'Εχασε τη γυναίκα του. Παπούς-παπούς, ογδονταφεύγα, η γκάμα του από επιδοτήσεις για τα τεύτλα μέχρι τα βουλευτικά. Μαράζωσε, κλείστηκε σπίτι, "θα τον βγάλουν τέσσερις", έλεγαν, "φτάνει ο 'Αγγελός του όπου να'ναι". Κι ο παπούς βγήκε. Στην αρχή με μια ζακετούλα κόκκινη που φορούσε η νεκρή στα πανηγύρια. Μετά πέρασε στις κομπινεζόν και στις ρόμπες τις κλαρωτές που φύλαγε η συγχωρεμένη για τα νοσοκομεία. Και πιο μετά έβαλε και τα σκουλαρίκια της τα χρυσά του αρραβώνα και τα κολιέ της και τις καρφίτσες της με τα ψευτοδιαμαντάκια. 'Ανοιγαν τα παράθυρα να τον δουν και δεν πίστευαν το τι έβλεπαν οι άλλοι. Κι όταν άρχισαν οι χοντράδες και τα χειροκροτήματα του γύρισε το μάτι του παπού κι άρχισε να ουρλιάζει έξω απ'το καφενείο: Δεν είμαι τραβεστί παλιοκερατάδες, να την μυρίζω θέλω, να την φοράω και να μου'ρχεται ο ιδρώτας της ο άγιος, τι να καταλάβετε εσείς από έρωτες καραγκιόζηδες.

 

Και δεν μίλησε κανείς.

'Εκλεισαν και τη μουσική και το βούλωσαν οι καραγκιόζηδες.