Ο Σερζ Τουμπιανά είναι πρόεδρος της Unifrance, του οργανισμού για την προώθηση της γαλλικής ταινίας στο εξωτερικό, και ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο, αποτελώντας τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της ένδοξης μνήμης που κάποτε υπηρέτησε μαχητικά, ως συντάκτης και μετέπειτα διευθυντής των «Cahiers du Cinéma», και του σαφώς πιο εμπορικά προσανατολισμένου παρόντος του. Τον θυμάμαι, ως φοιτητής στο Institut Français de Presse, να δίνει διαλέξεις ως υπέρμαχος της nouvelle vague και δεν κρύβω πως μου ακούγεται κάπως περίεργο να τον φαντάζομαι να μιλάει εκτεταμένα με αγοραστές στη Βραζιλία για τις δυνατότητες του νέου «Θεέ μου, τι σου κάναμε;», αλλά εξηγεί τι σημαίνει ο αμισθί, τιμητικός ρόλος του που σκέφτεται αν θα ανανεώσει για μια ακόμη διετία για να αφοσιωθεί στο βιβλίο που γράφει, μια μονογραφία για τη σπουδαία Έλεν Σκοτ, τη μεταφράστρια και πνευματική γκρούπι του Φρανσουά Τριφό τη δεκαετία του '60. Κατά κάποιον τρόπο, ο Τουμπιανά δεν χάνει την ταυτότητά του και τις προτιμήσεις του στην προσπάθειά του να κατανοήσει την ευρύτερη εικόνα μιας κινηματογραφίας που διατηρεί τη σινεφιλία της και παράλληλα κυνηγάει με ρεαλισμό την επαφή της με τις ατραπούς της διασκέδασης ενός άστατου νεανικού κοινού.

 

— Βρίσκω ενδιαφέρον το ότι ένας σκληροπυρηνικός κριτικός όπως εσείς, ιστορικό μέλος των «Cahiers du Cinéma», είναι πρόεδρος της Unifrance σε μια περίοδο κατά την οποία το γαλλικό σινεμά έχει στραφεί για τα καλά στον κινηματογράφο είδους. Με κάθε ειλικρίνεια, συμμερίζεστε την αμηχανία, ή και λύπη, των φανατικών θαυμαστών του παλιού γαλλικού σινεμά, δηλαδή των ταινιών με φιλοσοφικό και πολιτικό περιεχόμενο, των υπαρξιακών δραμάτων, ακόμα και των αισθηματικών ιστοριών όπως αποδίδονταν, με ρεβιζιονιστικό τρόπο, και σίγουρα όχι με τρόπο που θα ικανοποιούσαν απαραίτητα το μεγάλο κοινό;

Δεν είμαι νοσταλγός του παρελθόντος. Έκλεισα τα 70 μου χρόνια και η θητεία μου στην Unifrance αποτελεί κάτι εντελώς νέο για μένα. Μετά από 25 χρόνια στο περιοδικό και 13 χρόνια ως μάνατζερ στη Γαλλική Ταινιοθήκη ‒πολλά από τα οποία δίπλα στον Κώστα Γαβρά‒, είναι η πρώτη φορά που συναναστρέφομαι τους «εξαγωγείς» των γαλλικών ταινιών. Πρόκειται για νέους ανθρώπους ‒πολλοί εκ των οποίων γυναίκες‒, έξυπνους και δραστήριους επαγγελματίες, σε άμεση επαφή με την αγορά και τους buyers απ' όλον τον κόσμο. Από κάθε άποψη βλέπω το γαλλικό σινεμά από μια καινούργια οπτική και με ενδιαφέρει πολύ, γιατί δεν ήμουν ποτέ δογματικός. Είμαι φιλομαθής και ανοιχτός, χωρίς προκαταλήψεις.

 

Ο Γούντι Άλεν δε νομίζω οτι μπορεί πια να γυρίσει ταινία στις ΗΠΑ, μετά από αυτά που του καταλογίζουν. Είναι τρομερός ο κομφορμισμός και ο στραβός χειρισμός της πολιτικής ορθότητας εκεί. Ο νέος κώδικας Χέϊζ που εφαρμόζεται με φοβίζει σε όλα τα επίπεδα, μιλώντας για την πολιτική, σεξουαλική και φυλετική εκπροσώπηση. Ακόμη και το πώς γελάμε με τους εαυτούς μας, οι Αμερικανοί θελουν πια να βάλουν σε τάξη. Αυτό δεν γίνεται!.

 

— Πιστεύετε πως ο συσχετισμός μεταξύ του εμπορικού και του καλλιτεχνικού φιλμ έχει αλλάξει;

Σαφώς. Για παράδειγμα, η ζήτηση για λαϊκές κωμωδίες έχει αυξηθεί όχι μόνο στη Γαλλία αλλά σε όλον τον κόσμο. Ωστόσο, η Γαλλία καταφέρνει να διατηρεί την ισορροπία μεταξύ των ταινιών για όλα τα κοινά και των ταινιών του δημιουργού. Πολλές αγορές αναζητούν και εν τέλει αγοράζουν τον καινούργιο Οζόν, τον καινούργιο Ασαγιάς, τον καινούργιο Οντιάρ. Και στη Cinémathèque προσκαλούσαμε όλων των λογιών τους σκηνοθέτες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν ήρθε ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, γέμισαν όλες οι αίθουσες με κόσμο που ήρθε να δει τις ταινίες του σε ρετροσπεκτίβα και του ζητήσαμε να μιλήσει ως μέρος του masterclass.

 

Δέχτηκε με χαρά, το κοινό τον χειροκροτούσε όρθιο κι εκείνος μας είπε συγκινημένος πως ήταν η σπουδαιότερη στιγμή στην καριέρα του στο εξωτερικό, μετά την πρεμιέρα του «E.T.» στις Κάννες το 1982. Θεωρώντας τον auteur και όχι έναν ακόμα business manager ταινιών, ισάξιο του Χίτσκοκ, ειδικά στις εξαιρετικές τελευταίες ταινίες του, τον ρωτούσαμε μόνο για τη mise en scène και όχι για τα εκατομμύρια εισιτήρια που έχει κόψει. Στην καρδιά ενός τόσο μεγάλου δημιουργού που αγαπήθηκε όσο κανένας επί δεκαετίες βρίσκεται η σκηνοθεσία. Κι αυτό εκτίμησε στη χώρα μας, δηλαδή το ότι εμείς το επισημαίνουμε.

 

— Υπάρχουν παραδείγματα Γάλλων δημιουργών με εμπορική απήχηση;

Ο Ζακ Οντιάρ. Ο Ζαν Πολ Ραπενό, που έχει μεγαλώσει πλέον. Προσπάθησε να φτιάξει σοφιστικέ κωμωδίες, όπως ο «Σιρανό», με επιμελημένη γλώσσα και πάντα πολύ καλά σενάρια. Και ο Ερίκ Ρομέρ, που έφυγε από τη ζωή πριν από 10 χρόνια, έκανε εμπορικές ταινίες. Οι ρετροσπεκτίβες του λειτουργούν με το νέο κοινό, που θέλει να τις δει σε μεγάλη οθόνη.

 

— Ποιες γαλλικές ταινίες προτιμούν οι Αμερικανοί;

Τις σοφιστικέ, όχι τις λαϊκές, γιατί αυτό τους λείπει πλέον. Ο Γούντι Άλεν δεν νομίζω ότι μπορεί πια να γυρίσει ταινία στις ΗΠΑ μετά από αυτά που του καταλογίζουν. Είναι τρομερός ο κομφορμισμός και ο στραβός χειρισμός της πολιτικής ορθότητας εκεί. Ο νέος κώδικας Χέιζ που εφαρμόζεται με φοβίζει σε όλα τα επίπεδα, όσον αφορά την πολιτική, σεξουαλική και φυλετική εκπροσώπηση.

 

Οι Αμερικανοί θέλουν να βάλουν σε τάξη ακόμα και το πώς γελάμε με τον εαυτό μας πια. Αυτό δεν γίνεται! Μία από τις μεγαλύτερες σκηνοθέτιδες στον κόσμο είναι η Κάθριν Μπίγκελοου. Το «Detroit» ήταν σπουδαία ταινία. Της επιτέθηκαν επειδή τόλμησε να τη σκηνοθετήσει, αν και δεν είναι μαύρη. Είναι παράλογο. Δηλαδή ο Τζον Φορντ ήταν εγκληματίας επειδή έκανε ταινίες για τους Ινδιάνους;

 

Αυτό που πάντα επιδιώκω, οπουδήποτε στον κόσμο διοργανώνουμε εκδηλώσεις, είναι να βάζω στο πρόγραμμα τουλάχιστον μια αποκατεστημένη παλιά γαλλική ταινία. Έτσι, για να δει το κοινό της Γιοκοχάμα, ποιός ήταν ο Ζακ Μπεκέρ. Ο θησαυρός είναι τεράστιος. Φωτο: Stéphane Lavoué
Αυτό που πάντα επιδιώκω, οπουδήποτε στον κόσμο διοργανώνουμε εκδηλώσεις, είναι να βάζω στο πρόγραμμα τουλάχιστον μια αποκατεστημένη παλιά γαλλική ταινία. Έτσι, για να δει το κοινό της Γιοκοχάμα, ποιός ήταν ο Ζακ Μπεκέρ. Ο θησαυρός είναι τεράστιος. Φωτο: Stéphane Lavoué

 

— Στη Γαλλία δεν έχετε πρόβλημα με την υφέρπουσα λογοκρισία;

Κανένα. Δεν υπάρχουν ταμπού εδώ. Καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι νομίζει και κρίνεται από το αποτέλεσμα.

 

— Την αντίδραση της Κατρίν Ντενέβ στο κίνημα metoo ‒για να αναφέρω την πιο γνωστή που εναντιώθηκε στην υπερβολή που ενδεχομένως να οδηγήσει στην αποστείρωση‒ πώς τη βρίσκετε;

Υγιή. Είμαι πολύ φίλος με την Ντενέβ και συμμερίζομαι απόλυτα τις απόψεις της γιατί τις εκφέρει μια γυναίκα που υπήρξε τελείως ελεύθερη σε όλη της τη ζωή. Παντρεύτηκε και χώρισε όποιον ήθελε, έκανε παιδιά με όποιον προτιμούσε, είχε πολλούς εραστές και γύρισε ταινίες με τους δικούς της όρους, χωρίς να παίζει το παιχνίδι των άλλων. Δίνει το παράδειγμα και σε άνδρες, για να μη θεωρηθεί πως μιλάω αποκλειστικά για τις γυναίκες. Στη Γαλλία, το 25% των ταινιών γυρίζεται από γυναίκες και το ποσοστό αυξάνεται. Δεν υπάρχει νόμος που να το λέει, γιατί δεν χρειάζεται.

 

— Θεωρείτε πως ο Λικ Μπεσόν άλλαξε το πρόσωπο του γαλλικού κινηματογράφου;

Όχι. Ο Μπεσόν είναι κυρίως παραγωγός. Οι ταινίες του ομολογώ πως δεν μου αρέσουν. Οι παλιές του, το «Απέραντο Γαλάζιο» και το «Subway», κάπως, στην εποχή τους. Έχει ισχυρή άποψη για το πώς μπορούν να γυριστούν γαλλικές ταινίες στα αμερικανικά πρότυπα και να πουληθούν με επιτυχία στο εξωτερικό, γνωρίζει την πατέντα δηλαδή. Στάθηκε πολύ θετικά για την εγχώρια βιομηχανία. Πιο συγκεκριμένα, τα εισιτήρια των γαλλικών ταινιών στο εξωτερικό το 2018 ήταν μόλις 40 εκατομμύρια, έναντι των 80 εκατομμυρίων του 2017, γιατί το «Βαλέριαν» του Μπεσόν έκοψε μόνο του τα 30, ειδικά στην Κίνα, όπου σημείωσε τρομερή επιτυχία!

 

Το γαλλικό σινεμά δεν αποτελεί εξαίρεση: χρειάζεται blockbusters, μέσα κι έξω από τα σύνορα. Αν με ρωτάτε τι προτιμώ, έχοντας τον Τριφό, τον Γκοντάρ και τον Ρενέ ως φάρους, θα σας έλεγα τον Οντιάρ, τον Οζόν και τη Μία Χάνσεν Λοβ. Ωστόσο, το γούστο μου δεν επηρεάζει τον ρόλο μου στην επικοινωνία και στην προώθηση των υπόλοιπων γαλλικών ταινιών στο εξωτερικό. Αυτό που με ενθουσιάζει είναι πως, όποτε πάω στη Νέα Υόρκη και κάνουμε τη μεγάλη παρουσίαση στο Lincoln Center, μας ζητούν την Κλερ Ντενί και τον Ολιβιέ Ασαγιάς, γιατί επιθυμούν διακαώς να δουν έργα δημιουργών.

 

 

Voyage à travers le cinéma français (2016)

 

— Το μεγάλο αφιέρωμα του «New Yorker» στην Κλερ Ντενί μήπως είναι ένα μικρό σημάδι αναζήτησης του καθαρόαιμου σινεμά του δημιουργού ως ενός είδους που εξαφανίζεται;

Νομίζω πως ναι. Ο Μπερτράν Ταβερνιέ γύρισε για λογαριασμό της γαλλικής τηλεόρασης ένα ντοκιμαντέρ πολλών επεισοδίων με τίτλο «Ὰ travers du cinéma français» πάνω στον Κλοντ Οτάν Λαρά, τον Σασά Γκιτρί και τον Ρομπέρ Μπρεσόν ανάμεσα σε άλλους. Είναι χαρακτηριστικό της συνεχούς ανακατασκευής της μνήμης του σινεμά που η Γαλλία δεν απώλεσε ποτέ, όπως, για παράδειγμα, η Ιταλία, στην οποία έχουν μείνει η νοσταλγία και η μελαγχολία για μια βιομηχανία που έχει εκλείψει προ πολλού.

 

Γίνονται συνεχώς αφιερώματα στο Κέντρο Πομπιντού και στην Ταινιοθήκη, παράλληλα με τις νέες κυκλοφορίες των σκηνοθετών της τρέχουσας γενιάς. Αν δεν πάρεις κάτω από τις φτερούγες σου δημιουργούς όπως ο Μάρκο Φερέρι ή και ο Φεντερίκο Φελίνι, θα ξεχαστούν, ακόμη και στη χώρα τους. Πώς θα έχουμε να πούμε κάτι για το μέλλον μας αν δεν ανατρέξουμε στο πλούσιο παρελθόν; Εκεί βρίσκεται η δύναμή μας.

 

— Έχετε κάποιο πλάνο για το μέλλον, συγκεκριμένο ή ασαφές, σε σχέση με τον ρόλο που έχετε αναλάβει; Μάλλον όχι (γελάει). Αυτό που πάντα επιδιώκω, οπουδήποτε και να διοργανώνουμε εκδηλώσεις, είναι να βάζω στο πρόγραμμα τουλάχιστον μία αποκατεστημένη παλιά γαλλική ταινία. Έτσι, για να δει το κοινό της Γιοκοχάμα ποιος ήταν ο Ζακ Μπεκέρ. Ο θησαυρός είναι τεράστιος.

 

— Τι πιστεύετε για την κουλτούρα του Netflix;

Είναι θέμα στρατηγικής το να πουλάς στο κοινό σου ταινίες σαν το «Roma» και το «Irishman», που είναι το εντελώς αντίθετο της έννοιας του σινεμά που υπηρετούν, ως συμπλήρωμα του βασικού μενού σου και πολύ κρίμα για το κοινό να τις βλέπει σε τόσο μικρή οθόνη και να μην εκτιμά το τέμπο, τη φωτογραφία και τη σκηνοθεσία!