Ο σκηνοθέτης και δάσκαλος του κινηματογράφου Γιώργος Σκαλενάκης μπορεί να έφυγε από τη ζωή, στα 88 του, πριν τρία χρόνια, όμως οι ταινίες του είναι πάντα παρούσες στην τηλεόραση (κάποιες τουλάχιστον απ' αυτές) και στο YouTube (όταν δεν τις κατεβάζουν).

 

Ο κόσμος τις βλέπει και τις ξαναβλέπει γιατί είναι άψογα γυρισμένες, έχουν «αέρα», χάρη, δροσιά, λαμπερούς πρωταγωνιστές και επίσης ξεχωριστή μουσική. Χοντρικά, είναι προϊόντα ενός Έλληνα σκηνοθέτη, που ήξερε να κάνει κινηματογράφο όσο ελάχιστοι άλλοι, συνάδελφοί του, στη δεκαετία του '60.

 

Μπορεί ο Σκαλενάκης να μην έκανε ποτέ μια ταινία, που θα σφράγιζε για πάντα την εγχώρια κινηματογραφία (όπως έκαναν άλλοι συνοδοιπόροι του στα σίξτις), έκανε όμως ταινίες που είχαν πολλά επιμέρους προτερήματα – και αυτό δεν πρέπει να παραβλεφθεί.

 

Με σπουδές στην πρώην Τσεχοσλοβακία, στην περίφημη σχολή FAMU (μία από τις παλιότερες κινηματογραφικές ακαδημίες της Ευρώπης) κι έχοντας ως συμμαθητές μεγάλες μορφές του τσεχοσλοβάκικου σινεμά, όπως τους Miloš Forman και Ivan Passer, o Σκαλενάκης μπλέκει από νωρίς με τις παραγωγές, συμμετέχοντας ως ηθοποιός σε ταινίες άλλων και γυρίζοντας ο ίδιος φιλμ μικρού μήκους.

 

Ο σοσιαλιστικός κινηματογράφος του Σκαλενάκη μπαίνει μπροστά. Η κάμερα έξω από τα στούντιο να καταγράφει σκηνές από τη λαϊκή Αθήνα και τον Πειραιά της εποχής με το μιούζικαλ να αποχτά πλέον εθνικά χαρακτηριστικά.

 

Το 1963 του δίνεται μάλιστα η δυνατότητα να γυρίσει και την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, την Prazské Blues (Τα Μπλουζ της Πράγας), η οποία διακρίνεται για τα πολλά και πρωτότυπα χαρακτηριστικά της, αποτελώντας σταθμό για τον τσεχοσλοβάκικο κινηματογράφο των αρχών του '60.

 

Ο Σκαλενάκης κινηματογραφεί, βασικά, το πώς διασκέδαζαν οι ξένοι φοιτητές στην Πράγα της εποχής, καταγράφοντας το μοντέρνο κλίμα που αρχίζει να αναπτύσσεται στα νεανικά κυκλώματα της πόλης στις αρχές των σίξτις (πρωταγωνιστούσαν ερασιτέχνες ηθοποιοί, Τσεχοσλοβάκοι και αλλοδαποί), παράλληλα με την αποκάλυψη (είναι η σωστή λέξη) της μεγάλης τσεχοσλαβακικής τζαζ της περιόδου.

 

Prazské Blues
Prazské Blues

 

Να πούμε λοιπόν πως στην ταινία Prazské Blues συμμετείχαν μουσικοί που έκαναν τρανό όνομα αργότερα στα πάλκα και την τζαζ δισκογραφία όπως ο φλαουτίστας Jiří Stivín, η τραγουδίστρια Jarmila Veselá, ο ντράμερ Alan Vitouš (αδελφός του διάσημου μπασίστα των Weather Report Miroslav Vitouš), αλλά κι ένα από τα πολύ σημαντικά γκρουπ της εποχής, οι SHQ του τενορίστα και βιμπραφωνίστα Karel Velebný μέλη των οποίων ήταν (ανάμεσα σε άλλους) οι Jan Konopásek βαρύτονο σαξόφωνο, Rudolf Dašek ηλεκτρικές κιθάρες και Ladislav "Laco" Déczi τρομπέτα (όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα της czech jazz αντιλαμβάνονται το «βάρος» αυτών των ονομάτων). Στιγμές από το soundtrack του Pražské Βlues ακούγονται στο LP-συλλογή "Československý Džez 1963" [Supraphon], με την ταινία να θεωρείται, το ξαναλέμε, μνημείο του μοντέρνου νεανικού κλίματος της περιόδου.

 

Λάτρης της τζαζ, και γενικότερα της μουσικής (και) ως ακρογωνιαίο κινηματογραφικό στοιχείο, ο Σκαλενάκης φύλαξε τις υπόλοιπες ιδέες του για την ελληνική πλέον παραγωγή.

 

Τον Απρίλιο του 1965, επί Ένωσης Κέντρου, ο Γιώργος Σκαλενάκης έρχεται στην Ελλάδα (ως ένας σκηνοθέτης που διέπρεπε στην Πράγα), στο πλαίσιο των τότε επαναπατρισμών (σε ατομική βάση) από τις χώρες του πρώην eastern μπλοκ. Μάλιστα πολύ γρήγορα θα βρεθεί να σκηνοθετεί την πρώτη ελληνική ταινία του, για τους παραγωγούς Δαμασκηνό-Μιχαηλίδη, την περίφημη Διπλοπενιές, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ – και βεβαίως με την απαστράπτουσα μουσική τού Σταύρου Ξαρχάκου ως συμπρωταγωνίστρια.

 

Αλίκη Βουγιουκλάκη – Δημήτρης Παπαμιχάηλ. Φωτογράφιση για το περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ (1968). Η Αλίκη κρατά το εξώφυλλο του άλμπουμ «Διπλοπενιές» και ο Δημήτρης βάζει το δίσκο στο πικάπ!
Αλίκη Βουγιουκλάκη – Δημήτρης Παπαμιχάηλ. Φωτογράφιση για το περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ (1968). Η Αλίκη κρατά το εξώφυλλο του άλμπουμ «Διπλοπενιές» και ο Δημήτρης βάζει το δίσκο στο πικάπ!

 

Ο σοσιαλιστικός, να τον πούμε έτσι, κινηματογράφος του Σκαλενάκη μπαίνει μπροστά. Η κάμερα έξω από τα στούντιο να καταγράφει σκηνές από τη λαϊκή Αθήνα και τον Πειραιά της εποχής με το μιούζικαλ να αποχτά πλέον εθνικά χαρακτηριστικά. Εν αντιθέσει, δηλαδή, με το επιθεωρησιακό μιούζικαλ του Δαλιανίδη, που ήταν εμβόλιμο στις μικροαστικές κινηματογραφημένες περιπέτειες, ο Σκαλενάκης κάνει τη δική του παρέμβαση στο είδος, καθώς οι μουσικές, οι μουσικές του Ξαρχάκου εν προκειμένω, αποκτούν κυρίαρχο ρόλο, συντονίζοντας με τον ρυθμό τους τον ίδιο το ρυθμό της ταινίας.

 

Επ' αυτού υπάρχει η εντυπωσιακή σκηνή-βιντεοκλίπ, όταν ο Παπαμιχαήλ τραγουδά το «Μάτια βουρκωμένα» (στους ρόλους των μπουζουξήδων το τρίο Σταμάτης Κόκοτας – Βασίλης Αυλωνίτης – Πέτρος Λοχαΐτης), με τον Σκαλενάκη να κινηματογραφεί με δύναμη το ρυθμό του τραγουδιού, έτσι όπως εκείνος αποτυπωνόταν στον χασάπη που κρεμάει τα κρέατα στα τσιγκέλια, στις μαθήτριες που τρέχουν πηδώντας... κάτω στον Πειραιά στα Καμίνια, στους οικοδόμους που δουλεύουν στις ταράτσες και τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, στους ψαράδες που τραβάνε τη βάρκα τους στη στεριά κ.λπ. Η κίνηση-κινητικότητα αυτού του κλιπ είναι... τζαζ, κατ' ευθείαν βγαλμένη από τα κλαμπ της Πράγας.

 

Μάτια Βουρκωμένα

 

Μπορεί ο Σκαλενάκης να μην βοηθήθηκε από το σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου, ώστε να φτιάξει μια ταινία που να τοποθετείται ψηλά και σαν σύνολο, όμως οι Διπλοπενιές του χαιρετίστηκαν, ως κάτι νέο, ακόμη και από την αυστηρή κριτική της εποχής. Όπως έγραφε και ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος στην εφημερίδα Ελευθερία (16 Μαρτίου 1966):

«Είχαμε σημειώσει παλιότερα ότι το είδος που οι Έλληνες παραγωγοί έσπευσαν να επονομάσουν μιούζικαλ είναι στην πραγματικότητα φαρσοειδείς ίντριγκες αρκετά χαλαρές, ώστε να παραγεμίζονται με αυθαίρετα, τις πιο πολλές φορές, επιθεωρησιακά νούμερα. Το χρώμα, η επίδειξη πλούτου, οι ωραίες μισόγυμνες κοπέλες, αποτελούν τα όπλα αυτών των ταινιών(...).
Η κατεύθυνση του Σκαλενάκη είναι εντελώς διαφορετική, Είναι αλήθεια ότι προσπαθεί, όπως λέει ο ίδιος, να συλλάβει το ρυθμό σαν έκφραση της ζωής, να αναδείξει τη στενή σχέση που έχει με το χορό η καθημερινή ανθρώπινη κίνηση.(...)
Ο Σκαλενάκης πιστεύει στην κατεύθυνση αυτή και διαθέτει εύστοχο μάτι, ελευθερία και φαντασία στην κινηματογραφική του έκφραση (ανάλογη σχεδόν με του Ρίτσαρντ Λέστερ) και ιδίως θαυμάσια αίσθηση των αοράτων ρευμάτων του χορού μέσα στην αληθινή ζωή (στη γραμμή του Τζέρομ Ρόμπινς του Γουέστ Σάιντ Στόρυ), αλλά με απλότητα και καθημερινότητα στη θέση του δράματος. Όλα αυτά τα είδαμε και τα χειροκροτήσαμε, αλλά στην τσέχικη ταινία του την Τελευταία Στάση Ρυθμός. Στις Διπλοπεννιές δεν βρήκαμε παρά ελάχιστα ψήγματα από τις αρετές αυτές».

 

Η ταινία πήγε καλά εισπρακτικά όχι μόνο στην Ελλάδα (6η σε εισιτήρια και εισπράξεις την περίοδο 1965-66), αλλά και στο εξωτερικό, εκεί όπου προβλήθηκε με τον τίτλο Dancing the Sirtaki.Μάλιστα στις Κάννες έγινε κι ένα σχετικό επιτυχημένο πάρτι, με την Αλίκη να λάμπει ανάμεσα σε φίρμες πρωταγωνιστές της εποχής.

 

Οι Διπλοπενιές, σήμερα, προβάλλονται τακτικά στην τηλεόραση, αλλά με εντελώς αλλαγμένους και μάλλον γελοίους τίτλους αρχής (έχουν μονταριστεί ακόμη και εικόνες της σημερινής νυχτερινής Αθήνας!), ενώ δεν ξέρω αν έχουν υπάρξει αλλοιώσεις και μέσα στην ταινία. Τέλος πάντων...

 

Έλενα Ναθαναήλ, Σπύρος Φωκάς, Θόδωρος Ρουμπάνης, «Ντάμα Σπαθί» (1966)
Έλενα Ναθαναήλ, Σπύρος Φωκάς, Θόδωρος Ρουμπάνης, «Ντάμα Σπαθί» (1966)

 

Την περίοδο 1966-67 ο Σκαλενάκης γυρίζει άλλες δύο ταινίες. Την αισθηματική περιπέτεια Ντάμα Σπαθί και την κομεντί Αχ! Αυτή η Γυναίκα μου.

 

Η πρώτη είχε εκτυφλωτικό νεανικό καστ (Έλενα Ναθαναήλ, Σπύρος Φωκάς, Θόδωρος Ρουμπάνης), αλλά και μερικά από τα ωραιότερα φυσικά πλάνα (Ναύπλιο) που είδαμε ποτέ στο ελληνικό σινεμά (έξοχη η φωτογραφία του Ανδρέα Αναστασάτου, βραβευμένη από την Ένωση Κριτικών). Βεβαίως και εδώ η μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου είχε διακριτό ρόλο.

 

Ο Σκαλενάκης σκηνοθετεί με μεγάλη δεξιοτεχνία ένα τυπικό σενάριο ερωτικού τρίο (Γιάννης Τζιώτης), δίνοντας στην ταινία του έναν σπάνιο όσο και αυστηρό κοσμοπολίτικο αέρα, όχι τόσο λαϊκό όσο στις Διπλοπενιές του, αλλά πάντως ελκυστικό ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός πως η Ντάμα Σπαθί προβλήθηκε σε Ευρώπη και Αμερική με τους τίτλους Love Cycles, Queen of Clubs, Reine de Trefles κ.λπ.

 

 

Πρωινό - Γ. Μαρκόπουλος. Από την ταινία Ντάμα Σπαθί

 

Στο Αχ! Αυτή η Γυναίκα μου, πάλι με το δίδυμο Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, ο Σκαλενάκης δείχνει πως μπορεί να κάνει εξ ίσου καλά και στούντιο σινεμά – μια κομεντί με ψυχή και με πολύ γέλιο εν προκειμένω, βγαλμένη βασικά από ηθοποιούς που δεν ήταν κωμικοί. Βοηθούν και οι υπόλοιποι ρόλοι (Γιάννης Μιχαλόπουλος, Σαπφώ Νοταρά), όμως και πάλι τα μουσικά κλιπ είναι εκείνα που τα σπάνε. Ο Σκαλενάκης σκηνοθετεί με μαεστρία την lounge-jazz του Πλέσσα και την κίνηση των πρωταγωνιστών του, δείχνοντας στοιχεία μετρ.

 

Στα σίξτις, όπου ουσιαστικά ολοκληρώνεται η κινηματογραφική καριέρα του Γιώργου Σκαλενάκη, θα γυριστούν ακόμη τέσσερις ταινίες του. Η Βυζαντινή Ραψωδία, η γνωστή σε όλους μας Επιχείρησις Απόλλων, η Θυμήσου, Αγάπη μου... και Το Νησί της Αφροδίτης. Και αυτές οι ταινίες ήταν ιδιαίτερες, δείχνοντας πως ο Σκαλενάκης ήταν σκηνοθέτης με όραμα, που βασικά αδικήθηκε από τα σενάριά του. Να πούμε λίγα λόγια και γι' αυτές...

 

Θόδωρος Ρουμπάνης, «Βυζαντινή Ραψωδία» (1968)
Θόδωρος Ρουμπάνης, «Βυζαντινή Ραψωδία» (1968)

 

Η Βυζαντινή Ραψωδία ήταν η πιο φιλόδοξη ταινία του ελληνικού σινεμά, στη δεκαετία του '60. Ταινία εποχής, βυζαντινής εποχής, με ωραία ανασύσταση και με πρωταγωνιστές (Θόδωρος Ρουμπάνης, Μπέτυ Αρβανίτη, Κώστας Καρράς), που είχαν τον τρόπο να μεταφέρουν στο πανί το δράμα και την ίντριγκα. Ερωτική ιστορία κατά βάση, πάλι σε σχήμα τρίο, πάλι σε σενάριο του Τζιώτη (που αργότερα έγραφε τα σενάρια του Όμηρου Ευστρατιάδη) ήταν γυρισμένη και αυτή στο Ναύπλιο (στο Παλαμήδι), όπως και άλλες ταινίες του Σκαλενάκη. Μουσική στην ταινία είχε γράψει ο πρωταγωνιστής Θόδωρος Ρουμπάνης, που κατόρθωσε ως παραγωγός να σπρώξει την ταινία και στο εξωτερικό, όπου προβλήθηκε με τον τίτλο Imperiale. (Μάλιστα ήταν και υποψήφια για ξενόγλωσσο Όσκαρ, χωρίς να μπει στην τελική πεντάδα). Αρκετά χρόνια αργότερα (1978) είχε κυκλοφορήσει και το σάουντρακ στη μικρή εταιρεία Seagull, με τη μουσική του Ρουμπάνη, σε ενορχήστρωση και μουσική  διεύθυνση Πάνου Τριανταφυλλίδη και με τη συμμετοχή της Συμφωνικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης υπό τον Lehman Engel. Φοβερά πράγματα, αλλά η ταινία δεν περπάτησε. Επειδή την είδα πρόσφατα θα πω πως ήταν μάλλον δυσκίνητη, με κάπως αφελές σενάριο. Είχε όμως τρομερές λήψεις και έξοχη φωτογραφία (Νίκος Καβουκίδης).

 

Μεγάλη επιτυχία μέσα κι έξω από τη χώρα γνώρισε, όμως, η κορυφαία... τουριστική ταινία Επιχείρησις Απόλλων, ένα μιούζικαλ βασικά που γύρισε με πολύ κέφι ο Σκαλενάκης το 1968, με πρωταγωνιστές την Έλενα Ναθαναήλ και τον Γερμανό Thomas Fritsch. Η ταινία έχει χάρη και ομορφιά, μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου, τραγούδι του Βαγγέλη Παπαθανασίου και ακόμη χορογραφίες του Γιώργου Εμιρζά και κοστούμια του Διονύση Φωτόπουλου. Ο λαϊκός και συνάμα κοσμοπολίτικος κινηματογράφος του Σκαλενάκη, κι εδώ, στα ωραιότερά του.

 

 

Ζάβαρα Κάτρα Νέμια - Γ. Μαρκόπουλος - Επιχείρηση Απόλλων

 

Μία κάπως περίεργη και μάλλον άγνωστη ταινία του Σκαλενάκη ήταν η Θυμήσου, Αγάπη μου... (1969), στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι Μπέτυ Αρβανίτη, Κώστας Καρράς, Γιώργος Τζώρτζης και Βέρα Κρούσκα. Την ταινία την είχα δει πριν μερικούς μήνες στο YouTube (τώρα έχει κατέβει) κι είχα πάθει πλάκα από τη φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη (γυρίσματα σε κότερο και στο Ναύπλιο ξανά), που έφερνε στο νου μου το Μαχαίρι στο Νερό του Πολάνσκι! Ενδιαφέρουσα ήταν επίσης και η ελαφρά μουσική του Μιχάλη Καρρά, ενώ αν εξαιρέσεις την Κρούσκα όλοι οι άλλοι ρόλοι ήταν διεκπεραιωτικοί. Πολύ τολμηρή ταινία για την εποχή της, είχε κάποια επιμέρους καλά χαρακτηριστικά, αλλά το απρόσωπο σενάριο του Γιάννη Τζιώτη δεν βοηθούσε καθόλου. Η ταινία αποδοκιμάστηκε στο 10ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη κι έκτοτε παραμένει στα αζήτητα, παρότι παίχτηκε και έξω (Elsa, Un Amore).

 

Η ελληνική αφίσα της ταινίας «Θυμήσου, Αγάπη μου…» (1969)
Η ελληνική αφίσα της ταινίας «Θυμήσου, Αγάπη μου…» (1969)
Η ξένη αφίσα της ταινίας που της είχαν δώσει τον τίτλο «Elsa, Un Amore»
Η ξένη αφίσα της ταινίας που της είχαν δώσει τον τίτλο «Elsa, Un Amore»

 

Τέλος, μνεία στην ταινία Το Νησί της Αφροδίτης (1969) με την Κατίνα Παξινού, σε μουσική Μίμη Πλέσσα και με τον Μιχάλη Βιολάρη να τραγουδά «Αν βουληθώ»... Ο Σκαλενάκης κινηματογραφεί με σύνεση το διάσημο θεατρικό του Αλέξη Πάρνη, που παιζόταν, στις αρχές του '60 συνεχώς στα θέατρα της ΕΣΣΔ (πάνω από 22 χιλιάδες παραστάσεις γράφει η Βικιπαίδεια) και που αφορούσε στον ένοπλο αγώνα των Κυπρίων απέναντι στους Άγγλους (στα χρόνια της πρώτης ΕΟΚΑ).


Ο γιος μιας Κύπριας απαγχονίζεται από τους Άγγλους, αλλά η ίδια δεν αφήνει να συμβεί το ίδιο και σ' έναν Βρετανό αξιωματικό, που έχει πιαστεί αιχμάλωτος για αντίποινα. Η εμφάνιση της Κατίνας Παξινού στο ρόλο της μάνας είναι αρκετή, για να προσδώσει στην ταινία του Σκαλενάκη ένα ειδικό ενδιαφέρον.

 

Η Κατίνα Παξινού στο «Νησί της Αφροδίτης» (1969)
Η Κατίνα Παξινού στο «Νησί της Αφροδίτης» (1969)