Στην ταινία The Rental (2020), που προβάλλεται αυτές τις μέρες στα αμερικανικά drive-in και ξεκινά να παίζεται στις ελληνικές αίθουσες στις 6 Αυγούστου, δύο ζευγάρια νοικιάζουν ένα σπίτι στην εξοχή μέσω Αirbnb για να διαπιστώσουν πως υπάρχουν σ' αυτό εγκατεστημένες κάμερες που τους παρακολουθούν. Κι αυτό είναι μονάχα η αρχή ενός Σαββατοκύριακου, ανεμελιάς αρχικά, που εξελίσσεται σε Σαββατοκύριακο τρόμου.

Το μοτίβο των διακοπών που πηγαίνουν στραβά είναι σύνηθες στο σινεμά, ειδικότερα στο σινεμά τρόμου. Αντλεί τη δυναμική του από τον κοινό (και πραγματικό) φόβο απώλειας του ελέγχου και από την επικράτηση του χάους σε βάρος του όποιου σχεδιασμού.


Ιδού, λοιπόν, μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα κινηματογραφικών ταινιών, όπου ο προγραμματισμός των ηρώων πήγε περίπατο.

 

Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά

(The man who knew too much, 1956)

του Άλφρεντ Χίτσκοκ

 

 

Ριμέικ της ομώνυμης ταινίας του Χίτσκοκ από τον ίδιο, όπου ζεύγος Αμερικανών τουριστών πηγαίνει ταξίδι στο Μαρόκο μαζί με το βλαστάρι του, το οποίο θα πέσει θύμα απαγωγής. Για να το ανακτήσουν, θα μπλέξουν σε μια ιστορία κατασκοπείας, θα «ξυπνήσουν» στον πραγματικό, επικίνδυνο κόσμο, όπου ο έλεγχος της κατάστασης είναι πρακτικά αδύνατος, με τον άνδρα της οικογένειας να ενηλικιώνεται, αποδεχόμενος τις ευθύνες του ως πατρός και συζύγου. Tυπική ψυχαγωγία υψίστης ποιότητος διά χειρός Χίτσκοκ, ο οποίος μπορεί να αντλήσει σασπένς ακόμα και από μια παρτιτούρα – βλέπε τη θρυλική σκηνή στο Albert Hall.

 

Η Πισίνα

(La Piscine, 1969)

του Ζακ Ντερέ

 

 

O Ζαν-Πολ και η Μαριάν περνούν τις καλοκαιρινές τους διακοπές στη γαλλική Ριβιέρα, σε μια έπαυλη εξοπλισμένη με την πισίνα του τίτλου. Ο ερχομός του πρώην εραστή της Μαριάν και της κόρης του θα διαταράξει τις ισορροπίες. Τον ερωτισμό και τη ραστώνη του πρώτου ημιώρου διαδέχονται η ζήλια, τα (όχι και τόσο) κρυφά πάθη και ο ανταγωνισμός. Η βία είναι θέμα χρόνου να ξεσπάσει κι όταν αυτό συμβαίνει, η αστυνομική προδικασία έχει την πρωτοκαθεδρία. Σχόλιο για την εγωκεντρική μεγαλοαστική τάξη και μαγνητισμός στα όρια του ποινικού αδικήματος από το πρωταγωνιστικό κουαρτέτο σε μια ταινία ιδανικά πλασμένη για θερινές προβολές.

 

Long Weekend

(1978)

του Κόλιν Ίγκλστοουν

 

 

Ζευγάρι πηγαίνει για κάμπινγκ σε ερημική παραλία, αψηφά τη φύση, συχνά με τον πλέον βάναυσο τρόπο, κι εκείνη εκδικείται –σωστά μαντέψατε– με τον πλέον βάναυσο τρόπο επίσης. Υπόδειγμα ατμόσφαιρας, με την απειλή να παραμένει απροσδιόριστη στο μεγαλύτερο μέρος της, σε μια cult δημιουργία αυστραλιανής προέλευσης που αναβίωσε λίγο μετά το 2000. Η δημοφιλία της την οδήγησε σε ένα κάκιστο ριμέικ με τον Τζιμ Καβίζελ. Είναι ανοιχτή (και) σε ιδιαίτερα συντηρητικές αναγνώσεις, αν αναλογιστείς τι άλλο λογαριάζει ως έγκλημα απέναντι στη φύση, σε κάθε περίπτωση, όμως, συνιστά επιβεβλημένη προβολή για τους φίλους του σινεμά τρόμου.

 

Frantic

(1988)

του Ρομάν Πολάνσκι

 

 

H ατμοσφαιρική μουσική του Ένιο Μορικόνε

 

Γιατρός επισκέπτεται μετά της συζύγου του το Παρίσι χρόνια μετά το πρώτο τους παθιασμένο ταξίδι εκεί, μπαίνει για ντους και, όταν βγαίνει, εκείνη έχει εξαφανιστεί. Το προσωπικό του ξενοδοχείου και οι Αρχές απαντούν αδιάφορα στις εκκλήσεις του για βοήθεια κι έτσι την αναζητά μόνος, μπλέκοντας σε μια ιστορία που περιλαμβάνει ναρκωτικά, κατασκοπεία, διεθνή τρομοκρατία και μια σέξι νεαρή. Το ψυχολογικό θρίλερ του Ρομάν Πολάνσκι με την ατμοσφαιρικη μουσική του Ένιο Μορικόνε μπορεί να διαβαστεί και σαν μια φαντασιωτική, εφιαλτικά ερωτική (ή ερωτικά εφιαλτική) περιπλάνηση του ήρωα, όχι πολύ μακριά από εκείνη του Τομ Κρουζ στο Eyes Wide Shut.

 

Wolf Creek

(2005)

του Γκρεγκ ΜακΛίν

 

 

Στην παράδοση του αυστραλιανού νέου κύματος των '70s, που παρουσίασε το αυστραλιανό τοπίο ως μια αφιλόξενη περιοχή, γεμάτη κινδύνους έτοιμους να καταρρίψουν την ψευδαίσθηση υπεροχής του Δυτικού ανθρώπου, ο Γκρεγκ ΜακΛίν επιφύλαξε σε τρεις περιπλανώμενους τουρίστες τη χειρότερη δυνατή μοίρα, τοποθετώντας στο διάβα τους έναν από τους σαδιστικότερους δολοφόνους που έχουμε δει στο πανί – ειδικά αυτό που κάνει στη σπονδυλική στήλη ενός και το ηχητικό εφέ που το συνοδεύει δεν θα τα ξεχάσουμε ποτέ. Aκολούθησε ένα μετριότατο σίκουελ και μια τηλεοπτική σειρά που πέρασε και δεν ακούμπησε, ενώ ο ίδιος ο ΜακΛίν δεν έκανε την καριέρα που αναμέναμε.

 

Tο μικρό σπίτι στο δάσος

(The cabin in the woods, 2011)

του Ντρου Γκόνταρντ

 

 

Πέντε φίλοι –αρχέτυπα που συναντούμε σε ανάλογες ταινίες τρόμου– κανονίζουν εκδρομή αναψυχής στο «μικρό σπίτι στο δάσος» του τίτλου και ανακαλύπτουν την τρομακτική, αιματοβαμμένη αλήθεια πίσω από αυτό. Την ηθελημένα συμβατική εισαγωγή ακολουθεί μια απολαυστική, meta-αποδόμηση του είδους του τρόμου, η οποία τα βάζει με τα κλισέ του είδους αλλά και με το ίδιο το κοινό σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του σινεμά του φανταστικού την περασμένη δεκαετία. O Ντρου Γκόνταρντ επιχείρησε, δύο χρόνια πριν, να κάνει κάτι αντίστοιχο με το ταραντινικό σινεμά στο Bad times at the El Royale, με το αποτέλεσμα να είναι επιεικώς μέτριο.

 

Το παιχνίδι του Τζέραλντ

(Gerald's Game, 2017)

του Μάικ Φλάναγκαν

 

 

To ερωτικό διήμερο που σχεδίαζαν η Τζέσι και ο Τζέραλντ στο απομονωμένο εξοχικό τους στη λίμνη παίρνει εφιαλτική τροπή όταν αυτός παθαίνει ανακοπή και πεθαίνει, μ' εκείνη να βρίσκεται δεμένη με χειροπέδες στο κρεβάτι. Ο Μάικ Φλάναγκαν μοιάζει να παίρνει τη σκυτάλη από τους Ρομπ Ράινερ και Φρανκ Ντάραμποντ στον ρόλο του «επίσημου κινηματογραφικού διασκευαστή» των γραπτών του Στίβεν Κινγκ σε μια ταινία με αρκετή αγωνία, μετρημένα και αποτελεσματικά jump scares και μια γραφική σκηνή, την οποία παρακολουθείς μέσα από τις χαραμάδες των δαχτύλων. Όλα καλά μέχρι το απαράδεκτο τελευταίο πεντάλεπτο που, όπως σκωπτικά έγραφε ένας φίλος, είναι λες και το σκαρφίστηκε ο «Κούτζο, το βρομόσκυλο».

 

Μεσοκαλόκαιρο

(Midsommar, 2019)

του Άρι Άστερ

 

 

Παρέα Αμερικανών, που δεν έχει δει ποτέ της φιλμ παγανιστικού τρόμου, προγραμματίζει ειδυλλιακή εκδρομή σε ένα σουηδικό χωριό για να γιορτάσουν το θερινό ηλιοστάσιο. Περιττό να πούμε ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά – όσοι είδαν το ντεμπούτο του Άρι Άστερ, το Hereditary, μπορούν να φανταστούν πόσο άσχημα μπορεί να πάνε, σε μια ταινία που με αυθάδεια τοποθετεί το κρεσέντο της στη μέση και από εκείνο το σημείο κι έπειτα μοιάζει να ξεχνά το φρένο. Ο υπογράφων εξακολουθεί να έχει θέμα με την ηθική της εικονογραφίας του Άστερ –δεν μπορεί π.χ. να καμώνεσαι πως παίρνεις στα σοβαρά τον θρήνο του ήρωα και να χρησιμοποιείς κατ' αυτόν τον τρόπο το πτώμα του ανθρώπου που έχασε–, αλλά το ταλέντο του σε επίπεδο ελέγχου πάνω στο υλικό του είναι αδιαμφισβήτητο.