«Το όνομα της Ντόρις Ντέι συνοδεύεται συνήθως από μια έντονη ευωδιά αθωότητας των πρώιμων '50's και την εικόνα μιας ποπ-αρτ ξανθιάς που η απλότητά της από τότε ακόμα ερμηνευόταν ως άμεσα νοσταλγική. Η παρουσία της υπονοούσε εμφατικά ότι ο κόσμος ήταν βασικά ΟΚ και ότι τα ξανθά κορίτσια με την πρόσχαρη φωνή και την υγιή φιγούρα ήταν προορισμένα να συναντήσουν καλά παιδιά που θα τις φλέρταραν αθώα και καλλίφωνα σε ακρογιαλιές λουσμένες με σεληνόφως. Ήταν η σπιτική εστία που σιγόκαιγε καθησυχαστικά, αρνούμενη την ύπαρξη του ψυχρού πολέμου...»

 

«...Πάνω απ' όλα, ήταν η επιτομή της αισιοδοξίας, όπως τα μεταπολεμικά χρόνια των πρώτων μεγάλων επιτυχιών της ήταν πεισματικά ελπιδοφόρα και θρησκευτικά προσηλωμένα στα ραντεβού, στους δίσκους 45 στροφών και στα banana splits παγωτά. Είναι εύκολο να την υποτιμήσει κάποιος. Οι οπαδοί της όμως ήταν φανατικά πιστοί και η ενέργειά της απολύτως αυθεντική. Και το πιο εντυπωσιακό σε σχέση με τον υποδειγματικό επαγγελματισμό της είναι ότι η καριέρα της επέζησε άνετα σχετικά στα '60s, υιοθετώντας νέες μόδες χωρίς να αλλάξει πραγματικά η φύση της εικόνας της...

 

Η απόφασή της να αποτραβηχτεί από το σινεμά είχε ενδεχομένως να κάνει και με τον θάνατο το 1968 του Μάρτιν Μέλχερ, του συζύγου, παραγωγού της, αλλά και καταχραστή – όπως οδυνηρά αποκαλύφθηκε – περίπου 20 εκατομμυρίων δολαρίων από την περιουσία της.

 

«...Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρξε μια από τις πρώτες τραγουδίστριες, οι δίσκοι της οποίας καταναλώνονταν ως «ποπ» μουσική από το εφηβικό κοινό. Δεν θα πρέπει επίσης να υποτιμάται η ποιότητα της φωνής της: όχι μόνο ήταν άψογη τραγουδίστρια τεχνικά, αλλά επιπλέον η «τραγουδιστική» φωνή της διέθετε μια φυσική δραματική ισχύ που την κουβαλούσε πέρα από τις υποκριτικές της ικανότητες. Ακούγοντας πολλά από τα σάουντρακ των ταινιών της, σου δημιουργείται η πεποίθηση ότι τα φιλμ ήταν πιο βαθιά και πιο συναισθηματικά απ' ό,τι ίσχυε στην πραγματικότητα...

 

«...Ο τελευταίος πρωταγωνιστικός της ρόλος σε ταινία ήταν το 1967 και από τότε μοιάζει να έχει αποσυρθεί οριστικά στον κόσμο των διαφημίσεων μαργαρίνης και στη φροντίδα των ζώων. Η απόφασή της να αποτραβηχτεί από το σινεμά είχε ενδεχομένως να κάνει και με τον θάνατο το 1968 του Μάρτιν Μέλχερ, του συζύγου, παραγωγού της, αλλά και καταχραστή – όπως οδυνηρά αποκαλύφθηκε – περίπου 20 εκατομμυρίων δολαρίων από την περιουσία της».

 

Αυτά μεταξύ άλλων είχε γράψει στο λήμμα Doris Day (Doris von Kappellhoff), o επιφανής ιστορικός του σινεμά Ντέιβιντ Τόμσον, στην πρώτη έκδοση του The New Biographical Dictionary of Film.

 

Προσωπικά, την έχω κυρίως συνδέσει - με πολλή αγάπη και συμπάθεια – μ' αυτές τις στυλάτες "Eastmancolor / Cimemascope" ρομαντικές κομεντί που έπαιζε με τον Ροκ Χάντσον στο μεταίχμιο ανάμεσα στα '50s και στα '60s - ειδικά στο απείρως διασκεδαστικό και χάρμα ιδέσθαι "Pillow Talk" του 1959.

 

Με τον Ροκ Χάντσον στο "Pillow Talk" του 1959
Με τον Ροκ Χάντσον στο "Pillow Talk" του 1959

 

Δεν είχαν βεβαίως τη δύναμη, το πνεύμα και τις μεγαλειώδεις ατάκες των screwball αριστουργημάτων κορυφαίων σκηνοθετών και πρωταγωνιστών του '30 και του '40, αποτελούν όμως πάντα μια όαση ποπ αρτ ευζωίας και μπουρζουά ανεμελιάς καθώς το Χόλιγουντ εισερχόταν στην πιο προβληματική δεκαετία του.

 

Αξιοθαύμαστο επίσης και ενδεικτικό της επίμονης φύσης της είναι το γεγονός ότι η Ντόρις Ντέι που πέθανε σήμερα σε βαθύ γήρας («μα ζούσε ακόμα η Ντόρις Ντέι;»), είχε κατορθώσει να περάσει ένα τραγούδι σαν το "Que Sera, Sera (Whatever Will Be, Will Be)" με το οποίο συνδέθηκε και της χάρισε και το Όσκαρ τραγουδιού, σε μια ταινία σαν τον «Άνθρωπο που γνώριζε πολλά» του Χίστσκοκ όπου πρωταγωνίστησε μαζί με τον Τζέιμς Στιούαρτ.