οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, συμβαίνουν σταδιακά, υπάρχουν σημαντικές αλλαγές και στις συνήθειές μας. Άρα, παρόλο που ηλικία παίζει ρόλο, υπάρχει ελπίδα». Ελπίδα υπάρχει, αλλά αν δεν σταματήσουν τα openings εστιατορίων και τα food festivals, τη βλέπω να απομακρύνεται με φόντο το ηλιοβασίλεμα.


Ωστόσο, ο λόγος που έχουμε πάρει λίγα κιλά, που δεν λένε να φύγουν με τίποτα, μπορεί να οφείλεται σε σοβαρότερη αιτία, τον υποθυρεοειδισμό. Υπάρχουν, άραγε, άλλα σημάδια που μπορούν να μας οδηγήσουν εκεί, για να μη νομίζουμε όλοι με τη μία ότι πάσχουμε από υπερθυρεοειδισμό ή θα ήταν καλό να επισκεφτούμε έναν ενδοκρινολόγο, όπως και να 'χει;

 

Οι τροφές που μπορούμε να αποφύγουμε τελείως είναι ελάχιστες κι εκείνες που περιέχουν υδατάνθρακες δεν περιλαμβάνονται σε αυτές. Μειώνοντας αργά, αλλά σταθερά την ποσότητα και βελτιώνοντας την ποιότητα της διατροφής μας μπορούμε να χάσουμε βάρος και, το σημαντικότερο, να το διατηρήσουμε.


«Φυσικά, ο υποθυρεοειδισμός δεν είναι η αποκλειστική αιτία, γι' αυτό και δεν χρειάζεται να εμμένουμε. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που, ενώ προσπαθούμε να αδυνατίσουμε, δεν τα καταφέρνουμε. Μερικοί από αυτούς είναι η ελλιπής γνώση, η υπερεκτίμηση των καύσεών μας στη γυμναστική, μικρές αλλαγές στο βάρος λόγω γυμναστικής που δεν αφορούν το λίπος, το προεμμηνορησιακό σύνδρομο για τις γυναίκες, η δυσκοιλιότητα και ο υποθυρεοειδισμός. Ο τελευταίος, από τη στιγμή που είναι "ρυθμισμένος", δεν δημιουργεί εμπόδιο στην απώλεια βάρους, ενώ, αν δεν είναι, μπορεί να μας προσθέσει μόνο μερικά κιλά, εφόσον προσέχουμε. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε για σημάδια, γιατί θα ήταν σαν να ζητάμε από τον καθένα να διαγνώσει μόνος του την πάθηση. Καλό θα ήταν, αν πιστεύουμε πως αυτό μπορεί να μας συμβαίνει, να επικοινωνήσουμε με τον γιατρό μας» εξηγεί ο Γιάννης Δημακόπουλος.

 

Το περασμένο καλοκαίρι πέρασα μια ιδιαίτερα στρεσογόνο περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας παρατήρησα ένα κάποιο πρήξιμο στην κοιλιά. Το έριξα στο άγχος και δεν ασχολήθηκα, όμως τελικά δεν ήταν πρήξιμο αλλά παραπανίσια κιλά, στα οποία ίσως με οδήγησε το στρες. Τελικά, παίζει ρόλο στην αύξηση του βάρους ή είναι μύθος; «Πίσω από τη φράση "το στρες με παχαίνει" υπάρχει κάποια αλήθεια. Το στρες βραχυπρόθεσμα μπορεί να μειώσει την όρεξη. Αν όμως το στρες είναι χρόνιο και επιμένει, μπορεί να αυξήσει την όρεξη αλλά και να επηρεάσει την κινητοποίησή μας γενικά. Ακόμα, υπάρχουν ενδείξεις ότι το στρες μάς οδηγεί στην επιλογή τροφίμων με λιπαρά, με ζάχαρη ή και με τα δύο. Αυτό το έχουμε ακούσει πολλές φορές ως "comfort food" και ελληνικά θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε ελεύθερα ως "φαγητό-παρηγοριά". Ενώ νιώθουμε καλύτερα για λίγο, είναι πιθανό τελικά να πάρουμε βάρος. Πέρα από την κατανάλωση φαγητού, βέβαια, το στρες μπορεί να επηρεάσει αρνητικά κι άλλους παράγοντες που σχετίζονται με την αύξηση βάρους, όπως ο ύπνος, η σωματική δραστηριότητα και η κατανάλωση αλκοόλ».

 
Αχ, το αλκοόλ! Πόσοι από εμάς, όταν είμαστε σε δίαιτα, έχουμε καταφέρει να το περιορίσουμε, πόσο μάλλον να το κόψουμε εντελώς; Όταν βγαίνεις, πας σε μια συναυλία ή ένα πάρτι, πόσο εύκολο είναι να πεις «όχι» σε ένα ποτήρι μπίρα ή ένα παραπάνω τζιν; Μήπως, γενικότερα, γι' αυτό δεν καταφέρνουμε να χάσουμε κιλά; Γιατί είμαστε επιρρεπείς σε ατασθαλίες; Ο κ. Γιάννης Δημακόπουλος έχει πολλά να πει και για την κατανάλωση αλκοόλ αλλά και για εκείνες τις φορές που ξεφύγαμε από το πρόγραμμα που ακολουθούμε και μόνο που δεν αυτομαστιγωθήκαμε.


«Το αλκοόλ "κοιμίζει" το κεντρικό νευρικό σύστημα και κατ' αυτό τον τρόπο προσφέρει ευφορία. Όπως και όλα τα τρόφιμα, περιέχει ενέργεια (θερμίδες), άρα επηρεάζει το βάρος και χρειάζεται μέτρο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το βγάλουμε τελείως από τη διατροφή μας. Η κατανάλωση αλκοόλ, πέρα από το σωματικό βάρος, σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργεί προστατευτικά και σε κάποιες άλλες αρνητικά για την υγεία μας. Για παράδειγμα, η ήπια κατανάλωση αλκοόλ από άντρες με αυξημένο ρίσκο νοσημάτων της καρδιάς θα μπορούσε να το μειώσει, ιδιαίτερα αν υπάρχει χαμηλή καλή χοληστερόλη (HDL). Αντίθετα, στις γυναίκες μπορεί να συμβάλει στην αύξηση των πιθανοτήτων για την εμφάνιση καρκίνου του μαστού, γι' αυτόν το λόγο θα ήταν καλύτερα καθένας να το συζητήσει με τον διατροφολόγο του αναλυτικά. Αν δεν πίνει κανείς αλκοόλ, δεν χρειάζεται να το ξεκινήσει. Αν όμως το επιλέγει, μπορεί να το καταναλώνει με μέτρο και να επιλέγει όποιο ποτό του αρέσει. Τα συνιστώμενα όρια είναι διαφορετικά σε άνδρες και γυναίκες».
Όσο για το αν δεν χάνουμε κιλά επειδή ολισθαίνουμε πού και πού σε «γευστικές αμαρτίες», o κ. Δημακόπουλος διευκρινίζει: «Μια ατασθαλία ή, αλλιώς, το να απολαμβάνουμε κάποιες φορές περισσότερο το φαγητό μας σίγουρα δεν βλάπτει και είναι σοφό να γίνεται χωρίς ενοχές. Η απόκλιση από το πρόγραμμα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το κίνητρο, ο ρεαλισμός των στόχων, η βήμα-βήμα προσπάθεια, το να συγχωρούμε τον εαυτό μας αλλά και το να μαθαίνουμε από τα λάθη. Συνήθως, ένα διαιτολόγιο μάς φέρνει στον νου γραμμάρια, θερμίδες, σωματικό βάρος και άλλα μετρήσιμα μεγέθη, αλλά αγνοούμε τη σχέση που έχουμε με το φαγητό. Αυτή η σχέση, δηλαδή η συνήθειά μας, είναι που καθορίζει τελικά και τις επιλογές μας μακροπρόθεσμα. Είναι σχεδόν αδύνατο να ακολουθήσουμε ένα πρόγραμμα διατροφής χωρίς καθόλου παρεκκλίσεις. Πώς, όμως, διαχειριζόμαστε τις παρασπονδίες μας, με ποια στρατηγική; Ένας επαγγελματίας διαιτολόγος μπορεί να μας βοηθήσει να αναπτύξουμε σταδιακά έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης συνολικά για το φαγητό και τη διατροφή».


«Ίσως η απάντηση βρίσκεται στην ερώτηση που θέτει το άρθρο σας, τι κάνει κάνεις όταν δεν κάνει δίαιτα. Το αδυνάτισμα δεν είναι εύκολο και γι' αυτό δεν πρέπει να ξαφνιαζόμαστε που πολλές απόπειρες για απώλεια βάρους αποτυγχάνουν. Αυτό που θα ήθελα να επαναλάβω είναι πως η αλλαγή συνηθειών είναι το μυστικό. Η διατροφή, καθώς και οποιαδήποτε συνήθεια, επηρεάζει την υγεία μας και απαιτεί ήπια και συστηματική προσπάθεια. Δεν χρειάζεται εμμονή αλλά ούτε και αδιαφορία» καταλήγει ο διατροφολόγος-διαιτολόγος Γιάννης Δημακόπουλος και κάπως το κάνει να φαίνεται λιγάκι πιο εύκολο ή τουλάχιστον λιγότερο ενοχικό όλο αυτό, καθώς δεν μιλά για εξαντλητικές δίαιτες αλλά για αλλαγή διατροφικών συνηθειών που μπορεί να αργήσουν να αποδώσουν αλλά, στο τέλος, και το ρημάδι το τζιν θα κουμπώσει και θα έχουμε μάθει να τρώμε πιο σωστά.