Ανάμεσα στα πολλά και καλά βιβλία που κυκλοφόρησαν τελευταία,  την προσοχή μου τράβηξε το πιο απρόβλεπτο, το λιγότερο αναμενόμενο: το «Χαμένο Νόμπελ» του Κώστα Αρκουδέα (Καστανιώτης). Δόλωμα, η φιγούρα του Νίκου Καζαντζάκη στο εξώφυλλο. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ο διασημότερος συγγραφέας μας στο πλανητικό χωριό, με πάνω από οχτακόσιες ξένες εκδόσεις των έργων του, με μεταφράσεις στις πιο απίθανες γλώσσες και με αίγλη που συναγωνίζεται εκείνην του Καβάφη στην ποίηση, εδώ, μολονότι εξακολουθεί να έχει φανατικούς αναγνώστες, σπανίως, πολύ σπανίως απασχολεί σύγχρονους πεζογράφους ή μελετητές. Δεκαετίες μετά το θάνατο του, ο δημιουργός του Ζορμπά, του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, του Τελευταίου πειρασμού, μπορεί να εμπνέει τον Σκορτσέζε, τον Νταν Μπράουν ή τον Γιάλομ, αλλά οι δικοί μας «γραμματιζούμενοι», συνεχίζοντας την παράδοση, μάλλον τον περιφρονούν. Στα μάτια τους, όπως το έθεσε ο νεοελληνιστής Δημήτρης Τζιόβας, η περίπτωση Καζαντζάκη θυμίζει  αρρώστεια που την περνάει κανείς μια φορά και ως επί το πλείστον σε νεανική ηλικία, ένα είδος πολιτισμικής ιλαράς. Καλοδεχούμενο λοιπόν κάθε καινούριο βιβλίο που καταπιάνεται μαζί του, σκεφτόμουν, ακόμα κι αν δεν επιφυλάσσει εκπλήξεις, ακόμα κι αν επικεντρώνεται στις γνωστές μάχες του εκκλησιαστικού, πολιτικού και ακαδημαϊκού κατεστημένου  ώστε ν’ αποφευχθεί η βράβευσή του όποτε η πλάστιγγα της Σουηδικής Ακαδημίας έδειξε να γέρνει προς το μέρος του.

 

Φορτωμένος με τη ρετσινιά του άθεου, του κομμουνιστή και του διαφθορέα των νέων, ο Καζαντζάκης εξακολουθούσε να θεωρείται από το μετεμφυλιακό, εσωστρεφές ελληνικό κράτος ως δημόσιος κίνδυνος.

 

Πράγματι, στο «Χαμένο Νόμπελ» δεν αποκαλύπτονται τίποτε επτασφράγιστα μυστικά. Η σύνθεση, εν τούτοις, από τον Αρκουδέαόλων των διαθέσιμων στοιχείων γι’αυτήν την υπόθεση σε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, που εκτυλίσσεται στην καρδιά του 20ού αιώνα και αγκαλιάζει ό,τι σημαντικό συνέβαινε τότε στην εγχώρια και τη διεθνή πνευματική σκηνή, διαβάζεται απνευστί. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα, έχεις δει συμπυκνωμένα όσα θα όφειλες να γνωρίζεις για τις σπουδαίες λογοτεχνικές μορφές εκείνης της περιόδου κι έχεις χωνέψει για τα καλά πόσο κατώτερες των περιστάσεων μπορεί να είναι οι εκάστοτε πνευματικές ελίτ. Δημιουργοί που σαρρώνουν σήμερα βραβεία ίσως αύριο να ξεχαστούν τελείως, κι άλλοι που σνομπάρονται ή λοιδωρούνται ν’ αφήσουν έργο που θ’ αντέχει εσαεί. Στον κατάλογο με τους συγγραφείς που δεν πήραν το Νόμπελ αλλά τιμήθηκαν με μια θέση στην συνείδηση της ανθρωπότητας θα συναντήσουμε από τον Τσέχοφ, τον Χένρι Τζέιμς, τον Κάφκα ή την Βιρτζίνια Γουλφ, μέχρι τον Μούζιλ, τον Μπρεχτ, τον Όργουελ ή τον Πεσσόα. Αντίστοιχα τρανταχτές είναι οι απουσίες και στον κατάλογο των μελών της Ακαδημίας Αθηνών: από τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη και τον Ελύτη, ως τον Καρυωτάκη, τον Βάρναλη ή τον Σικελιανό. Η μόνη διάκριση που απέσπασε εν ζωή ο Καβάφης, ήταν το αργυρό παράσημο του Φοίνικος, που του απέμεινε ο δικτάτορας Πάγκαλος το ΄26, τιμώντας ταυτόχρονα και μια ισπανίδα χορεύτρια ονόματι Αούρεα. Ο δε Καζαντζάκης, το μόνο λογοτεχνικό βραβείο που αξιώθηκε από το ελληνικό κράτος ήταν το ΄56, ένα χρόνο πριν πεθάνει, κι αυτό για τα θεατρικά του, όχι για κάποιο από τα μυθιστορήματά του που έκαναν ήδη πάταγο παντού.

 

Σχεδόν τριάντα χρόνια υπάλληλος στο Υπουργείο Πολιτισμού («ας είναι καλά η Μελίνα!»), με κάμποσα πεζά στο ενεργητικό του
 και με την Αναφορά στον Γκρέκο πλάι του σαν ευαγγέλιο, ο Κώστας Αρκουδέας άρχισε να συγκεντρώνει συστηματικά υλικό για το «Χαμένο Νόμπελ» από τη στιγμή που διάβασε ένα σχετικό άρθρο του μακαρίτη πλέον Πάτροκλου Σταύρου, θετού γιού και κληρονόμου της Ελένης Καζαντζάκη, δημοσιευμένο το 2000 στο «Βήμα». Όπως λέει ο ίδιος, «μια ζωή ένιωθα πως ο Καζαντζάκης ήταν ο μέγας αδικημένος των γραμμάτων μας. Όποτε γινόταν κουβέντα για τον ίδιο, όλοι γύρω μου κουνούσαν το κεφάλι. Σαν να λέγανε, πόσο κυνηγήθηκε κι αυτός, πόσα τράβηξε... Ρωτώντας αριστερά δεξιά άκουγα διάφορα, και μύθους και αλήθειες. Σπαράγματα όμως, όχι μια ολοκληρωμένη ιστορία. Το άρθρο του Σταύρου, με τόσες λεπτομέρειες για το μένος της πολιτείας εναντίον του και για τις παρασκηνιακές κινήσεις του Σπύρου Μελά στη Σουηδία, με σόκαρε. Από τότε, ό,τι σχετικό έπεφτε στην αντίληψή μου,  το κράταγα. Το θέμα, πάντως, δεν ήταν να γράψω μια βιογραφία του Καζαντζάκη, πόσο μάλλον μια αγιογραφία, αλλά με άξονα το Νόμπελ, ν’ αφηγηθώ τη διαδρομή του δίνοντας κι όλο το κλίμα  της εποχής».

 

Διόλου τυχαία το βιβλίο ανοίγει μ’ ένα κείμενο του Αυγουστίνου Καντιώτη δημοσιευμένο στο περιοδικό Σπίθα στις 5 Νοεμβρίου του ΄57. «Ρεζίλι των σκυλιών γίναμε. Η συντέλεια των αιώνων έφτασε. Βόθρος ρέει από τους ακάθαρτους ποταμούς, από τις σελίδες του ανήθικου. Σήμερα η Ελλάς κηδεύει με δημόσιον δαπάνη ποιόν, τον υβριστή της Εκκλησίας μας. Φρίκη, ούτε ο υπόνομος των Αθηνών δεν θα ανέδιδε τέτοια δυσωσία» έγραφε ο μετέπειτα μητροπολίτης Φλωρίνης, αυτός που έμελλε ν’ αφορίσει τον Θόδωρο Αγγελόπουλο για το Μετέωρο βήμα του πελαργού.  Έξαλλος με τον εκπρόσωπο της Εκκλησίας της Κρήτης που όχι απλώς επέτρεψε αλλά και παρέστη στην κηδεία του συγγραφέα, ο Καντιώτης έβγαζε φλόγες: «Ντροπή σας, χυδαιολόγοι της πίστης μας! Αν ζούσαν οι Τρείς Ιεράρχες θα σας είχαν αφορίσει όλους».

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με τη Ραχήλ Λίπσταϊν (Rahel Lipstein) (ακουμπά στον ώμο του), τη Ντίνα Μάτους (Dina Matus) και δύο φίλες τους στο ψαροχώρι Pustchow, κοντά στο Rewald (Γερμανία) στη Βαλτική θάλασσα. Ιούλιος 1923 © Aρχείο Εκδόσεων Νίκου Καζαντζάκη
Ο Νίκος Καζαντζάκης με τη Ραχήλ Λίπσταϊν (Rahel Lipstein) (ακουμπά στον ώμο του), τη Ντίνα Μάτους (Dina Matus) και δύο φίλες τους στο ψαροχώρι Pustchow, κοντά στο Rewald (Γερμανία) στη Βαλτική θάλασσα. Ιούλιος 1923 © Aρχείο Εκδόσεων Νίκου Καζαντζάκη
 


Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι και ο Καζαντζάκης είχε αφοριστεί. «Πρόκειται για τον πλέον διαδεδομένο μύθο», λέει ο Αρκουδέας. «Υπήρξε τέτοια πρόταση από την πλευρά της Ιεράς Συνόδου, αλλά ποτέ δεν τέθηκε σ’ εφαρμογή. Ωστόσο, το αίτημα συνοδευόταν κι από ένα ανάθεμα, μια ανατριχιαστική κατάρα, η οποία βρίσκεται ακόμα σε ισχύ. Αυτό κι αν είναι ντροπή». Σύμφωνα με τον ίδιο, κανείς απ’  όσους απαξίωσαν τον Καζαντζάκη όσο ζούσε δεν φρόντισε κάποια στιγμή ν’ απολογηθεί: «Ούτε η σταλινική αριστερά, με εκπροσώπους παλιούς του φίλους, όπως η Γαλάτεια, η πρώτη του σύζυγος, ο Βάρναλης ή ο Αυγέρης, ούτε η ακροδεξιά, με πρωτοπαλίκαρο τον Σπύρο Μελά, ούτε βέβαια εκείνο το αρτηριοσκληρωτικό, σκοταδιστικό κομμάτι της εκκλησίας που τον θέλει μέχρι σήμερα να στριφογυρίζει άλιωτος στον τάφο του. Όσο ο Καζαντζάκης ζούσε στην Αίγινα, πριν γράψει τα μυθιστορήματα που τον έκαναν διάσημο, κανείς δεν ασχολούνταν μαζί του. Μετά τη δημοσίευση του Ζορμπά, όμως, ακόμα και το δικαίωμά του να ζει στην Ελλάδα, ακόμα κι αυτό του το στέρησαν. Όταν στα τέλη της δεκαετίας του ΄40 έληξε η θητεία του στην Ουνέσκο, η οδηγία του ελληνικού κράτους προς τις προξενικές αρχές ήταν να μην του ανανεωθεί η βίζα. Ως ανεπιθύμητος κατέληξε ο Καζαντζάκης στην Αντίμπ...».

 

Μια άλλη οδηγία που ανασύρει ο Αρκουδέας είναι εκείνη του υπουργείου παιδείας προς την Ακαδημία Αθηνών, στις 11 Ιουνίου του ΄46, χρονιά που συζητιώνταν το ενδεχόμενο μιας κοινής υποψιότητας για Νόμπελ των Καζαντζάκη και Σικελιανού. Στο σχετικό έγγραφο δηλωνόταν ξεκάθαρα πως το πρόσωπο που θα προτεινόταν από ελληνικής πλευράς επισήμως, πέρα από το πνευματικό του έργο έπρεπε να τυγχάνει «γενικής αναγνωρίσεως» και «δια την εθνικήν του αντίληψιν». Υπακούοντας στα κελεύσματα της κυβέρνησης, η Ακαδημία πρότεινε τον παγκοσμίως άγνωστο και εντελώς λησμονημένο Γεώργιο Βουγιουκλάκη, ενώ μια πενταετία αργότερα, βλέποντας ότι ο Καζαντζάκης εξακολουθούσε να παίζει ανάμεσα στους υποψηφίους, έστειλε τον Μελά να τακτοποιήσει το ζήτημα. Ως και η Φρειδερίκη έσπευσε ν’ανακατευτεί. Όπως ενημέρωνε τον Καζαντζάκη ο ελληνιστής και φίλος του Μπέργε Κνες τον Ιανουάριο του ΄54,  η τελευταία, έκανε ό,τι μπορούσε για να μη δοθεί το Νόμπελ σε «ριζοσπαστικούς» Έλληνες, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε «την ειρηνική πολιτική των Αγγλοσαξόνων»...

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης στην Αίγινα, 1931 © Aρχείο Εκδόσεων Νίκου Καζαντζάκη
Ο Νίκος Καζαντζάκης στην Αίγινα, 1931 © Aρχείο Εκδόσεων Νίκου Καζαντζάκη

 

Η βοήθεια για τον Καζαντζάκη ήρθε από εκεί που δεν την περίμενε, από τη Νορβηγία, όπου, σε αντίθεση με τη χώρα μας, τα βιβλία του εκδίδονταν ανεμπόδιστα κι εκτιμούνταν πολύ. Βλέποντας τη στάση της ελληνικής πολιτείας, η νορβηγική κυβέρνηση προσφέρθηκε να του δώσει υπηκοότητα και διαβατήριο ώστε να μετακινείται με την άνεσή του, και η νορβηγική εταιρεία λογοτεχνών τον πρότεινε για Νόμπελ ομόθυμα. Ο ίδιος, εν τούτοις, αρνήθηκε την προσφορά. Εδώ, επισημαίνει στο βιβλίο του ο Αρκουδέας, οι μόνοι που στάθηκαν στο πλευρό του από τον πολιτικό κόσμο ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Αλέξανδρος Σβώλος. Όσο για τον πνευματικό χώρο, πέρα από το στενό του περιβάλλον, εκείνοι που τον υποστήριξαν ήταν ο Τερζάκης, ο Βρεττάκος, ο Πέτρος Χάρης, ο Παπανούτσος, ο Καραντώνης, ο Πλωρίτης –μετρημένοι στα δάχτυλα κι αυτοί.

 

Η χρονιά που ο Καζαντζάκης διεκδίκησε με τις περισσότερες πιθανότητες το Νόμπελ ήταν το ΄56. Τελικά το κέρδισε ο ισπανός ποιητής Χιμένεθ, με μόλις δύο ψήφους διαφορά. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς  είχε αποσπάσει το βραβείο Ειρήνης, με το οποίο προηγουμένως  είχαν ήδη τιμηθεί προσωπικότητες όπως ο Τσάπλιν και ο Σοστακόβιτς, αλλά στην απονομή που πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη, παρουσία όλων των μελών του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης, η Ελλάδα έλαμψε διά της απουσίας της –ούτε καν ο  πρέσβης μας δεν παρευβρέθηκε. Φορτωμένος με τη ρετσινιά του άθεου, του κομμουνιστή και του διαφθορέα των νέων, ο Καζαντζάκης εξακολουθούσε να θεωρείται από το μετεμφυλιακό, εσωστρεφές ελληνικό κράτος ως δημόσιος κίνδυνος.

 

«Καμμιά απ’ αυτές τις κατηγορίες δεν έστεκε», λέει ο Αρκουδέας.  «Άλλα ήταν τα κουσούρια του. Βασανιζόταν από κρίσεις μεγαλείου –μην ξεχνάμε ότι φιλοδοξούσε να γίνει ιδρυτής θρησκείας-  έδειχνε ψύχραιμος κι ατάραχος αλλά δεν άντεχε την αρνητική κριτική, κι ενώ αγαπούσε τις γυναίκες, τα γραπτά του διέπονται από έναν ιδιότυπο μισογυνισμό. Πριν ξεκινήσω την έρευνα για το βιβλίο, είχα στο μυαλό μου την εικόνα ενός ερημίτη, ενός ανθρώπου αφοσιωμένου στα γραπτά του που ζεί με τ’ απολύτως απαραίτητα. Βλέποντας τ’ ατέλειωτα πάρε δώσε του με τον έξω κόσμο, έμεινα άναυδος! Όσο μονόχνωτος κι αν ήταν, αυτό δεν τον εμπόδιζε να μεταβληθεί στον απόλυτο δημοσιοσχεσίτη όποτε το έκρινε σκόπιμο. Βομβάρδιζε μ’ επιστολές και τηλεφωνήματα γνωστούς και φίλους και δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει και την πιο ασήμαντη γνωριμία για να πετύχει τον στόχο του. Όση πολεμική κι αν του ασκήθηκε, πάντως, κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί την προσφορά του στην ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία. Το εντυπωσιακό είναι ότι την μεγάλη αποδοχή του κόσμου την γνώρισε όταν έπαψε να παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά. Όταν δηλαδή, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αποφάσισε να το ρίξει στο γλέντι, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος, και να επιστρέψει σε κάτι που θεωρούσε πάρεργο ως τότε, στο μυθιστόρημα».