Ο σεισμός του 1999

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 1999. Οι δείκτες των ρολογιών έδειχναν 14:57 κι εγώ μόλις είχα βγει από την πολυκατοικία των γονιών μου στη Νέα Σμύρνη. Θα πήγαινα για μπάνιο στη Βουλιαγμένη. Αυτό ήταν το σχέδιο.

 

Ξαφνικά, στη σιγαλιά ενός τυπικά αθηναϊκού, αποχαυνωτικού απομεσήμερου, ένας υπόκωφος θόρυβος σταμάτησε τον χρόνο. Σεισμός. Ο μεγάλος σεισμός της Αθήνας: 5,9 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη τραγωδία που έπληξε την Αττική στη μεταπολεμική της ιστορία.

 

Είδα τις πολυκατοικίες να έρχονται και να πηγαίνουν. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όταν η γη σταμάτησε να τρέμει, οι πρώτοι γείτονες στον δρόμο. Αλαφιασμένοι, άλλοι με σορτσάκια, με καλοκαιρινές πιτζάμες, μποξεράκια. Δεν υπάρχει πανικός, μόνο ανησυχία και ράδιο-αρβύλα. Ανεβαίνω στο διαμέρισμα των δικών μου. Είχαν πέσει να ξαπλώσουν κι «έβαζαν κάτι πάνω τους». Ο πατέρας μου σε ελεγχόμενο πανικό, η μητέρα μου σε ελεγχόμενη νιρβάνα. Κατεβαίνουμε κάτω. Εν τω μεταξύ, μαθαίνουμε τις πρώτες συγκεχυμένες πληροφορίες. Το επίκεντρο είναι στην Πάρνηθα, έχουν πέσει κτίρια στην εθνική οδό, υπάρχουν εγκλωβισμένοι, ίσως και νεκροί. Την τελευταία φορά που είχε δώσει μεγάλο σεισμό η περιοχή ήταν το... 1705.

 

Το τι πραγματικά είχε συμβεί θα το μάθουμε πολύ αργότερα. Τον πανικό των πρώτων λεπτών διαδέχονται οι απεγνωσμένες προσπάθειες των σωστικών συνεργείων να εντοπίσουν ζωές κάτω από τα χαλάσματα. Κοντά στους διασώστες της ΕΜΑΚ συνεργεία από δεκάδες χώρες που νυχθημερόν ψάχνουν για μια ένδειξη ζωής. Ανάμεσά τους και Τούρκοι διασώστες. Εκείνες τις ημέρες χτίζεται η λεγόμενη «διπλωματία των σεισμών», καθώς έχουν προηγηθεί ο σεισμός κοντά στην Κωνσταντινούπολη και οι αντίστοιχες αποστολές ελληνικών διασωστικών ομάδων. Ακολουθούν μετασεισμοί, οι Αθηναίοι περνάνε την πρώτη νύχτα στο ύπαιθρο. Όταν θα επιστρέψουν στα σπίτια τους θα παρακολουθούν από τις τηλεοράσεις τους τις δραματικές επιχειρήσεις διάσωσης εγκλωβισμένων στο εργοστάσιο της Ρικομέξ ή στην πολυκατοικία της Νέας Φιλαδέλφειας. Η ιστορία του 10χρονου τότε Τζαννή Πολυκανδριώτη θα συγκλονίσει. Ανασύρθηκε ζωντανός από τα συντρίμμια της πολυκατοικίας όπου διέμενε με την οικογένειά του ύστερα από 24 ώρες. Την ίδια τύχη, ωστόσο, δεν είχε ο πατέρας του. Έχασε τη ζωή του καλύπτοντας με το σώμα του τα δυο του παιδιά.

 

Όταν θα επιστρέψουν στα σπίτια τους θα παρακολουθούν από τις τηλεοράσεις τους τις δραματικές επιχειρήσεις διάσωσης εγκλωβισμένων στο εργοστάσιο της Ρικομέξ. Φωτο: Eurokinissi
Όταν θα επιστρέψουν στα σπίτια τους θα παρακολουθούν από τις τηλεοράσεις τους τις δραματικές επιχειρήσεις διάσωσης εγκλωβισμένων στο εργοστάσιο της Ρικομέξ. Φωτο: Eurokinissi

 

Ο τελικός απολογισμός τραγικός, καθώς άφησε πίσω του 143 νεκρούς, 700 τραυματίες, 40.000 άστεγες οικογένειες και πολλά κατεστραμμένα κτίρια. Κατέρρευσαν 110 οικοδομές, κρίθηκαν κατεδαφιστέες (κόκκινες) 5.222 και επισκευάσιμες (κίτρινες) 38.165. Το συνολικό οικονομικό κόστος του σεισμού ανήλθε στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ και θεωρείται ο πιο δαπανηρός σεισμός που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Οι συγγενείς θυμάτων που προσέφυγαν για κακοτεχνίες σε κτίρια τα οποία κατέρρευσαν δεν δικαιώθηκαν ποτέ. Άπαντες κρίθηκαν αθώοι. 

 

Ο καύσωνας του 1987

Το 1987 τη «διαφορά» έκανε η διάρκεια και όχι η ένταση. Τα κλιματιστικά μηχανήματα ήταν άγνωστη λέξη για τους περισσότερους Αθηναίους, ενώ πολλά μεγάλα νοσοκομεία λειτουργούσαν κι αυτά χωρίς κλιματισμό.
Το 1987 τη «διαφορά» έκανε η διάρκεια και όχι η ένταση. Τα κλιματιστικά μηχανήματα ήταν άγνωστη λέξη για τους περισσότερους Αθηναίους, ενώ πολλά μεγάλα νοσοκομεία λειτουργούσαν κι αυτά χωρίς κλιματισμό.

 

Είναι ίσως η πιο υποτιμημένη αθηναϊκή καταστροφή. Τον Ιούλιο του 1987 έχασαν τη ζωή τους στον Νομό Αττικής 1.115 άνθρωποι, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι, εξαιτίας ενός αφόρητου, παρατεταμένου καύσωνα που κράτησε έξι ολόκληρες μέρες και νύχτες.

 

Ποιος να το περίμενε: λίγες εβδομάδες νωρίτερα όλη η πόλη ήταν στους δρόμους, αυτήν τη φορά για να πανηγυρίσει την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Μπάσκετ. Ο καύσωνας έπληξε όλη τη χώρα το τρίτο και τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου, περίοδο έναρξης διακοπών για χιλιάδες οικογένειες. Η θερμοκρασία σταμάτησε στους 44 βαθμούς. Πρόκειται σίγουρα για μία από τις μεγαλύτερες τιμές στην Αθήνα, αλλά όχι τη μεγαλύτερη: το καλοκαίρι του 1978 είχαμε πιάσει 48 βαθμούς χωρίς ούτε έναν νεκρό.

 

Το 1987 τη «διαφορά» έκανε η διάρκεια και όχι η ένταση. Τα κλιματιστικά μηχανήματα ήταν άγνωστη λέξη για τους περισσότερους Αθηναίους, ενώ πολλά μεγάλα νοσοκομεία λειτουργούσαν κι αυτά χωρίς κλιματισμό. Το αποτέλεσμα ήταν εκατοντάδες ηλικιωμένοι, κυρίως, να προσβληθούν από θερμοπληξία (άλλη άγνωστη λέξη) και να καταλήξουν σε θαλάμους που έβραζαν. Η πιο τραγική διάσταση αυτής της ιστορίας ήταν η έλλειψη διαθέσιμων χώρων στα νεκροταφεία της πόλης, με αποτέλεσμα να παραμένουν άταφοι εκατοντάδες νεκροί. Από τα δελτία ειδήσεων γινόντουσαν ονομαστικές προσκλήσεις σε δεκάδες οικογένειες που βρίσκονταν στην εξοχή να επικοινωνήσουν με το αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους «για σοβαρή οικογενειακή τους υπόθεση»...

 

Μετά το 1987 κανένα καλοκαίρι δεν ήταν ίδιο. Τα κλιματιστικά μπήκαν για τα καλά στη ζωή μας και η λέξη «καύσωνας» άρχισε να προκαλεί πανικό. Εν τω μεταξύ, το καλοκαίρι του ’87 ξεχάστηκε. ― Από το Αφιέρωμα της LIFO «Ιστορία μιας πόλης», του Δημήτρη Ρηγόπουλου