Κάθε χρόνο πραγματοποιείται στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας ένας από τους μεγαλύτερους διαγωνισμούς κλασικής μουσικής παγκοσμίως.

 

Τον περασμένο Νοέμβριο, στην ιστορική αίθουσα Wiener Saal, ανάμεσα στα βιολιά, τα πιάνα και τις κιθάρες, ένας Έλληνας με το μπουζούκι του και το σόλο «Message for Mozart» καταφέρνει να κερδίσει το πρώτο βραβείο. Το όνομα του, Μιχάλης Παούρης.

 

Στον ίδιο, πριν από μερικά χρόνια, ο διεθνούς φήμης κιθαρίστας Αλ Ντι Μιόλα είχε αποδώσει τον τίτλο του «γρηγορότερου μπουζουκιού στον κόσμο». Η αφετηρία του, όμως, είναι πολύ διαφορετική.

 

Στο σπίτι του Μιχάλη στον Ταύρο, αρχές του '90, το ραδιόφωνο και το πικάπ έπαιζαν μόνο λαϊκά τραγούδια. Μπορεί οι γονείς του να μην είχαν καμία σχέση με τη μουσική –κανείς τους δεν ήταν οργανοπαίχτης ή τραγουδιστής–, λάτρευαν όμως να ακούνε Καζαντζίδη, Διονυσίου, Ζαμπέτα και Χιώτη.

 

Ο Μιχάλης σαγηνευόταν από τους ήχους και στα πέντε του ζήτησε να του πάρουν ένα μπουζούκι. Εκείνοι γέλασαν και τελικά δεν του το αγόρασαν. Εξάλλου, όπως θυμάται κιόλας, το όργανο πρέπει να ήταν μεγαλύτερο από εκείνον στο ύψος τότε.

 

Υπάρχει μια αντίφαση σ' όλο αυτό. Από τη μία όλοι θαυμάζουμε τον Μανώλη Χιώτη γιατί έβαλε το μπουζούκι στα σαλόνια. Απ' την άλλη, όμως, πώς γίνεται να με κατακρίνουν όταν το βάζω μέσα στα θέατρα;

 

Έπρεπε να περάσουν δυο χρόνια για να του κάνουν το χατίρι. Αυτό που κατάλαβαν με τη μία, όμως, είναι πως ο μικρός Μιχάλης είχε μια ικανότητα πολύ ιδιαίτερη: μπορούσε να ακούει και να μαθαίνει να παίζει τα τραγούδια στο άψε-σβήσε, χωρίς να έχει ακόμη καν μουσική παιδεία. Ο δάσκαλός του έπαθε σοκ. Πίστευε πως μπροστά του έχει ένα παιδί-θαύμα.

 

«Δεν τα καταλάβαινα όλα αυτά εγώ τότε. Αυτό που θυμάμαι όμως είναι πως είχα πολύ μεγάλη χαρά όταν έπαιζα μπουζούκι. Μπορεί δηλαδή να άκουγα ένα τραγούδι και να έπαιζα αύριο το ίδιο» αφηγείται ο Μιχάλης Παούρης, σήμερα 31 ετών.

 

Η παιδική του ηλικία ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη των συμμαθητών του. «Αυτοί έπαιζαν μπάλα ή με τα ποδήλατα και εγώ ήμουν στο παγκάκι με το τρίχορδο. Με φώναζαν τα παιδιά και δεν πήγαινα. Τους έλεγα "δεν γίνεται, έχω δουλειά"» λέει γελώντας.

 

 

Michael Paouris performs Vivaldi, Yianni's cover "The Storm"

 

Στα δέκα του, πριν καν τελειώσει το δημοτικό, ξεκίνησε να παίζει μουσική σ' ένα νυχτερινό κέντρο στο Μοσχάτο. Ο ίδιος, μάλιστα, θυμάται να προλαβαίνει τα τελευταία ρομαντικά, για τον ίδιο, χρόνια, τότε που οι μουσικοί κατέβαιναν από το πάλκο και γύριζαν από τραπέζι σε τραπέζι για να μαζέψουν φιλοδωρήματα.

 

Πενηντάρηδες θαμώνες έρχονταν και του έδιναν συγχαρητήρια ενώ ακόμη και οικογένειες ολόκληρες πήγαιναν για να δουν αυτό τον μικρό βιρτουόζο που είχε μπει για τα καλά στην αθηναϊκή νύχτα. Είχε γίνει ουσιαστικά η «μασκότ» του μαγαζιού.

 

Οι γονείς του τον στήριξαν από την αρχή. Ο πατέρας του είναι αυτός που τον πήγαινε στο μαγαζί, αυτός και που τον γύριζε σπίτι για να κοιμηθεί και να πάει σχολείο το πρωί.

 

«Με βοήθησαν πάρα πολύ. Υπήρχε ένα βράδυ που κάποιος πήρε τα λεφτά μας πάνω από το τραπέζι με το "έτσι θέλω". Ήρθε, όμως, ο πατέρας μου και έγινε χαμός. Μπήκε σχεδόν με το αμάξι στο μαγαζί».

 

Το χαρακτηριστικό που τον ξεχώρισε από την αρχή είναι η ικανότητά του να παίζει πολύ γρήγορα τις νότες. Μετρ του συγκεκριμένου είδους παιξίματος, ο Μανώλης Χιώτης, τον όποιο έχει ως ο πρότυπο ο Μιχάλης.

 

Πολλοί τον έχουν συγκρίνει με εκείνο και ένας από αυτούς, ο Μίκης Θεοδωράκης, όταν τον άκουσε πρώτη φορά να παίζει στα 15 του τη «Δραπετσώνα» και τον «Χαρταετό», εντυπωσιάστηκε.

 

Θα τον συναντήσει ξανά 15 χρόνια μετά, στο Ηρώδειο, σε μια εκδήλωση προς τιμήν του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, ο οποίος τον βρήκε και του μίλησε. «Εγώ θυμάμαι πολύ καλά σε ποιον είπα ότι μου θυμίζει τον Χιώτη. Δεν το λέω παντού».

 

«Η θέση του μπουζουκιού στην Ελλάδα δεν είναι εκεί που αξίζει. Από το 1985 και μετά άρχισε να πέφτει», Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
«Η θέση του μπουζουκιού στην Ελλάδα δεν είναι εκεί που αξίζει. Από το 1985 και μετά άρχισε να πέφτει», Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

Μέχρι τα 20 του έχει παίξει μουσική σχεδόν παντού, από φεστιβάλ μέχρι τις μεγάλες πίστες της Αθήνας, όπως στα Αστέρια της Γλυφάδας. Κάπου εκεί, όμως, άλλαξε μια και καλή η καριέρα του.

 

«Μπορεί να μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η δουλειά, αλλά σταμάτησα τη νύχτα, να ξέρεις, επειδή δεν υπήρχε καμία επικοινωνία με τους μουσικούς πάνω στη σκηνή. Ο καθένας κοίταζε μπροστά. Εγώ έχω συνηθίσει η μουσική να είναι ένα παιχνίδι για μένα, να διασκεδάζω μ' αυτή. Αν δεν κοιτιέμαι με τον κιθαρίστα, με τον ντράμερ να κάνουμε πλάκα, να είμαστε μέσα μαζί στο κομμάτι, δεν γίνεται».

 

Την ίδια περίοδο το μπουζούκι αρχίζει να πέφτει. Σ' όλα αυτά μαζί και οι πρώτες αντιζηλίες με τους τραγουδιστές.

 

«Το πρόβλημά τους ήταν πως δεν έπρεπε να φαίνεσαι πιο πολύ από τον ερμηνευτή. Εγώ ήμουν σολίστας πάντα. Θυμάμαι να παίζω σε μαγαζί με γνωστό τραγουδιστή και 'κει που κάνω ένα σόλο να αρχίζουν να μου πετούν λουλούδια. Και αντί να το κάνουν σ' εκείνον, το έκαναν σε μένα. Κι αυτός απορούσε.

 

»Η αλήθεια είναι πως ο τραγουδιστής φέρνει τον κόσμο στο μαγαζί και αυτό πρέπει να το σεβόμαστε. Αυτός είναι που θα φέρει και το μεροκάματο όλης της ορχήστρας στο τέλος. Αλλά ο σεβασμός από κείνους στους μουσικούς δεν συνηθίζονταν. Γυρνούσε και νόμιζε πως ήταν δικό του το μαγαζί, ενώ στην ουσία κάνουμε το ίδιο πράγμα. Εσύ έχεις όργανο τη φωνή, εγώ το μπάσο, το μπουζούκι, την κιθάρα».

 

Αποφάσισε, λοιπόν, να ακολουθήσει σόλο καριέρα και κυρίως να προσπαθήσει να παίξει με το μπουζούκι του σπάνιες μουσικές, όπως κλασική και τζαζ. Πρώτος που το 'χε προσπαθήσει πάλι, ο Χιώτης, ο οποίος είχε αποπειραθεί να παίξει swing ακόμη και λάτιν κομμάτια με το μουσικό του όργανο.

 

 

Στο Σάλτσμπουργκ, όπου κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό κλασικής μουσικής

 

«Ήθελα να βάλω το μπουζούκι μέσα σε σκηνές που δεν υπήρχε, όπως την τζαζ που ήταν πάρα πολύ απαιτητική» εξηγεί. Μετά τη συναυλία με τον Αλ Ντι Μιόλα, ξεκίνησε να παίζει παντού στον κόσμο. «Δεν ήθελα να το γυρνάμε από μπαράκι σε μπαράκι στην Ελλάδα και να φαίνεται πειραματισμός. Ήξερα πως αυτό το όργανο μπορεί να παίξει αυτή τη μουσική».

 

Στην αρχή, πράγματι, ο ήχος του μπουζουκιού σε τζαζ συναυλίες, δίπλα στην τρομπέτα και το πιάνο, ξένιζε τους ακροατές. Οι πιο πολλοί, άλλωστε, είχαν συνδυάσει το μπουζούκι με τον Ζορμπά και τη λαϊκή μουσική.

 

Οι αντιδράσεις, ωστόσο, που συνάντησε στην Ελλάδα τελικά ήταν πιο μεγάλες. «Όταν αποφάσισα να βγω στον κόσμο μόνος μου και να παίζω τζαζ και κλασική μουσική, άκουσα πολλά. Μου έλεγαν πως αυτό δεν είναι μπουζούκι. Εγώ αυτά τα στερεότυπα, όμως, προσπάθησα να τα σπάσω.

 

»Υπάρχει μια αντίφαση σ' όλο αυτό. Από τη μία όλοι θαυμάζουμε τον Μανώλη Χιώτη γιατί έβαλε το μπουζούκι στα σαλόνια. Απ' την άλλη, όμως, πώς γίνεται να με κατακρίνουν όταν το βάζω μέσα στα θέατρα; Δεν μπορείς να φανταστείς. Τρία - τέσσερα χρόνια είχα να κουβαλήσω ένα φορτίο όλων εκείνων που μου έλεγαν να σταματήσω να το κάνω».

 

«Ήθελα να βάλω το μπουζούκι μέσα σε σκηνές που δεν υπήρχε, όπως την τζαζ που ήταν πάρα πολύ απαιτητική». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
«Ήθελα να βάλω το μπουζούκι μέσα σε σκηνές που δεν υπήρχε, όπως την τζαζ που ήταν πάρα πολύ απαιτητική». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

Και ενώ στην Ελλάδα μπορεί ακόμη να μην είναι ιδιαίτερα γνωστός, δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον ακούν πια στο εξωτερικό να παίζει Μπαχ και Μότσαρτ. Τώρα μάλιστα συνεργάζεται με παραγωγούς στις ΗΠΑ, ταξιδεύει σ' όλο τον κόσμο και δίνει συναυλίες.

 

Μέχρι στιγμής δεν του περνάει απ' το μυαλό παίξει ξανά στα νυχτερινά μαγαζιά της Αθήνας. «Η θέση του μπουζουκιού στην Ελλάδα δεν είναι εκεί που αξίζει. Από το 1985 και μετά άρχισε να πέφτει, να πρωταγωνιστεί η ηλεκτρική κιθάρα, τα πλήκτρα, το κλαρίνο. Σήμερα το κλαρίνο είναι παντού».

 

Η άποψή του για τη σύγχρονη λαϊκή μουσική στη χώρα δεν είναι, επίσης, η καλύτερη. «Δεν υπάρχει λαϊκή μουσική σήμερα. Δεν μιλάω μόνο για τη μελωδία αλλά και για τους στίχους. Και παλιά μιλούσαν για τον έρωτα αλλά το έκαναν με μια ευγένεια, όχι όπως τώρα».

 

Το ίδιο και για τα μπουζούκια. «Δεν γίνεται να λες πως είσαι λαϊκό μαγαζί και να πρέπει να πληρώσουν τέσσερα άτομα 200 ευρώ για να διασκεδάσουν. Η δουλειά σήμερα γίνεται στις ταβέρνες, εκεί που ο κόσμος γίνεται ένα, γιορτάζει αλλά ξέρει πως αύριο πρέπει να πάει στη δουλειά για να πληρώσει τους λογαριασμούς του».

 

Ο ίδιος αυτή την περίοδο ετοιμάζει τον 13ο του δίσκο, ο οποίος θα δίνεται δωρεάν. «Τη μουσική δεν μπορώ να την πουλήσω. Στο YouTube π.χ. έχω ανεβάσει φέτος πάνω από 100 κομμάτια. Μιλάμε ουσιαστικά για 10 δίσκους. Μακάρι κάποια στιγμή να με αξιώσει ο θεός να διοργανώνω δωρεάν συναυλίες για τον κόσμο. Άμα είχα εκατομμύρια θα το έκανα, αλήθεια».

 

Μπορεί μερικές φορές να νιώθει πως κουράζεται και ότι δεν είναι σε φόρμα από την πολλή μελέτη και παραγωγή, αλλά, όπως παραδέχεται, δεν έχει χάσει ούτε στιγμή το ενδιαφέρον του για τη μουσική.

 

«Όσο πιο ταγμένος είσαι, τόσο πιο δύσκολο είναι να το πάθεις. Όσο πιο μέσα είσαι στη μουσική, τόσο ανακαλύπτεις καινούρια πράγματα και περισσότερους τρόπους για να παίξεις μια μελωδία που την έχεις ξαναπαίξει εκατό φορές.

 

»Το μπουζούκι είναι το πάθος μου, ο πόθος μου, δεν μπορώ χωρίς μουσική. Βλέπω στον ύπνο μου μελωδίες. Είναι το μέσο να εκφράσω την ψυχή μου. Είναι το είναι μου, η ζωή μου όλη».

 

Info

Ο Μιχάλης Παούρης είναι ένας από τους ομιλητές του TEDXNKUA που πραγματοποιείται στις 13/04/2019 στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος».