Αβεβαιότητα, ανησυχίες, φόβοι, ισορροπία ισχύος και κίνδυνοι που ελλοχεύουν. Στην Τουρκία το κεμαλικό ιδεολόγημα φθίνει και το νεοθωμανικό δόγμα έχει γίνει πλέον το νέο στρατηγικό αφήγημα. Σε ένα δύσκολο γεωπολιτικό περιβάλλον η ένταση στις σχέσεις μας με την Τουρκία οδηγείται σε κλιμάκωση, ενώ η προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τις 24 Ιουνίου από τον Ταγίπ Ερντογάν δημιουργούν νέα δεδομένα. Η νέα κατάσταση χαρακτηρίζεται περίπλοκη, δυσχερής και πολυδιάστατη.


Αυτές τις μέρες, στο πλαίσιο του δεύτερου κύκλου της σειράς διαλέξεων του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου που διοργανώνεται σε συνεργασία με το Σπίτι της Κύπρου και τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων Ελλάδος πραγματοποιήθηκε διάλεξη του δρα Γιώργου Λεβέντη με θέμα: «Αλεξανδρέττα 1939, Κύπρος 1974, Συρία 2018: Πάγιες πρακτικές και επιδιώξεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής».


Ήταν μια ομιλία που εξέταζε τρία παραδείγματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Τα δύο πρώτα αφορούν ιστορικά τετελεσμένα (προσάρτηση Αλεξανδρέττας το 1939, εισβολή στην Κύπρο το 1974), ενώ το τρίτο αναφέρεται στην εν εξελίξει τουρκική στρατιωτική επέμβαση στη βόρεια Συρία (κατάληψη Αφρίν, προπυργίου της Συριακής Κουρδικής Πολιτοφυλακής).

 

Αναντίρρητα, υπάρχει σχέδιο ισλαμοποίησης των κατεχομένων και είναι οφθαλμοφανές. Για παράδειγμα, έχει χτιστεί ένα τεράστιο τέμενος στα βορειανατολικά της Λευκωσίας το οποίο φωταγωγείται το βράδυ και είναι ορατό από μεγάλη απόσταση. Μια επίδειξη δύναμης και ισχύος και μια ακόμα πρόκληση μετά την τοποθέτηση της σημαίας στο Πενταδάκτυλο. Επομένως, δεν μιλάμε μόνο για εθνικισμό αλλά και για επικράτηση του ισλαμισμού.


Ο Γιώργος Λεβέντης είχε επιλεγεί από τον ΟΗΕ να υπηρετήσει στη στρατηγική δεξαμενή σκέψης του οργανισμού, το UNU, με έδρα το Τόκιο. Επίσης, είχε προσκληθεί να συμμετάσχει στο χορηγημένο από την ιαπωνική κυβέρνηση ερευνητικό έργο «Το μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας στην ανατολική Μεσόγειο και ο ρόλος της Κύπρου», ενώ τοποθετήθηκε ως διακεκριμένος επισκέπτης επιστήμονας στο National Graduate Institute for Policy Studies, τη δεξαμενή σκέψης της ιαπωνικής κυβέρνησης.


Από το 2009 διευθύνει το International Security Forum με έδρα τη Λευκωσία και έχει δώσει διαλέξεις και σεμινάρια πάνω σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και διπλωματίας σε περισσότερες από πενήντα χώρες. Συναντηθήκαμε στο ξενοδοχείο όπου διέμενε τις μέρες που βρισκόταν στην Αθήνα. Στον απόηχο της ανακοίνωσης των εκλογών στη γειτονική χώρα συζητήσαμε για όσα μας μαθαίνουν οι σελίδες της Ιστορίας, τι κλίμα επικρατεί στην Κύπρο αλλά και ποια είναι η κατάσταση στην τουρκοκυπριακή κοινωνία.

  

— Ποιο είναι το κλίμα που επικρατεί αυτές τις ημέρες στην Κύπρο με αφορμή την επεκτατική πολιτική του Ερντογάν και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών;

Αναμφίβολα, τα επεκτατικά σχέδια από την ελληνική κυπριακή κοινή γνώμη είναι εμφανέστατα. Αλλά το ενδιαφέρον εστιάζεται περισσότερο στο ότι το ισλαμοφασιστικό καθεστώς Ερντογάν επιβάλλεται σταδιακά και στην τουρκοκυπριακή κοινωνία. Η ανησυχία των υγιών και κοσμικών δυνάμεων της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι έκδηλη, καθώς παρακολουθούν με αγωνία το νεοθωμανικό όραμα του Ταγίπ Ερντογάν. Πρόκειται ουσιαστικά για μια διείσδυση των ερντογανικών και στα κατεχόμενα.


Για παράδειγμα, οι συντεχνίες των Τουρκοκύπριων δασκάλων αντιδρούν έντονα στις πολιτικές του Τούρκου Προέδρου. Σε δηλώσεις τους έχουν επισημάνει την αύξηση των τεμένων και των ιμάμηδων που στέλνονται από τα ισλαμικά ιδρύματα της Τουρκίας και ξεπερνούν τον αριθμό των σχολείων στην Τουρκοκυπριακή Δημοκρατία, με αυξητική τάση του φαινομένου.


Αναντίρρητα, υπάρχει σχέδιο ισλαμοποίησης των κατεχομένων και είναι οφθαλμοφανές. Για παράδειγμα, έχει χτιστεί ένα τεράστιο τέμενος στα βορειανατολικά της Λευκωσίας το οποίο φωταγωγείται το βράδυ και είναι ορατό από μεγάλη απόσταση. Μια επίδειξη δύναμης και ισχύος και μια ακόμα πρόκληση μετά την τοποθέτηση της σημαίας στο Πενταδάκτυλο. Επομένως, δεν μιλάμε μόνο για εθνικισμό αλλά και για επικράτηση του ισλαμισμού. Πρέπει, λοιπόν, να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου στις ευρωπαϊκές δυνάμεις.


—Θα σας απαντήσει κάποιος ότι ο Ερντογάν εισέβαλε στην Αφρίν ή απήγαγε πολίτες στο Κόσοβο και δεν μίλησε κανείς.

Έχετε απόλυτο δίκιο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προβάλλουμε ή να αναδεικνύουμε αυτά τα δεδομένα στη διπλωματική ατζέντα. Για παράδειγμα, θα ήταν χρήσιμο αν η κυπριακή ηγεσία μπορούσε να πάρει μαζί της στις Βρυξέλλες αντιπροσωπείες οργανώσεων Τουρκοκύπριων πολιτών που είναι θορυβημένες από το καθεστώς του Ερντογάν, το οποίο έχει διαβρώσει τα μέγιστα τον κοσμικό χαρακτήρα της τουρκοκυπριακής κοινότητας.


—Έχετε βρεθεί στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ποιες εικόνες έχετε συγκρατήσει και τι ισχύει με το θέμα του εποικισμού;

Όμως σήμερα η ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» («ΤΔΒΚ»)αριθμεί περίπου 300.000-350.000 κατοίκους. Όπως μαθαίνουμε από δημοσιεύματα του τουρκοκυπριακού Τύπου, βρίσκεται σε εφαρμογή εκστρατεία της ούτω καλούμενης «κυβέρνησης της ΤΔΒΚ» με λήψη συγκεκριμένων ευνοϊκών μέτρων-κινήτρων για επαναπατρισμό των απόδημων Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τουρκοκυπριακής ηγεσίας που τεχνηέντως διοχετεύονται στον εγχώριο και ξένο Τύπο, ανέρχονται σε αριθμό ανάλογο του σημερινού πληθυσμού στην υπό τουρκική κατοχή περιοχή.


Επίσης, στις συναντήσεις του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν με την τουρκοκυπριακή ηγεσία δεν λείπει ποτέ η νουθεσία προς τους «αδελφούς Τούρκους της Κύπρου» να καταβάλουν όλες τους τις δυνάμεις για την αύξηση της πληθυσμιακής ισχύος τους, ώστε η Βόρεια Κύπρος να φτάσει, αν όχι να υπερκεράσει, τον πληθυσμό της Νότιας. Να αναφέρουμε ότι αυτό υφίσταται ως κατ' αρχήν συμφωνία στις μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις για πληθυσμιακή αναλογία 4:1 στο υπό δημιουργία ομοσπονδιακό κράτος στην Κύπρο.


Βέβαια, πρέπει να τονιστεί ότι η διαπραγμάτευση γίνεται επί της αρχής ότι τίποτα δεν συμφωνείται αν δεν συμφωνηθούν όλα. Ως εκ τούτου, στον δεδομένο χρόνο κατά τον οποίο δυνητικά θα προκύψει συνολική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος, η πληθυσμιακή αναλογία πολύ πιθανόν να είναι διαφορετική και κατά την επικρατούσα τάση εις βάρος της σημερινής ελληνικής πλειοψηφίας της νήσου, η οποία και θα κληθεί εκ νέου από την τουρκική ηγεσία να αποδεχτεί ακόμη μία οδυνηρή πραγματικότητα.


Πάντως, κάτι που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι ότι στην τουρκοκυπριακή πλευρά υπάρχει μεγάλος αριθμός φοιτητών εύπορων οικογενειών της γειτονικής χώρας που ξεπερνούν τους 100.000 και φοιτούν στα δεκαεπτά πανεπιστήμια που έχουν δημιουργηθεί. Εκεί στηρίζεται η οικονομία του βόρειου κομματιού του νησιού, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στον τουρισμό (υπερπολυτελή ξενοδοχεία και καζίνο). Πρόκειται, βέβαια, για ανθρώπους που βλέπουν το νησί ως μια διέξοδο από την Τουρκία και το κράτος του Ερντογάν.


—Σας δημιουργεί φόβους η επόμενη μέρα των εκλογών στην Τουρκία;

Η τουρκική εξωτερική και αμυντική πολιτική είναι πάγια και έχει μακροχρόνιους στόχους. Είναι καθορισμένη από το Τούρκικο Συμβούλιο Ασφαλείας, άρα δεν βλέπω να προκύπτουν σημαντικές αλλαγές. Απλώς θα επιβεβαιωθεί πλήρως η επεκτατική πολιτική της. Το ζήτημα είναι τι κάνουν Ελλάδα και Κύπρος. Ένα ανάλογο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας θα έπρεπε να λειτουργεί στην Αθήνα με κυπριακή συμμετοχή, χαράσσοντας μια ενιαία εθνική πολιτική. Θα έπρεπε να γίνουμε πιο σοβαροί και να το θεσμοθετήσουμε.

 

Tρία τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, κατά τη χαμηλότερη εκτίμηση, είναι ικανά να καλύψουν τις ανάγκες ενός εκατομμυρίου ή περισσότερων κατοίκων του νησιού (και στις δύο πλευρές του) για περισσότερο από 100 χρόνια, ενώ ορισμένοι αναλυτές υπολογίζουν και παραπάνω. Ωστόσο, τα εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου στο τεμάχιο 12 ενδέχεται να φτάσουν τα 9 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, γεγονός που δημιουργεί τριβές και αναστάτωση, αλλά χωρίς ικανή απάντηση από τη δική μας πλευρά. (AΠΕ)
Tρία τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, κατά τη χαμηλότερη εκτίμηση, είναι ικανά να καλύψουν τις ανάγκες ενός εκατομμυρίου ή περισσότερων κατοίκων του νησιού (και στις δύο πλευρές του) για περισσότερο από 100 χρόνια, ενώ ορισμένοι αναλυτές υπολογίζουν και παραπάνω. Ωστόσο, τα εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου στο τεμάχιο 12 ενδέχεται να φτάσουν τα 9 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, γεγονός που δημιουργεί τριβές και αναστάτωση, αλλά χωρίς ικανή απάντηση από τη δική μας πλευρά. (AΠΕ)


—Θεωρείτε ότι η ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί νέες στρατηγικές συμμαχίες και ότι αλλάζει τις ισορροπίες;

Προφανώς. Η ανατολική Μεσόγειος διέρχεται ενδιαφέρουσες στιγμές. Η επιχειρηματολογία της Άγκυρας στο συγκεκριμένο θέμα είναι ότι ολόκληρη η Κύπρος επικάθεται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα. Απ' αυτό και μόνο αντιλαμβάνεστε το αστείο των επιχειρημάτων. Είναι σαφές ότι η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) που δικαιούται η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει σημαντική ποσότητα φυσικού αερίου και ίσως πετρελαίου.


Ειδικότερα, τρία τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, κατά τη χαμηλότερη εκτίμηση, είναι ικανά να καλύψουν τις ανάγκες ενός εκατομμυρίου ή περισσότερων κατοίκων του νησιού (και στις δύο πλευρές του) για περισσότερο από 100 χρόνια, ενώ ορισμένοι αναλυτές υπολογίζουν και παραπάνω. Ωστόσο, τα εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου στο τεμάχιο 12 ενδέχεται να φτάσουν τα 9 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, γεγονός που δημιουργεί τριβές και αναστάτωση, αλλά χωρίς ικανή απάντηση από τη δική μας πλευρά.


Όταν κάποτε ρώτησα τον Αμερικανό πρέσβη στη Λευκωσία γιατί στη βόρεια πλευρά του νησιού δεν έχει γίνει καθορισμός θαλάσσιων ζωνών και τι θα γινόταν σε περίπτωση καθορισμού τους, η απάντησή του ήταν: «Δεν υπάρχει λόγος να είμαστε προκλητικοί προς την απέναντι πλευρά». Πλέον, τι καταφέραμε; Να δηλώνει η τουρκοκυπριακή κοινότητα ότι πρέπει να υπάρχει κοινή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων. Οι Τούρκοι πάντοτε αυτό έκαναν: τέσσερα βήματα μπροστά, ώστε να κερδίσουν τουλάχιστον τα δύο.


— Δηλαδή πιστεύετε ότι περιοχές της κυπριακής ΑΟΖ μπαίνουν σε σκηνικό «γκρίζων ζωνών»;

Όταν η εταιρεία του ιταλικού κράτους, στο οποίο η Κύπρος έχει δώσει τη μισή δική της ΑΟΖ, ξεκίνησε τις εργασίες με το γεωτρύπανο μπλοκαρίστηκε από τον τουρκικό στόλο και τελικά έφυγε. Τα συμπεράσματα δικά σας. Χρειάζεται μια πανευρωπαϊκή, συγκροτημένη απάντηση.


— Έχετε συμμετάσχει σε δικοινοτικές συνομιλίες αλλά και στα Ηνωμένα Έθνη ως εκπρόσωπος της Κύπρου. Τι αποκομίσατε από την εμπειρία σας;

Αυτό που με θλίβει και έχω διαπιστώσει είναι ότι δεν υπάρχει συνέπεια και συνέχεια στη χάραξη της πολιτικής μας. Θα αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: πριν από δέκα χρόνια, την άνοιξη του 2008, κληθήκαμε στο προεδρικό μέγαρο οι επιλεγέντες διαπραγματευτές των ομάδων εργασίας στις δικοινοτικές συνομιλίες προς ενημέρωση σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές της διαπραγμάτευσης από τον Δημήτρη Χριστόφια, τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Ως μέλος της ομάδας εργασίας «Ασφάλεια και Εγγυήσεις», ήμουν ανάμεσα σε αυτούς που θα έπρεπε να ενημερωθούν. Διαβάζοντας τη διακηρυγμένη επιδίωξη του Προέδρου, τόλμησα να τον ρωτήσω αν υπάρχει ή αν η κυβέρνησή του προτίθεται, τουλάχιστον, να καταστρώσει έναν συγκεκριμένο οδικό χάρτη που να μας οδηγεί στη δηλωθείσα επιδιωκόμενη οριστική απαλλαγή από τη βρετανική στρατιωτική παρουσία και στην αποστρατιωτικοποίηση του νησιού. Να θυμίσω ότι η φράση στο πρόγραμμα Χριστόφια ήταν «επιδιώκουμε την πλήρη αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης της αποχώρησης των βρετανικών βάσεων».


Η απάντηση του Δημήτρη Χριστόφια ήταν ασαφής και παρέπεμπε το θέμα στα εγγόνια μας. Αναρωτιέμαι λοιπόν: δέκα χρόνια μετά, πού βρισκόμαστε; Στο ίδιο σημείο. Αναλωνόμαστε σε διαμαρτυρίες έξω από την Αμερικανική Πρεσβεία προς χάριν εσωτερικής κατανάλωσης. Έτσι, ούτε από την τουρκική στρατιωτική παρουσία έχουμε απαλλαγεί, την οποία θεωρούμε πάντα πρωταρχική επιδίωξη, που επισκιάζει τη βρετανική.


Την τελευταία εξακολουθούμε να τη θεωρούμε λιγότερο επικίνδυνη, ένα θέμα που θα πρέπει να χειριστούμε στο απώτερο μέλλον, σίγουρα μετά την επίλυση των διαφορών με την Άγκυρα. Είμαι της άποψης ότι η αντίληψη «δεν πρέπει να ανοίγουμε μέτωπο και με τη Βρετανία» είναι εσφαλμένη ανάγνωση της πολιτικής του Λονδίνου και εθελοτυφλία μπροστά στην αναπόδραστη πολιτική πραγματικότητα.


Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι εντατικές συνομιλίες στο Κραν Μοντάνα της Ελβετίας, όπου το περασμένο καλοκαίρι τοποθετήθηκε ο Βρετανός αντιπρόσωπος, ο υπουργός Ευρώπης sir Alan Duncan, επικεφαλής τριακονταμελούς αντιπροσωπείας, υπέρ της τουρκικής θέσης για εσαεί παραμονή ενός αριθμού Τούρκων στρατιωτών μετά την επίτευξη λύσης. Αναμφίβολα, ο καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών θα έπρεπε να αποτελεί τον φάρο και την πυξίδα της πολιτικής μας.

 

Η τουρκική εξωτερική και αμυντική πολιτική είναι πάγια και έχει μακροχρόνιους στόχους. Είναι καθορισμένη από το Τούρκικο Συμβούλιο Ασφαλείας, άρα δεν βλέπω να προκύπτουν σημαντικές αλλαγές. Απλώς θα επιβεβαιωθεί πλήρως η επεκτατική πολιτική της. Το ζήτημα είναι τι κάνουν Ελλάδα και Κύπρος.Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Η τουρκική εξωτερική και αμυντική πολιτική είναι πάγια και έχει μακροχρόνιους στόχους. Είναι καθορισμένη από το Τούρκικο Συμβούλιο Ασφαλείας, άρα δεν βλέπω να προκύπτουν σημαντικές αλλαγές. Απλώς θα επιβεβαιωθεί πλήρως η επεκτατική πολιτική της. Το ζήτημα είναι τι κάνουν Ελλάδα και Κύπρος.Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO


— Δώσατε μια διάλεξη με θέμα «Αλεξανδρέττα 1939, Κύπρος 1974, Συρία 2018: Πάγιες πρακτικές και επιδιώξεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής». Ποιος ήταν ο στόχος με την επιλογή αυτών των τριών ιστορικών παραδειγμάτων;

Ήθελα να αναδειχτούν η μεθοδικότητα και οι πάγιες επιδιώξεις της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής και να καταδειχτούν οι κοινοί τόποι, οι ομοιότητες και οι άξονες. Ο ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ διεκήρυττε επανειλημμένα ότι η εξωτερική πολιτική της Νέας Τουρκίας κινείται στο τρίπτυχο ειρήνη, φιλία και ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών με όλα τα έθνη.


Επισήμως, η Τουρκική Δημοκρατία δεν έτρεφε αλυτρωτικές επιδιώξεις επανάκτησης χαμένων εδαφών της διαλυμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην πορεία όμως, από τη δεύτερη δεκαετία της παγίωσης της Τουρκικής Δημοκρατίας, διεφάνη καθαρά ότι όσο επαναστάτης και ριζοσπάστης και να ήταν ο Ατατούρκ και οι διάδοχοί του, δεν αγνόησαν εντελώς το οθωμανικό παρελθόν, ιδιαίτερα ως προς τις εδαφικές βλέψεις σε γειτονικά κράτη.


Η πρώτη ευκαιρία δόθηκε με την Αλεξανδρέττα, η οποία αποτελούσε το καλύτερο μεσογειακό λιμάνι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ήταν υπό γαλλική κηδεμονία μετά την ήττα της Οθωμανικής Τουρκίας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των γαλλικών Αρχών, η σύσταση του πληθυσμού της επαρχίας το 1936 ήταν 39% σουνίτες Τούρκοι, 28% αλεβίτες (αραβόφωνοι και τουρκόφωνοι), 11% Αρμένιοι, 10% σουνίτες Άραβες και 8% Έλληνες ορθόδοξοι υπαγόμενοι στο Πατριαρχείο της Αντιόχειας.


Όμως για τους κεμαλιστές η διαδικασία ανάκτησης της επιρροής της οθωμανικής επιρροής σε αραβικά και άλλα εδάφη είχε ξεκινήσει. Έχοντας κατά νου τον έλεγχο των εμπορικών οδών προς τη Μέση Ανατολή και μέσω αυτής την εκ νέου άσκηση ηγετικού ρόλου στους αραβικούς πληθυσμούς, η Άγκυρα βάζει πλώρη για να πετύχει την ένταξη της αραβικής κατά κύριο λόγο επαρχίας στο τουρκικό κράτος. Και, όπως θα δούμε, το πετυχαίνει αναίμακτα πριν ακόμα ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος.


Η κυβέρνηση της Άγκυρας θέτει το θέμα στην Κοινωνία των Εθνών, διεκδικώντας την αραβική επαρχία. Το 1937 η Γαλλία, σε μια προσπάθεια να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Τουρκία εν όψει του αναμενόμενου πολέμου στην Ευρώπη, παραχωρεί αυτονομία στην επαρχία. Επίσης, επιτρέπει την εγκατάσταση Τούρκων πολιτών. Η Άγκυρα, βέβαια, ισχυρίζεται ότι οι νεοφερμένοι Τούρκοι έποικοι είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ή μετά από αυτόν.


Το 1939 πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα που οδήγησε στην προσάρτηση της συριακής επαρχίας στην Τουρκία. Το γεγονός αυτό προκάλεσε κυβερνητική κρίση στη Συρία και παραίτηση του Προέδρου Χασίμ αλ-Ατασί. Μετά την ανεξαρτησία της Συρίας το 1946 η Δαμασκός συνέχισε να διεκδικεί την επαρχία της Αλεξανδρέττας, πράγμα το οποίο κάνει, έστω και εξασθενημένη, μέχρι και σήμερα.


— Άρα, η ίδια λογική ακολουθήθηκε και το 1974 αλλά και σήμερα με την Αφρίν;

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και ο επακόλουθος ακρωτηριασμός της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974 προκάλεσε κυβερνητική κρίση στην Αθήνα και την τελική κατάρρευση της χούντας, η οποία αντικαταστάθηκε από κυβέρνηση πολιτικών υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στην πρωθυπουργία και τον Γεώργιο Μαύρο στην κεφαλή της ελληνικής διπλωματίας.


Να θυμίσω ότι η πραξικοπηματική κυβέρνηση υπό τον Νίκο Σαμψών έκανε μία και μοναδική δημοσιογραφική διάσκεψη στην κατάμεστη από ανταποκριτές του ξένου Τύπου αίθουσα στην Λευκωσία. Η συνέντευξη δόθηκε λίγες μέρες πριν από την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου. Σε αυτήν ο πραξικοπηματίας ΥΠ.ΕΞ. Δημήτριος Δημητρίου ρωτήθηκε από ξένο ανταποκριτή ποια θα είναι η πολιτική της νέας κυβέρνησης απέναντι στην τουρκική μειονότητα. Εκείνος απάντησε ότι «η αλλαγή διακυβέρνησης είναι καθαρά ελληνικό εσωτερικό θέμα, το οποίο δεν αφορά την ΤΚ κοινότητα».

 

Στις πιεστικές ερωτήσεις για το πολιτικό μέλλον του νησιού δήλωσε: «Επαναλαμβάνω, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Θα συνεχίσουμε τις διακοινοτικές συνομιλίες ως μέθοδο προς επίτευξη λύσης».


— Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το βασικότερο συμπέρασμα από αυτά τα τρία ιστορικά γεγονότα;

Κοιτάζοντας συγκριτικά τη στρατιωτική επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» για την κατάληψη κουρδικών εδαφών στη Συρία με την προσάρτηση της Αλεξανδρέττας το 1939, βλέπουμε ότι και στις δύο περιπτώσεις η Άγκυρα έχει την ίδια μεθόδευση. Εκτός του ότι θεωρούν ότι οι Χετταίοι είναι πρόγονοι των Τούρκων, επικαλούνται τη δημιουργία ζωνών ασφαλείας για την προστασία του τουρκικού κράτους από «αυτονομιστές Κούρδους τρομοκράτες».


Παράλληλα, το κοινό στοιχείο της ζώνης ασφαλείας υπάρχει, όπως είδαμε, και στην περίπτωση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Όπως η τουρκική εισβολή στην Κύπρο είχε ως πρόσχημα την προστασία της τουρκικής μειονότητας, έτσι και στην τουρκική επέκταση στη Συρία, τόσο το 1939 όσο και το 2018 στην Αφρίν, η Άγκυρα επικαλείται και την προστασία των σουνιτών Τουρκομάνων.


Θυμάμαι τον επιφανή Τούρκο δημοσιογράφο Μεχμέτ Αλί Μπιράντ, τον μόνο Τούρκο δημοσιογράφο στον οποίο επετράπη να ακολουθήσει ως πολεμικός ανταποκριτής τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής στην Κύπρο το 1974. Είχα την τύχη να τον ακούσω να μιλά μία φορά πριν από τον θάνατό του σε ελληνικό ακροατήριο στη Λευκωσία και να λέει στους Έλληνες ακροατές του: «Έχετε την εντύπωση ότι ο τουρκικός στρατός βρίσκεται στην Κύπρο για τα γαλανά μάτια των Τουρκοκυπρίων; Δεν έχουν γαλανά μάτια, ούτως ή άλλως».


— Το Κυπριακό θεωρείται ένα θέμα χαμένων ευκαιριών. Κρίνετε ότι μπορούμε να δούμε κάποια στιγμή τη λύση του συγκεκριμένου προβλήματος;

Αναλόγως του περιεχομένου της εκάστοτε «λύσης». Όπως διακρίνουμε, πάντως, οδεύουμε προς μια διζωνική διπεριφερειακή ομοσπονδία, δηλαδή σε ένα μοντέλο που δεν φαίνεται να είναι πραγματοποιήσιμο. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης. Έχει λειτουργήσει;


— Τελικά, είναι πιο ισχυρή η γλώσσα της ισχύος ή εκείνη της διπλωματίας;

Δύσκολο ερώτημα. Η διπλωματική οδός έχει τα θετικά της, αλλά, δυστυχώς, στις διεθνείς σχέσεις η γλώσσα της ισχύος γίνεται ολοένα και πιο αποτελεσματική. Και είναι λυπηρό που το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ περιθωριοποιείται με αυξανόμενο ρυθμό.

 

Η Σειρά Διαλέξεων Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου πραγματοποιείται στο Σπίτι της Κύπρου, Ξενοφώντος 2Α στο Σύνταγμα.