Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες
άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα.
Μόνο είδα, φεύγοντας πρωί, στην πόρτα μου τολύπες
τα ρόδα, και γυρίζοντας έκοψα μια γιρλάντα.

/κωστάκης κ.

 

Στη βεράντα βγαίνω μόνο για να καπνίσω. Και για ν' απλώσω ρούχα. Και για να τα μαζέψω όταν (επιτέλους) στεγνώσουν. Δεν βεραντίζομαι, σπανίως με θυμάμαι να κάθομαι και να χαζεύω περαστικούς. Λίγα φυτά, σκληροτράχηλες γιούκες κυρίως για να μην μ' έχουν ανάγκη κάθε λίγο και λιγάκι. Μένω μέσα, κοιτάζω πίσω απ'το τζάμι –όταν κοιτάζω. Κι ακόμα σχεδιάζω με την αναπνοή πάνω στα τζάμια καρδούλες με βέλη κι αρχικά βαφτιστικών. Το χειμώνα προσπαθώ να γράψω ολόκληρα τα ονόματα, μετά θαμπώνω τη τζαμαρία και τα σβήνω με το μανίκι πριν τα δει κανείς.


Και στα ξενοδοχεία προτιμώ τα δωμάτια-κουτιά. Κάτι γούβες που ξέφυγαν του αρχιτέκτονα και τις δίνουν στους χειρότερους πελάτες. Αλλά εμένα μ' αρέσει. Καπνίζω με την καρδιά μου και καμαρώνω τις τολύπες που μοιάζουν με τις λύπες κι είναι απ' τις πρώτες λέξεις που αγάπησα στον Καρυωτάκη.


Αβέραντη, αμπάλκονη, θα μπορούσα να περάσω τη μισή μου ζωή (κι άλλη τόση) καθισμένη σ' έναν καναπέ, καθόλου να μη βγω έξω, με τα παντζούρια κλειστά κι αναμμένο το ηλεκτρικό. Δεν αγάπησα και ποτέ μου τη φύση, ούτε αυτή άλλωστε  με συμπάθησε.

 


Αλλά καθόλου δε με νοιάζει. Εδώ και τέσσερα χρόνια έχω κάνει κλαίουσα βεράντα το crying game. Bγαίνω, απλώνω, τινάζω κανένα σεντονάκι, μπήγω τα κλάματα  -σα να είμαι μέσα, αλλά με θέα το έξω.Και μ' αρέσει, μ' αρέσει πολύ αυτό το μπαλκονάκι. Κουνάω και το μαντήλι στον Στάθη, στο βάθος. Ίσως άμα με πιάσουν τα ξεντροπιάσματα τον φωνάξω καμιά φορά να καθήσουμε στις σεζ  λονγκ και να μου μιλήσει για θέες.