Λίγο πριν συναντήσω τον Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ στο Φεστιβάλ Βενετίας, το πρώτο πράγμα που ήθελα να τον ρωτήσω ήταν γιατί γύρισε τον «Τουρίστα». Να του το θέσω πονηρά, για να καταλάβει πως η ταινία δεν βλεπόταν, χωρίς να του το πω στα ίσια. Και να υπονοήσω, διατηρώντας ένα φιλικά στραβό χαμόγελο, πώς είναι δυνατόν ο δημιουργός του «Οι ζωές των άλλων» να δραπετεύσει τόσο μακριά από την εμπορική τέχνη, σε ένα εμπορικό, όπως αποδείχτηκε, προβληματίζοντάς μας όλους, αλαλούμ. Το γεγονός πως ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας στα γερμανικά μεταφράζεται ως «Έργο χωρίς δημιουργό» ειρωνικά και συμβολικά ταίριαζε γάντι στον «Τουρίστα»: μια ταινία που θα μπορούσε να την υπογράψει ανυπόγραφα ο οποιοσδήποτε, ένα φιλμ του σωρού με λάμψη και σταρ, που αν δεν τους είχε, θα είχε απορριφθεί αβλεπεί. Ένα άψυχο πράμα.


Ο δίμετρος και βάλε Γερμανός, ο ψηλότερος ίσως εργαζόμενος σκηνοθέτης στον κόσμο, ήταν ένας ευγενικός γίγαντας, μορφωμένος και τρυφερός, caring και εξαιρετικά γλυκομίλητος, ένας άνθρωπος που ξέρει να ακούει και να απαντάει. Ξεκινήσαμε με τη σαφή έμπνευση του «Μη χαμηλώνεις το βλέμμα», τον άλλο γίγαντα της ζωγραφικής, τον Γκέρχαρντ Ρίχτερ, και τον ρώτησα για ποιον λόγο άλλαξε τα ονόματα, αν δηλαδή ήταν επιλογή ή επιβεβλημένη απόφαση. «Ήθελα να αποφύγω τα ανούσια κομμάτια της ζωής του Ρίχτερ. Ο άνθρωπος μου αφιέρωσε 4 εβδομάδες από τη ζωή του, γνωρίζοντας πως εγώ θα έκανα το δικό μου στόρι, ανεξάρτητα από συγκεκριμένες πράξεις του. Επίσης, δεν είναι ο τύπος που θα με σταματούσε ή θα έβαζε εμπόδια. Δεν κάνει τέτοια, πιστεύει στην αυτονομία του συναδέλφου του, ακόμα κι αν εκείνος προέρχεται από διαφορετικό μέσο. Κυρίως πιστεύω πως ο ρεαλισμός μιας προσωπικής ιστορίας επιτυγχάνεται από την ερμηνεία των γεγονότων και από τον διαφορετικό τους χειρισμό, όχι από την κυριολεκτική τους έκθεση».

 

Δεν πα' να έχεις κάνει τις «Ζωές των Άλλων», σκέφτηκα. Να είσαι δαφνοστεφανωμένος, να ακούς τα καλύτερα, να σε θεωρούν το μεγάλο ταλέντο, τον ένα και μοναδικό. Ακόμα κι ένα τέτοιο στραβοπάτημα έχει καταγωγή και αιτία ‒προσωπική ή λύση ανάγκης‒, για να γίνει η επόμενη δουλειά σωστή και άρτια.

 

Μάλιστα! Πέρα από την τρομερή διαδρομή του Ρίχτερ, την πολλαπλή ενηλικίωση και τα δεινά που τράβηξε από τον ναζί πατέρα της αγαπημένης του, που αποδεικνύεται πως ήταν υπεύθυνος για τον βασανισμό και τον θάνατο της λατρεμένης του θείας, η ταινία πραγματεύεται τη γερμανική ψυχή, την έννοιά της μέσα στον χρόνο, την ψηλάφηση στο ερώτημα «τι σημαίνει να είσαι Γερμανός». Και για να βάλω κι «εμάς» στην κουβέντα, του θύμισα πως οι υπόλοιπες χώρες έχουν πλέον μια άλλη αντίληψη του όρου και του λαού του, μάλλον αρνητική. «Για παράδειγμα, η Ελλάδα εξακολουθεί να διεκδικεί αποζημιώσεις πολέμου και να βλέπει μια θεωρητική σύμμαχο συλλήβδην ως εχθρό». Μετά από παύση, απέφυγε να πάρει θέση, λέγοντας πως δεν γνωρίζει ακριβώς τις παραμέτρους. Ηθικά, ωστόσο, επέμεινε πως η Γερμανία οφείλει να προσπαθεί πάντα για να διορθώνει, να συνεισφέρει, να αναδεικνύει. «Η Ελλάδα, η Γαλλία και η Γερμανία είναι οι πυλώνες της ιστορικής Ευρώπης. Αν δεν είναι ευχαριστημένες και συνεννοημένες, υπάρχει πρόβλημα».


Όσο για τη γερμανική ψυχή, έδωσε μια μακροσκελή απάντηση, το κεντρικό νόημα της οποίας ήταν πως το σημαντικό σημείο της ταινίας γι' αυτόν ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στον ναζί και στον καλλιτέχνη, στην εξουσία που αλλάζει μορφή, απειλεί να ευνουχίσει και να εκτροχιάσει, καθώς και τη δύναμη που χρειάζεται ένας οραματιστής για να επιβιώσει ή, έστω, να βρει τη φωνή και την ταυτότητά του. Δεν πα' να έχεις κάνει τις «Ζωές των Άλλων», σκέφτηκα. Να είσαι δαφνοστεφανωμένος, να ακούς τα καλύτερα, να σε θεωρούν το μεγάλο ταλέντο, τον ένα και μοναδικό. Ακόμα κι ένα τέτοιο στραβοπάτημα έχει καταγωγή και αιτία ‒προσωπική ή λύση ανάγκης‒, για να γίνει η επόμενη δουλειά σωστή και άρτια. Μετά από αυτό, δεν ρώτησα τίποτα για τον «Τουρίστα». Σίγουρα θα μου απαντούσε ο Ντόνερσμαρκ με ίσιο χαμόγελο. Αλλά το θεώρησα αγενές.