Τι άνθρωπος ήταν ο Κωστής Παπαγιώργης; Πώς διαμορφώθηκε ως συγγραφέας; Πώς τον συστήνουν οι φίλοι, οι συγγενείς, οι συνεργάτες, οι πνευματικοί του σύμμαχοι; Τι πάλευε να κάνει με τις λέξεις; Τι καινούργιο έφερε στα ελληνικά γράμματα;

 

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, αυτός που δεν είχε δώσει ποτέ συνέντευξη στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση παίρνει σάρκα και οστά χάρη σε μια ταινία που φωτίζει κάθε πτυχή της προσωπικότητάς του, κάθε του κατάκτηση. Τίτλος της, «Ο πιο γλυκός μισάνθρωπος».

 

Άλλη μια ταινία-κέντημα της Ελένης Αλεξανδράκη που συμμετέχει αυτές τις μέρες στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και αναμένεται να προβληθεί σύντομα στις αίθουσες.


H Ελένη Αλεξανδράκη ευτύχησε να μοιραστεί πολλά με τον Παπαγιώργη, πέρα από τη συνεργασία τους στο σενάριο της «Νοσταλγού».

 

Γνωρίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '90, την εποχή που εκείνος ετοίμαζε το «Γεια σου, Ασημάκη» και αναζητούσε υλικό για το πορτρέτο του πρόωρα χαμένου φίλου τους Χρήστου Βακαλόπουλου.

 

Ο Παπαγιώργης ανανέωσε το ελληνικό δοκίμιο, τόσο με το ύφος του, αυτό το κράμα σοφίας και μαγκιάς, τρυφερότητας και σκληρότητας, λόγιου και αγοραίου λόγου, όσο και με τη θεματική του. 


«Έτσι ήρθαμε σ' επαφή, για να του μιλήσω για τον Χρήστο, και με την πολύτιμη βοήθεια της γυναίκας του, της Ράνιας, η σχέση μας απέκτησε μια καθημερινότητα.

 

Εκείνη την περίοδο είχε τύχει να πεθάνει κι ο αδελφός μου και έβλεπα πως με τον Κωστή τρέφαμε την ίδια αγάπη για τους νεκρούς, τον ίδιο σεβασμό για τον θάνατο. Μείναμε φίλοι ως το τέλος...».


Πριν ξεκινήσει την ταινία, έπιασε να ξαναδιαβάσει όλα τα βιβλία του, από το «Σύνδρομο Αγοραφοβίας», το «Ίμερος και Κλινοπάλη» και το «Περί μέθης» μέχρι τα «Καπάκια», την «Ομηρική Μάχη» και τον «Εαυτό».


«Ήθελα» λέει, «να δω πώς αντικατοπτρίζεται ο εαυτός του στα γραπτά του, πώς ταυτίζεται με κάθε πρόσωπο για το οποίο μιλάει, πώς προσεγγίζει τα πάντα μέσα από τη δική του ψυχή.


Ο ίδιος πίστευε πως «μόνο σπουδάζοντας το κακό μπορεί ν' ανατείλει μέσα σου η καλοσύνη». Όπως επισημαίνει σ' ένα σημείο της ταινίας και ο Ράμφος, είχε την ανάγκη μιας ευγενικής δικαίωσης του αρνητικού.

 

«Ισόβια απασχόλησή μου», έλεγε, «είναι τα ψεύδη και οι δολιότητες της συνείδησης». Αν του άρεσε πολύ ο Ντοστογιέφσκι, ήταν επειδή έβλεπε και τον παλιάνθρωπο μέσα του. Και ο Παπαδιαμάντης, επειδή ήταν μεταξύ Αγίου Όρους και κρασοκατανύξεων.

 

Είχε κι ο ίδιος θυμούς, ζηλοτυπίες, εκρήξεις –ποιος καλλιτέχνης, ποιος άνθρωπος των γραμμάτων δεν έχει;−, αλλά είχε και την ευφυΐα να κάνει τα πάθη του αντικείμενα μελέτης κι αυτό τον εξαγνίζει στα μάτια μου. Η επαφή με τους φίλους του, κάποιοι από τους οποίους είναι και δικοί μου φίλοι, υπήρξε κι αυτή μεγάλη πηγή απόλαυσης.

 

Ήμουν υποχρεωμένη να ρωτάω και να καθοδηγώ ταυτόχρονα κι εκείνοι, ό,τι έψαχνα, μου το έβρισκαν! Όσο δούλευα το ντοκιμαντέρ, δεν είχα καθόλου λύπη. Είχα την αίσθηση πως κάνω κάτι για έναν πολύ ζωντανό άνθρωπο. Ήταν σαν o Kωστής να βρισκόταν ακόμα στην παρέα μας».

 

Ο Ακύλλας Καραζήσης και ο Αργύρης Πανταζάρας συμμετέχουν στο ντοκιμαντέρ.
Ο Ακύλλας Καραζήσης και ο Αργύρης Πανταζάρας συμμετέχουν στο ντοκιμαντέρ.


Φτιαγμένο με τη φιλοδοξία να θυμίζει μουσική παρτιτούρα, το «Ο πιο γλυκός μισάνθρωπος» ακολουθεί με χρονολογική σειρά τη διαδρομή του συγγραφέα, πατώντας γερά πάνω στα βιβλία του (αποσπάσματά τους διαβάζει ο Ακύλλας Καραζήσης), στις προσωπικές του σημειώσεις (από αυτές διαβάζει ο Αργύρης Πανταζάρας) και στις μαρτυρίες που εκμαίευσε η κ. Αλεξανδράκη από ανθρώπους που τον συναναστράφηκαν και τον γνώρισαν καλά (ανάμεσά τους παλιοί συμμαθητές και παλιοί συμπότες, στενοί συγγενείς και ισόβιοι φίλοι, καθηγητές, δημοσιογράφοι, ποιητές, εκδότες, αρχιτέκτονες, απλοί αναγνώστες, ως και μια ρακοσυλλέκτρια με την οποία ο Παπαγιώργης διασταυρωνόταν καθημερινά).


Μαρτυρίες λίαν αποκαλυπτικές για τον χαρακτήρα του, τις συνήθειες, τις αδυναμίες του, και για το δημιουργικό εκτόπισμά του, οι οποίες ενσωματώνονται στην ταινία χωρίς να την καπελώνουν ως ομιλούσες κεφαλές.

 

Γιος δασκάλου που τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, από το Νεοχώρι Υπάτης, είχε βρεθεί με δυσμενή μετάθεση στο μονοθέσιο δημοτικό της Κύμης, ο Παπαγιώργης υπήρξε μαγκωμένο παιδί. Το στόμα του ήταν κλειστό παράθυρο − κεκέδιζε. Οι παλιοί του συμμαθητές τον θυμούνται νευρικό και συγκρατημένο – «ένα νευρόσπαστο».

 
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και στο 1ο Γυμνάσιο Χαλανδρίου. «Το επάγγελμα του πατέρα του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή του και ως εκ τούτου στα τραύματά του. Ο κύριος Αριστείδης τον είχε στριμώξει, ο Κωστής έπρεπε να είναι το καλό παράδειγμα...».


Η χούντα τον βρίσκει, προσωρινά όπως αποδείχτηκε, φοιτητή στη Νομική Θεσσαλονίκης, να πετάει προκηρύξεις γραμμένες σε πακέτα τσιγάρων από το τρένο της γραμμής.

 

Την ίδια περίοδο, ωστόσο, «μας καλούσε να σπουδάσουμε, να ξεδιπλώσουμε την προσωπικότητά μας, να μη χρησιμοποιούμε τη χούντα ως δικαιολογία για τη μη ανέλιξή μας...».


Δεν υπηρετεί φαντάρος. Έπειτα από δύο αποτυχημένες απόπειρες απόδρασης από το στρατόπεδο της Κορίνθου, τελικά απαλλάσσεται λόγω «αγχώδους απροσαρμοστίας». Λέει πως δεν τον νοιάζει – «Μήπως θα γίνω υπάλληλος στο Δημόσιο; Ή μήπως θα ζητήσω δουλειά από κανέναν πούστη;». Πράγματι, ως τα 46 του ο Παπαγιώργης δεν πήρε ποτέ μισθό. Έβλεπε τα λεφτά των άλλων και τα ζήλευε.

 

Το γραφείο του Κωστή Παπαγιώργη.
Το γραφείο του Κωστή Παπαγιώργη.

 

Κι όμως, έζησε χάρη στα βιβλία. Στο Παρίσι, πουλώντας τα και διαβάζοντάς τα, στο Χαλάνδρι μεταφράζοντας και γράφοντας και στη συνέχεια ως αναγνώστης στον Καστανιώτη και αρθρογράφος στο «Αθηνόραμα», στον «Επενδυτή», στη LiFO.


Η περίοδος του Παρισιού, περίοδος πνευματικού πρωταθλητισμού, βιβλιοκλοπών και φιλοσοφικών αναζητήσεων, διεκδικεί σεβαστό μερίδιο στην ταινία.


«Ο Κώστας», θυμάται ο ποιητής και μεταφραστής Αντώνης Ζέρβας, «ήταν επιθετικός τότε, γιατί είχε ακόμα μεγάλη δυσκολία στην ομιλία. Η πρώτη μας συνάντηση ήταν μέσω ενός ξυλοδαρμού – δεν είναι τυχαίο που έγραψε μετά για τους ξυλοδαρμούς. Και το θέμα μας ήταν ποιος ήξερε καλύτερα τον Χάιντεγκερ!»


«Παρ' ότι ήταν δικτατορία στην Ελλάδα, δεν συζητούσαμε πολιτικά» θυμάται ο Ράμφος. «Συζητούσαμε για τον Όμηρο, για τον Χάιντεγκερ, για όλα αυτά για τα οποία εφλέγετο το Παρίσι.

 

Εκείνη την εποχή υπήρχε ο Φουκό, ο Ντελέζ, άνθρωποι που τους βλέπαμε γύρω μας καθημερινά να διδάσκουν, να δίνουν διαλέξεις. Κι εμείς, ως νέοι από την Ελλάδα, για πρώτη φορά αντιλαμβανόμαστε ότι το ζήτημα του πνεύματος και των γραμμάτων δεν είναι αστείο». Όπως το θέτει η εκδότρια του Ροδακιού Τζούλια Τσιακίρη, «δεν μπορούσαμε παρά να είμαστε μορφωμένοι. Ήταν υποχρεωτικό».

 

Ο Παπαγιώργης έχει αναγνωρίσει πως χρωστάει πολλά σ' αυτή την παρέα των εγγράμματων, πανέξυπνων, γεμάτων αυτοπεποίθηση φίλων του Παρισιού: τον έμαθαν πώς να γράφει κι ακόμα πώς να νιώθει υπεροψία για τη σχέση του με τα βιβλία.

 
Το μεγαλύτερο μάθημα όμως «ήταν η μελέτη της ψυχολογίας τους», σημείωνε. Από τη μεριά του, υποτελής των λεξικών, επιδόθηκε στην αυτομάθεια, χωρίς να αποβλέπει σε πανεπιστημιακά διπλώματα.


Και τα γαλλικά μόνος του τα έμαθε κι έφτασε να μεταφράσει 54 βιβλία. («Δεν πρέπει να μελετηθεί κάποια στιγμή το μεταφραστικό του έργο;» αναρωτιέται ο Χρήστος Γιανναράς.)

 

Τον νεαρό Παπαγιώργη δεν τον ενδιέφερε ο πλούτος ή η κοινωνική καταξίωση. Εκείνο που τον ενδιέφερε, λέει ο Ζέρβας, ήταν η πνευματική υπεροχή. Στην ωριμότητά του, πάντως, απέναντι στους φίλους του και στους ανθρώπους της οικογένειάς του εμφανιζόταν πάντα ταπεινός.


Όπως φαίνεται ανάγλυφα και στην ταινία, τα πρώτα του βιβλία τα έγραψε με το χέρι στις βιβλιοθήκες. Επιστρέφοντας ωστόσο στην Ελλάδα –«στο... ανθεκτικότερο πτώμα της Ιστορίας» κατά τον Ράμφο−, κατάλαβε πως αν ήθελε να φτάσει ως την ψίχα των πραγμάτων έπρεπε να το κάνει μέσα από το βίωμα.

 

Φωτο: Σπύρος Στάβερης/LIFO
Φωτο: Σπύρος Στάβερης/LIFO


Η αναζήτηση αυτού του αυθεντικού βιώματος ήταν το εισιτήριο για την είσοδό του στη «μεγάλη σχολή της σούρας» και στα λαϊκά ξενυχτάδικα όπως η «Ανατολή», μέχρι που το αλκοόλ λίγο έλειψε να τoν εξοντώσει κυριολεκτικά.

 

«Αυτός ο άνθρωπος σαν να είχε κάψει από τα 40 του τα χαρτιά του» λέει η Ζυράννα Ζατέλη. «Διάβασε, ήπιε, έζησε, κινδύνεψε σαν να ήταν πια έτοιμος να φύγει. Κι όμως, από ένα γινάτι, χάρη στη Ράνια και στη δική του πειθαρχία, κέρδισε άλλα τριάντα χρόνια ζωής».


Σ' αυτά τα χρόνια ο Παπαγιώργης ανανέωσε το ελληνικό δοκίμιο, τόσο με το ύφος του, αυτό το κράμα σοφίας και μαγκιάς, τρυφερότητας και σκληρότητας, λόγιου και αγοραίου λόγου, όσο και με τη θεματική του.

 

Σύμφωνα με τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, η συγγραφική του πορεία στηρίζεται σε δύο μεγάλες μεταστροφές: πρώτα εγκατέλειψε τη μελέτη της φιλοσοφίας για να πάει προς τον κόσμο των παθών και στη συνέχεια, από τον κόσμο των παθών, οδηγήθηκε στον κόσμο των προσώπων.


Η πιο ώριμη περίοδός του, για τον Παναγιωτόπουλο, ξεκινάει με τα βιβλία του για τον Παπαδιαμάντη και τον Βακαλόπουλο. Δύο βιβλία που σηματοδοτούν το ενδιαφέρον του για τα «ντόπια ζητήματα».


Τι λογής σκαρίφημα είναι ο νεοέλληνας; Επιχειρώντας να δώσει μια ερμηνεία της Ελληνικής Επανάστασης, ο Παπαγιώργης, σε αντίθεση με τη Γενιά του '30, προσέγγισε το 1821 από τη σκοτεινή του πλευρά, μέσα από τους ανελέητους εμφυλίους από τους οποίους αναδύθηκε το νεοελληνικό κράτος.


«Πέσαν τότε όλοι να τον φάνε» αναγνωρίζει ο Ζέρβας, αλλά «ακόμα κι αν δεν συμφωνείς μαζί του, αυτή η πλοκή που έστησε, η πλοκή της μνησικακίας, δεν παύει να είναι διαφωτιστική!».

 

Αντίστοιχα ριζοτομικό έργο είναι και η «Ομηρική Μάχη», ισχυρίζεται ο Κώστας Κουτσουρέλης, όπου το αρχαϊκό έθος περιστρέφεται γύρω από την αρετή της σφαγής. Μια αντίληψη εκ διαμέτρου αντίθετη με τη δυτική νεωτερική παράδοση περί ανθρωπισμού...


Δεινά μελαγχολικός, θυμόσοφος, αυτοσαρκαστικός, με μεγάλη παρατηρητικότητα, με περιέργεια μικρού παιδιού και αλλεργικός στην ηθικολογία, ο Κωστής Παπαγιώργης υποτίθεται πως δεν τα πήγαινε καλά με την ποίηση.

 

Κρατάω τα λόγια του Μιχάλη Γκανά: «Κι όμως, νομίζω πως την αγαπούσε πολύ. Κι ο ίδιος, άλλωστε, με τον συγκλονιστικό του λόγο, πετύχαινε αυτό που ονειρεύεται κάθε ποιητής: να λέει κάτι σαν να μην το έχει ξαναπεί κανείς».

   


*** Η ταινία της Ελένης Αλεξανδράκη «Κωστής Παπαγιώργης, ο πιο γλυκός μισάνθρωπος», μια συμπαραγωγή της Βlackbird Productions, της ΕΡΤ και του ΕΚΚ, διάρκειας 90', συμμετέχει στο 20ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και προβάλλεται την Παρασκευή 9/3 στις 20:30 στην αίθουσα «Φρίντα Λιάππα» και στις 11/3, στις 13:00, στην αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης».