Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 72 ετών ο γνωστός σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου και πρώην διευθυντής του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, Χρίστος Σιοπαχάς. Ο σκηνοθέτης πέθανε ξαφνικά στο σπίτι του στη γενέτειρα του, στο Φρέναρος Αμμοχώστου, από ανακοπή καρδιάς. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα με την καρδιά του. Δυστυχώς το όνομα του δεν θυμίζει πολλά σήμερα στους νεότερους Έλληνες κινηματογραφόφιλους – και είναι κρίμα, γιατί άφησε πίσω του μία σπουδαία ταινία.

 

Λένε πως η δεκαετία του '80 είναι η δεκαετία κατά την οποία το ελληνικό σινεμά έπεσε σε μια βαθιά ανυποληψία. Δύσκολο να κάνεις αυτή την κουβέντα χωρίς να παραδεχτείς τα χειρότερα: Ναι, υπήρξαν σκηνοθέτες-κομήτες που πέρασαν από το Κέντρο, πήραν μια βαρβάτη επιχορήγηση και γύρισαν μια ταινία που κανένας δεν ήθελε να δει, εξαργυρώνοντας τον κομματικό τους αγώνα. Αυτό το «άνοιγμα» όμως έδωσε και σπουδαίες ταινίες με την υπογραφή σημαντικών σκηνοθετών που ενδεχομένως κανένας παραγωγός δεν θα χρηματοδοτούσε, ταινίες για τις οποίες θα μιλάμε και μετά από τριάντα χρόνια από τώρα. Τις περισσότερες απ' αυτές τις είδαμε, ευτυχώς, στο Άστορ, χάρη στην προσπάθεια της Χαμένης Λεωφόρου του Ελληνικού Σινεμά (ευτυχώς δηλαδή που υπήρξε κι αυτή η ενέργεια γιατί αν περιμέναμε από τους επίσημους φορείς...). Υπάρχουν όμως και ταινίες που δεν κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη φήμη τους μέσα στα χρόνια – και μία απ' αυτές τυγχάνει να αποτελεί, κατά την προσωπική μου άποψη, μια κορυφαία στιγμή του Νέου Ελληνικού Σινεμά: «Η Κάθοδος των εννιά» του Σιοπαχά.

 

Η μεγάλη του στιγμή ήταν η «Κάθοδος», ένα συνταρακτικό μνημείο της ανθρώπινης απελπισίας, κινηματογραφημένο με τραχύ αλλά και επιδέξιο στιλ, φιλμ «καμένο» από τον ελληνικό ήλιο αλλά με δάνεια και από τον Σαμ Πέκινπα, φιλμ μεγάλης δύναμης, δύναμης που ο Σιοπαχάς δεν κατόρθωσε να πλησιάσει με τις επόμενες του ταινίες.

 

Είναι μια πολύ ιδιαίτερη ταινία, γυρισμένη το 1983 (παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το '84) και βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού. Διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 1949, στο τέλος δηλαδή του Εμφυλίου Πολέμου, και παρακολουθεί μια ομάδα εννέα ανδρών που προσπαθεί κρυφά να κατέβει από τα ψηλά του Ταΰγετου στη θάλασσα. Το νερό ελάχιστο, η αγωνία υπέρμετρη, η μοίρα τους προδιαγεγραμμένη. Και ο καμβάς παραπέμπει πότε στο γουέστερν και πότε στην αρχαία τραγωδία. Εκτός από τα βραβεία της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (Πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, Β' Ανδρικού Ρόλου για τον Βασίλη Τσάγκλο) η ταινία κέρδισε και τη Χρυσή Σφαίρα στο 14ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας το 1985. Στη χώρα μας έκανε μεγάλη αίσθηση – ενόχλησε όμως το ΚΚΕ: Στην τότε ΚΝΕ οι καθοδηγητές παρουσίαζαν το φιλμ ως «φασιστική προπαγάνδα που θέλει να παρουσιάσει τον αγώνα του λαού στον Εμφύλιο ως αμερικανικό γουέστερν». Τι τα θες, γνωρίσματα της εποχής.

 

Η τελευταία του παράσταση στον ΘΟΚ ήταν ο «Ρινόκερος» του Ιονέσκο το 2014 ενώ η πρώτη ήταν το 1994 με το έργο του Μπράιαν Φρίελ «Χορεύοντας στη Λουνάσα», παράσταση που σήμερα θεωρείται ιστορικής σημασίας.
Η τελευταία του παράσταση στον ΘΟΚ ήταν ο «Ρινόκερος» του Ιονέσκο το 2014 ενώ η πρώτη ήταν το 1994 με το έργο του Μπράιαν Φρίελ «Χορεύοντας στη Λουνάσα», παράσταση που σήμερα θεωρείται ιστορικής σημασίας.

 

Ο Χρίστος Σιοπαχάς υπέγραψε επίσης τις ταινίες μικρού μήκους «Ο ήρωας της σιωπής» (1976), «Πολίτες» (1977), τις ταινίες ντοκιμαντέρ «Καθρέπτες» (1975), «Μια άλλη Κύπρος» (1976), «Υπάρχει ένα αστέρι» (1979), «Η Χαρίτα Μάντολες στέκεται δίπλα μου» (1980), «Ο χρόνος της πραγματικότητας» (1987), «Μαουτχάουζεν» (1988), «Χαρίλαος Φλωράκης - Η προσωπογραφία ενός ηγέτη» (1989), «Το 1940 και η Κύπρος» (1993), «Το χρήμα και οι τράπεζες» (2000), ενώ είχε κάνει και σειρές ντοκιμαντέρ για λογαριασμό της ΕΡΤ. Το 1995 η ταινία του «Το φτερό της μύγας» έλαβε Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, άφησε όμως αδιάφορο το κοινό. Η δε τελευταία του ταινία «Πέντε Σελίνια Νάιλον» ολοκληρώθηκε το 2016, αλλά δεν έχει προβληθεί εξαιτίας νομικών διαφορών με τον παραγωγό. Η τελευταία του παράσταση στον ΘΟΚ ήταν ο «Ρινόκερος» του Ιονέσκο το 2014 ενώ η πρώτη ήταν το 1994 με το έργο του Μπράιαν Φρίελ «Χορεύοντας στη Λουνάσα», παράσταση που σήμερα θεωρείται ιστορικής σημασίας.

 

Η μεγάλη του στιγμή όμως ήταν η «Κάθοδος», ένα συνταρακτικό μνημείο της ανθρώπινης απελπισίας, κινηματογραφημένο με τραχύ αλλά και επιδέξιο στιλ, φιλμ «καμένο» από τον ελληνικό ήλιο (όπως ακριβώς και η Ευδοκία του Δαμιανού) αλλά με δάνεια και από τον Σαμ Πέκινπα, φιλμ μεγάλης δύναμης, που ο Σιοπαχάς δεν κατόρθωσε να πλησιάσει με τις επόμενες του ταινίες. Λες και έχει σημασία, εδώ που τα λέμε: αν έχεις καταθέσει μία φορά ένα σημαντικό έργο, αυτό ζει για πάντα.

 

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας ήταν και η μουσική της, την οποία υπέγραφε ο καταξιωμένος Κύπριος συνθέτης Μιχάλης Χριστοδουλίδης. Η επιμιξία των ηλεκτρονικών στοιχείων (κοινός τόπος σε πολλά soundtracks της συγκεκριμένης περιόδου) με βιόλες και φλάουτα, πάντα όμως μέσα σε ένα μινιμαλιστικό πλαίσιο, κυλά, παραδόξως, αρμονικά, από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα. Στη ρυθμική «βάση» εντοπίζεις επιρροές από Tangerine Dream και Klaus Schulze, αλλά τα έγχορδα και τα πνευστά «σπάνε» το άκαμπτο της φύσης της με αξιοθαύμαστη χάρη: το τελικό αποτέλεσμα, μοντέρνο όσο και άκρως λυρικό. Προσωπικά μου είναι αδύνατο να κρατήσω τη συγκίνησή μου ακούγοντας τον «Αποχαιρετισμό στον Ταΰγετο», το εναρκτήριο track του δίσκου που εξέδωσε η Virgin λίγο μετά τη βράβευση της ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Είναι ένα από τα σπουδαία, ξεχασμένα soundtracks του ελληνικού κινηματογράφου – που δυστυχώς είναι μάλλον υπεράριθμα.

 

Στο οπισθόφυλλο του soundtrack για το φιλμ υπάρχει και ένα σημείωμα του Βασίλη Ραφαηλίδη, που νομίζω πως δεν έχει δημοσιευτεί σε καμία από τις ανθολογίες κειμένων του. Έτσι, το παραθέτω ολόκληρο εδώ:

 

«Αν υπόκρουση είναι αυτό που «κρούεται από κάτω» και όχι ευθέως όπως σε μια συναυλία, τότε το να μπορείς να κάνεις τη μουσική ν' ακούγεται κάτω απ' την εικόνα, χωρίς να συντρίβεται απ' την εικόνα, είναι στη μυθική κυριολεξία ένα έργο τιτάνειο: δεν είναι εύκολο να υποβαστάξει τη "βαρειά" εικόνα ο "αβαρής" διευθετημένος ήχος, χωρίς να μετατραπεί σε ηχητικό κονιορτό. Συνεπώς, ο συνθέτης της υπόκρουσης, όταν δε θέλει να χρησιμοποιήσει πονηρά το φιλμ σα φορέα και διανομέα μιας μουσικής με αυτάρκεια πρέπει να είναι έτοιμος να σηκώσει στους ώμους του το μεγάλο βάρος των αντικειμένων της εικόνας. Κι όταν τούτα τα αντικείμενα έχουν μια βαρύνουσα ιστορική σημασία, όπως στην «Κάθοδο των εννέα», το εγχείρημα μπορεί να καταλήξει σε σισύφειο μαρτύριο για τον συνθέτη: όταν ανεβάζει την εικόνα στη θεαματική της κορύφωση, τόσο πιο επικίνδυνη γίνεται η κατολίσθηση. Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης παρακολουθεί τους εννιά στην κάθοδο τους στον Άδη της ελληνική Ιστορίας σαν ψυχοπομπός και σα ψυχαγωγός. Ψυχοπομπός γιατί παίρνει την ψυχή τους μία μία, με τη σειρά της τελευταίας εκπνοής, και την πέμπει στα βουνά και τα λαγκάδια για να σμίξει με το θρόισμα των καψαλισμένων δέντρων και το κελάρυσμα των παγιδευμένων πηγών, και ψυχαγωγός διότι δεν επιτρέπει στο θεατή που ακούει και τον ακροατή που βλέπει να χάσει κι αυτός την ψυχή του μέσα σε τούτη την ιεροτελεστεία μιας ανοίξεως που 'ταν μαζί και καλοκαίρι, και φθινόπωρο, και χειμώνας: καμία ήττα δεν είναι βαρειά όταν δεν είναι οριστική και κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος όταν γίνεται μουσική. Κι ακριβώς, μέσα στην εκπληχτική μουσική το Χριστοδουλίδη που υποβαστάζει την εικόνα του Σιοπαχά και το λόγο του Βαλτινού μπορεί ν' ακούσει κανείς τον τελευταίο στεναγμό εννιά ανθρώπων που κάποτε τραγούδησαν, έστω και φάλτσα, το μεγάλο τραγούδι της λευτεριάς».

 

 

Το σάουντρακ της ταινίας