Έχω μια φίλη, που τη γνωρίζω προτού γίνει αστέρας της ελληνικής τηλεόρασης. Καθώς τα χρόνια της γνωριμίας μας είναι πολλά, είμαι σε θέση να αναγνωρίζω ακόμα τις ποιότητες που με έκαναν να τη συμπαθήσω. Τις διατηρεί ατόφιες στο γυαλί και στα social media, έχει την ίδια εξυπνάδα και τσαχπινιά, τα κύματα θετικότητας, τον ενθουσιασμό με τον οποίο ζει τη ζωή.

 

Το feed της, οι φωτογραφίες της, είναι συνήθως γεμάτα από αυτά τα στοιχεία. Αρκετά ώριμη και καλλιεργημένη ώστε να μπορεί να το υποστηρίξει, υποδέχεται όλους αυτούς που την παρακολουθούν στην τηλεόραση και στο σαλόνι του λογαριασμού της στο Ιnstagram. Αναπόφευκτα, είμαι κι εγώ ανάμεσα σε αυτούς.


Πριν από λίγο καιρό είδα στο feed μου μια φωτογραφία της, στην οποία γελούσε πονηρά, ποζάροντας με το σύνολο της ημέρας. Ήταν λίγο απρόσμενο, μου τράβηξε την προσοχή και τη χάζεψα 30 δευτερόλεπτα παραπάνω. Καθώς ήμουν έτοιμη να πατήσω το αναμενόμενο like, το βλέμμα μου έμεινε σε ένα σχόλιο κάτω από τη φωτογραφία. «Ωραίο το παντελόνι Ε. μου, αλλά το μπλουζάκι δεν είναι σωστό, δεν σε κολακεύει». Γούρλωσα τα μάτια. Το σχόλιο ήταν σε κοινή θέα. Άνοιξα τη φωτογραφία και άρχισα να κοιτάζω τα σχόλια. Ανακαλύψω πως υπήρχαν κι άλλα, αρκετά μάλιστα, που σχολίαζαν με παρόμοιο τρόπο την εμφάνισή της. Έμεινα άναυδη.


Έχω μια άλλη φίλη, που δεν είναι αστέρας της ελληνικής τηλεόρασης. Είναι μονάχα μια πολύ πολύ όμορφη κοπέλα, με προσωπικό στυλ, που έχει μια κανονική ζωή και τη ζει όσο καλύτερα μπορεί. Καθώς χάζευα ένα story της, στο οποίο φορούσε μια ολόσωμη λιλά φόρμα, και έστειλα πάλι την απαραίτητη καρδούλα, εκείνη μου έστειλε ένα screenshot από ένα προσωπικό μήνυμα. «Πολύ ωραία η φόρμα σου, αγάπη μου, αλλά εγώ θα τη φορούσα με άλλα παπούτσια».

 

Οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα ζει περιθωριοποιημένη και καταπιεσμένη, αυτοκαταστρέφεται, ξεκινώντας να επιτίθεται στα μέλη της ίδιας της της ομάδας, στην προσπάθειά της να επιβάλει τους κανόνες που της έχουν υποβάλει ήδη οι δυνατότεροι. Όλη αυτή η κατάσταση είναι απόρροια της καταπίεσης από την πατριαρχία.


Καμία από τις δύο γυναίκες, ανεξάρτητα από τον βαθμό δημοτικότητάς τους, δεν είχε θέσει το ερώτημα «πώς σας φαίνεται το σημερινό μου σύνολο;» ή οτιδήποτε αντίστοιχο που να ζητάει αξιολόγηση. Καμιά τους δεν ζήτησε τη γνώμη των άλλων για την εμφάνισή της. Πιθανότατα ένιωθαν πολύ τέλειες και πολύ κούκλες εκείνη την ημέρα. Είναι και οι δυο τους δυνατές, αξιοπρόσεχτες και προσπαθούν να ζουν και να ντύνονται με τον τρόπο που τις εκφράζει περισσότερο.

 

Τι δίνει, λοιπόν, το δικαίωμα ή το έναυσμα στις γυναίκες να σχολιάζουν με τέτοιον τρόπο την εμφάνιση μιας άλλης γυναίκας; Δεν νομίζω ότι οι άντρες κάνουν κάτι παρόμοιο μεταξύ τους.

 

Η βάση της βελούδινης επίθεσης είναι στάνταρ: νιώθουμε απειλή κάθε φορά που αντικρίζουμε ή βιώνουμε κάτι που είναι εκτός των κουτιών στα οποία έχουμε εκπαιδεύσει τον εαυτό μας να μπαίνει.
Η βάση της βελούδινης επίθεσης είναι στάνταρ: νιώθουμε απειλή κάθε φορά που αντικρίζουμε ή βιώνουμε κάτι που είναι εκτός των κουτιών στα οποία έχουμε εκπαιδεύσει τον εαυτό μας να μπαίνει.


Αν και κατά την άποψή μου κάνω πολύ νορμάλ ενδυματολογικές επιλογές, έχω υπάρξει κι εγώ θύμα τέτοιας συμπεριφοράς. Υπήρξαν περίοδοι που στο γραφείο, σχεδόν σε καθημερινή βάση, άλλες γυναίκες έκαναν μπροστά σε άλλους σχόλια για την εμφάνισή μου, π.χ. πόσο «πρέπον» ήταν αυτό που φορούσα ή όχι, πόσο ωραίο ή όχι. Καθότι ευαίσθητη, ένιωθα πολύ άσχημα και όταν προσπάθησα να καταλάβω γιατί συμβαίνει αυτό, μία μου απάντησε: «Λυπάμαι πολύ αν σε κάνει να νιώθεις έτσι. Ειλικρινά, το λέω για το καλό σου». Ακόμα πιστεύω πως αυτό που είπε τότε ήταν απόλυτα ειλικρινές.

 

Από την άλλη, από την ασήμαντη θέση μου νιώθω υπεύθυνη για τον όλο χαμό. Αρκετά χρόνια πριν, όταν ξεκίνησα να γράφω για μόδα, μία από τις δραστηριότητές μου ήταν να σχολιάζω ανώνυμα τις «καλοντυμένες» και «κακοντυμένες» σε ένα κουτσομπολίστικο σάιτ. Δημοσίως, με πολύ πιο ευγενικό και χαριτωμένο τρόπο (για τη δική μου αισθητική, πάντα), έχω σχολιάσει τα ρούχα διασημοτήτων.

 

Έχω γράψει με υπόγειο χιούμορ και μεταξένια κακία ή με καυστικό τρόπο για γυναίκες που βλέπω στο Ίντερνετ ή στον δρόμο. Στα σχόλια υπήρχαν γυναίκες που επικροτούσαν τη γνώμη μου, που «επιτέλους, κάποιος το έλεγε» και, το καλύτερο, άντρες που με παρότρυναν να λέω κι άλλα για να νουθετώ τις νεότερες.

 

Σήμερα δεν είμαι καθόλου περήφανη που το έκανα αυτό, αλλά τη στιγμή που έγραφα εκείνα τα σχόλια ένιωθα μια σχεδόν ζωώδη δύναμη και μια ανωτερότητα που τότε την είχα πολλή ανάγκη. Όταν η έξαψη έφευγε, γινόταν δηλητήριο που το έπινα αργά και βασανιστικά. Από τη στιγμή που έγραφα με δηκτικό τρόπο για τα ρούχα μιας άλλης γυναίκας και είχα άποψη γι' αυτά, ήξερα από μόδα, ήξερα τι σημαίνει στυλ, γινόμουν ένας φωτεινός φάρος γούστου μέσα στο φτωχό μου διαμέρισμα στα Άνω Πατήσια.

 

Το γεγονός πως ξεκινούσα αυτή την κουβέντα είχε δύο στόχους: α) αυτοπροβολή (bingo!) και β) προσπάθεια καταπολέμησης του προσωπικού μου φόβου πως δεν είμαι αρκετά «μοδάτη», με το να υποδεικνύω στους άλλους τι είναι «κομψό» και τι όχι. Η πρόφαση της μόδας γινόταν το δικό μου όπλο για να ξεχωρίσω από την αγέλη.


Στην κλασική, αγέρωχη και παμπάλαια υπόδειξη «δεν σε κολακεύει» τα πράγματα ζορίζουν ακόμα περισσότερο. Η βάση της βελούδινης επίθεσης είναι στάνταρ: νιώθουμε απειλή κάθε φορά που αντικρίζουμε ή βιώνουμε κάτι που είναι εκτός των κουτιών στα οποία έχουμε εκπαιδεύσει τον εαυτό μας να μπαίνει. Μόλις δούμε κάτι τέτοιο, απειλείται αυτό που στο μυαλό μας είναι μια σταθερά, βρισκόμαστε σε κατάσταση συναγερμού και προσπαθούμε να το εξουδετερώσουμε ή να επιτεθούμε.

 

Οι περισσότερες εφηβικές ταινίες αφηγούνται ιστορίες κοριτσιών που κανένας δεν πρόσεχε στο σχολείο μέχρι που άλλαξαν τα μαλλιά και τα ρούχα τους, βάφτηκαν και έγιναν «ελκυστικά» στα μάτια των αγοριών.
Οι περισσότερες εφηβικές ταινίες αφηγούνται ιστορίες κοριτσιών που κανένας δεν πρόσεχε στο σχολείο μέχρι που άλλαξαν τα μαλλιά και τα ρούχα τους, βάφτηκαν και έγιναν «ελκυστικά» στα μάτια των αγοριών.


Εν προκειμένω, το θέμα μας είναι πως η επίθεση στρέφεται εναντίον του οικοδομήματος που χρόνια τώρα αποτελούσε το Νο 1 όπλο που έχουν οι γυναίκες για να κερδίσουν αποδοχή και προσοχή. Οι περισσότερες εφηβικές ταινίες αφηγούνται ιστορίες κοριτσιών που κανένας δεν πρόσεχε στο σχολείο μέχρι που άλλαξαν τα μαλλιά και τα ρούχα τους, βάφτηκαν και έγιναν «ελκυστικά» στα μάτια των αγοριών. Δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια ‒ μια κοπέλα, για να αποδείξει πόσο έξυπνη και ικανή ήταν, έπρεπε πρώτα να περάσει τη φάση «Σταχτοπούτα» και καταρχάς να γίνει αποδεκτή οπτικά.


Η πιο αγαπημένη μου θεωρία, όμως, σχετικά με τον λόγο που οι γυναίκες επιτίθενται σε άλλες γυναίκες αφορά την καταπίεση. Οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα ζει περιθωριοποιημένη και καταπιεσμένη, αυτοκαταστρέφεται, ξεκινώντας να επιτίθεται στα μέλη της ίδιας της της ομάδας, στην προσπάθειά της να επιβάλει τους κανόνες που της έχουν υποβάλει ήδη οι δυνατότεροι. Όλη αυτή η κατάσταση είναι απόρροια της καταπίεσης από την πατριαρχία.


Το απίθανο, βέβαια, εδώ είναι πως οι γυναίκες χρησιμοποιούμε τη μόδα ως εργαλείο επιβολής και βασανιστηρίου, όταν ο ίδιος ο πυρήνας της, η καρδιά της, χτυπά στους ρυθμούς της αυτοδιάθεσης, της μοναδικότητας, της προσωπικής ταυτότητας.

 

Όλα τα σπουδαία που έφερε η μόδα έγιναν γιατί κάποιοι άνθρωποι έβγαλαν τη σκέψη, την αισθητική και την ταυτότητά τους μπροστά για να προτείνουν κάτι καινούργιο. Η μόδα φτιάχτηκε για να μας φέρνει ενώπιον των αισθητικών μας επιλογών, για να επαναδιαπραγματεύεται τη λέξη «γούστο» και να γίνεται βαρόμετρο της κοινωνίας και των εμμονών μας. Δεν είναι δεσμοφύλακας των γυναικών, δεν είναι δίπλωμα που πρέπει να πάρεις, μετάλλιο που πρέπει να κατακτήσεις. Είναι το πνευματικό σου παιχνίδι, η απεικόνιση του εαυτού σου, ή άποψή σου πάνω στην αισθητική σήμερα. Είναι ελευθερία.

 

Οπότε, την επόμενη φορά που θα δούμε μια γυναίκα να φορά κάτι που μας «χτυπάει» ως μη κολακευτικό, ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα. Αυτό που μας «χτυπάει» είναι συνήθως αυτό που μας καταπιέζει.